Στην πλέον διαδεδομένη επιλογή για χιλιάδες ασφαλισμένους, κυρίως του ιδιωτικού τομέα, εξελίσσεται η εξαγορά πλασματικού χρόνου, καθώς, σύμφωνα με τους ειδικούς της κοινωνικής ασφάλισης, σχεδόν ένας στους δύο ασφαλισμένους που υποβάλλουν αίτηση συνταξιοδότησης κάνει πλέον χρήση του δικαιώματος αναγνώρισης και εξαγοράς πλασματικών ετών ασφάλισης προκειμένου να συμπληρώσει τις προϋποθέσεις εξόδου.
Η επιλογή αφορά κατά κύριο λόγο ασφαλισμένους που συμπληρώνουν το 62ο έτος της ηλικίας τους και πρέπει να έχουν 40 έτη ασφάλισης ώστε να θεμελιώσουν δικαίωμα συνταξιοδότησης νωρίτερα από το γενικό όριο των 67 ετών. Ετσι, αξιοποιούν χρόνους τέκνων, σπουδών, στρατιωτικής θητείας και κενών ασφάλισης. Η τάση αυτή ενισχύεται από το νέο κύμα μαζικών συνταξιοδοτήσεων που καταγράφεται το 2026. Σύμφωνα με τα στοιχεία του πληροφοριακού συστήματος ΑΤΛΑΣ, κατά το πρώτο τετράμηνο του έτους υποβλήθηκαν συνολικά 74.838 νέες αιτήσεις συνταξιοδότησης, έναντι 63.542 το αντίστοιχο διάστημα του 2025, καταγράφοντας αύξηση κατά 11.296 αιτήσεις. Μόνο τον Απρίλιο κατατέθηκαν 16.625 νέες αιτήσεις, ενώ αν διατηρηθεί ο σημερινός ρυθμός, οι αιτήσεις για το σύνολο του έτους ενδέχεται να ξεπεράσουν τις 220.000, σημειώνοντας νέο ιστορικό υψηλό από τη σύσταση του ΕΦΚΑ.
Στο περιβάλλον αυτό, εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα, αυτοαπασχολούμενοι, ελεύθεροι επαγγελματίες αλλά και επιστήμονες, κυρίως γιατροί και δικηγόροι, αναζητούν τρόπους να συμπληρώσουν τα απαιτούμενα έτη ασφάλισης μόλις φθάσουν στο 62ο έτος της ηλικίας τους. Πρόκειται σε πολλές περιπτώσεις για ασφαλισμένους που κατά τις προηγούμενες δεκαετίες είχαν περιόδους ανασφάλιστης εργασίας ή διακοπές ασφάλισης, αλλά και για επιστήμονες που αφιέρωσαν σημαντικό χρόνο σε προπτυχιακές και μεταπτυχιακές σπουδές και διαπιστώνουν ότι ενώ συμπληρώνουν το ηλικιακό όριο, υπολείπονται των απαιτούμενων ετών ασφάλισης.
Στην πράξη, η εξαγορά πλασματικού χρόνου αποτελεί το βασικό εργαλείο για την κάλυψη αυτών των ελλείψεων. Οπως εξηγεί στην «Κ» η δικηγόρος που εξειδικεύεται σε ασφαλιστικά θέματα Ασπασία Παπαθανασοπούλου, με το ισχύον καθεστώς, για τους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα το κόστος αναγνώρισης αντιστοιχεί στο 20% των αποδοχών του τελευταίου μήνα πλήρους απασχόλησης, πριν από την υποβολή της αίτησης. Για τους ελεύθερους επαγγελματίες, το κόστος ισούται με την εισφορά κύριας ασφάλισης της ασφαλιστικής κατηγορίας που έχουν επιλέξει κατά τον τελευταίο μήνα πριν από την αίτηση. Παράλληλα, προβλέπεται έκπτωση 2% για κάθε αναγνωριζόμενο έτος σε περίπτωση εφάπαξ εξόφλησης, ενώ εναλλακτικά το ποσό μπορεί να αποπληρωθεί με παρακράτηση του ενός τετάρτου της μηνιαίας σύνταξης μετά την απονομή της.
Καθοριστικός παράγοντας για τη διάδοση της εξαγοράς πλασματικού χρόνου είναι το νέο καθεστώς απασχόλησης των συνταξιούχων.
Ενδεικτικά, σύμφωνα με την κ. Παπαθανασοπούλου, ασφαλισμένος με μηνιαίες αποδοχές 1.800 ευρώ καταβάλλει 360 ευρώ για κάθε μήνα που αναγνωρίζει. Η εξαγορά 36 μηνών λόγω δύο τέκνων κοστίζει 12.960 ευρώ, ποσό που περιορίζεται σε 12.182 ευρώ με την προβλεπόμενη έκπτωση 6%. Αντίστοιχα, η αναγνώριση ενός έτους στρατιωτικής θητείας κοστίζει 4.320 ευρώ και μειώνεται σε 4.233 ευρώ με έκπτωση 2%.
Για ασφαλισμένο με αποδοχές 2.150 ευρώ, το μηνιαίο κόστος εξαγοράς ανέρχεται σε 430 ευρώ. Στην περίπτωση αναγνώρισης τετραετούς φοίτησης, δηλαδή 48 μηνών σπουδών, το συνολικό κόστος φθάνει σε 20.640 ευρώ, ενώ μετά την έκπτωση 8% περιορίζεται σε 18.989 ευρώ. Για την αναγνώριση 12 μηνών στρατιωτικής θητείας απαιτούνται 5.057 ευρώ μετά την έκπτωση.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι περιπτώσεις των ασφαλισμένων του πρώην ΕΤΑΑ, κυρίως γιατρών, δικηγόρων και μηχανικών, οι οποίοι συνήθως διαθέτουν σημαντικό χρόνο σπουδών προς αναγνώριση. Στο πρώην ΤΣΑΥ, για παράδειγμα, η εξαγορά πλασματικού χρόνου στην πρώτη ασφαλιστική κατηγορία κοστίζει 185,09 ευρώ ανά μήνα, ενώ στην πέμπτη κατηγορία το κόστος ανέρχεται σε 440,64 ευρώ. Για αναγνώριση 18 μηνών, το συνολικό κόστος κυμαίνεται από περίπου 3.330 έως σχεδόν 7.932 ευρώ, ανάλογα με την κατηγορία που θα επιλεγεί.
Η επιλογή της ασφαλιστικής κατηγορίας επηρεάζει και το ύψος της μελλοντικής σύνταξης. Με βάση υπολογισμούς για το 2026, ασφαλισμένος του πρώην ΤΣΑΥ που αναγνωρίζει χρόνο στην πρώτη κατηγορία διαμορφώνει μεικτή σύνταξη περίπου 1.176 ευρώ, ενώ στην πέμπτη κατηγορία η σύνταξη μπορεί να φθάσει τα 1.488 ευρώ μεικτά. Αντίστοιχα, στο πρώην ΤΣΜΕΔΕ, αναγνώριση πλασματικού χρόνου στην έκτη ασφαλιστική κατηγορία οδηγεί σε εκτιμώμενη μεικτή σύνταξη 1.368 ευρώ, με κόστος εξαγοράς 597 ευρώ ανά μήνα.
Καθοριστικός παράγοντας για τη διάδοση της εξαγοράς είναι και το νέο καθεστώς απασχόλησης των συνταξιούχων. Οσοι αποχωρούν με σύνταξη μπορούν να συνεχίσουν να εργάζονται, με επιβάρυνση μόλις 10% επί του εισοδήματος από εργασία. Ετσι, στην πλειονότητά τους όσοι επιλέγουν να συνταξιοδοτηθούν στα 62 δεν εγκαταλείπουν την επαγγελματική δραστηριότητα. Αντιθέτως, εξασφαλίζουν νωρίτερα σύνταξη, συνεχίζουν να εργάζονται και σε πολλές περιπτώσεις εξοφλούν το κόστος της εξαγοράς μέσω παρακράτησης από τη σύνταξή τους. Το γεγονός ότι η αναγνώριση αφορά μόνο τον κλάδο κύριας ασφάλισης, χωρίς επιβαρύνσεις για υγεία, επικούρηση ή εφάπαξ, καθιστά την επιλογή ακόμη πιο ελκυστική, εξηγώντας γιατί η εξαγορά πλασματικών ετών έχει μετατραπεί σε βασικό «εισιτήριο» για τη συνταξιοδότηση χιλιάδων ασφαλισμένων.

