Οι επιχειρήσεις δεν δυσκολεύονται πια να επενδύσουν στην τεχνολογία. Δυσκολεύονται όμως να βρουν ανθρώπους που να μπορούν να αξιοποιήσουν τις δυνατότητές της. Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα της νέας παγκόσμιας έρευνας «CIO 2026 Outlook» της Experis, εταιρείας που δραστηριοποιείται στις υπηρεσίες τεχνολογίας και είναι μέλος του ομίλου ManpowerGroup, η οποία αποτυπώνει μια πραγματικότητα που αφορά πλέον και την Ελλάδα.
Καθώς η χώρα μας διανύει την τελευταία και κρισιμότερη χρονιά υλοποίησης των έργων του Ταμείου Ανάκαμψης, η μεγαλύτερη πρόκληση δεν είναι η εξασφάλιση χρηματοδότησης ή η προμήθεια νέων ψηφιακών συστημάτων, αλλά η εύρεση εξειδικευμένων στελεχών που θα τα σχεδιάσουν, θα τα υλοποιήσουν και θα τα υποστηρίξουν.
Η τεχνητή νοημοσύνη, η κυβερνοασφάλεια και οι υπηρεσίες cloud δημιουργούν μια πρωτοφανή ζήτηση για δεξιότητες, την ώρα που η αγορά εργασίας δυσκολεύεται να ανταποκριθεί.
Η διεθνής έρευνα, στην οποία συμμετείχαν 1.930 ηγέτες τεχνολογίας από 12 χώρες, δείχνει ότι η μάχη για το ταλέντο βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο του ψηφιακού μετασχηματισμού. Οι επιχειρήσεις αναγνωρίζουν ότι η τεχνητή νοημοσύνη, το cloud computing και η κυβερνοασφάλεια δημιουργούν τεράστιες ευκαιρίες, αλλά ταυτόχρονα απαιτούν νέες δεξιότητες, τις οποίες η αγορά δυσκολεύεται να προσφέρει με την απαιτούμενη ταχύτητα.
Δεν είναι τυχαίο ότι η κυβερνοασφάλεια παραμένει για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά η πλέον περιζήτητη δεξιότητα, καθώς το 46% των επικεφαλής τεχνολογίας τη χαρακτηρίζει ως τη σημαντικότερη ανάγκη για το 2026. Ακολουθούν η τεχνητή νοημοσύνη και η μηχανική μάθηση με 37%, ενώ το cloud computing συγκεντρώνει ποσοστό 31%, επιβεβαιώνοντας ότι οι επιχειρήσεις επενδύουν πλέον σε υποδομές που συνδυάζουν ασφάλεια, αυτοματοποίηση και αξιοποίηση δεδομένων.
Η ζήτηση για προγραμματιστές, μηχανικούς λογισμικού, ειδικούς κυβερνοασφάλειας, data scientists έχει εκτοξευθεί.
Η εικόνα αυτή αντανακλά σχεδόν απόλυτα την ελληνική πραγματικότητα. Το 2026 αποτελεί την τελευταία χρονιά ολοκλήρωσης των έργων του Ταμείου Ανάκαμψης, με εκατοντάδες ψηφιακά έργα να βρίσκονται ταυτόχρονα σε εξέλιξη. Ωστόσο, όσο πλησιάζει η ολοκλήρωση των έργων, τόσο εντονότερα αναδεικνύεται το μεγαλύτερο διαρθρωτικό πρόβλημα της αγοράς: η έλλειψη εξειδικευμένων επαγγελματιών.
Η ζήτηση για προγραμματιστές, μηχανικούς λογισμικού, ειδικούς κυβερνοασφάλειας, data scientists, αναλυτές συστημάτων και διαχειριστές έργων έχει εκτοξευθεί, με αποτέλεσμα οι επιχειρήσεις να ανταγωνίζονται πλέον μεταξύ τους για περιορισμένο αριθμό στελεχών. Η εγκατάσταση στην Ελλάδα μεγάλων πολυεθνικών εταιρειών τεχνολογίας, οι οποίες δημιούργησαν κέντρα έρευνας και ανάπτυξης, ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τον ανταγωνισμό για ταλαντούχους επαγγελματίες, αυξάνοντας σημαντικά τις αποδοχές αλλά και τη συχνότητα μετακινήσεων προσωπικού από εταιρεία σε εταιρεία.
Η έρευνα της Experis καταγράφει ότι όχι μόνο η προσέλκυση, αλλά κυρίως η διακράτηση προσωπικού αποτελεί πλέον μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για τους CIOs διεθνώς. Οι παραδοσιακές διαδικασίες προσλήψεων δεν μπορούν να συμβαδίσουν με την ταχύτητα των τεχνολογικών εξελίξεων και γι’ αυτό οι οργανισμοί στρέφονται πλέον σε νέες στρατηγικές ανάπτυξης ανθρώπινου δυναμικού. Η εξέλιξη αυτή είναι ιδιαίτερα εμφανής και στην Ελλάδα, όπου οι εταιρείες πληροφορικής επενδύουν ολοένα περισσότερο σε προγράμματα εκπαίδευσης, πρακτικής άσκησης, συνεργασίες με πανεπιστήμια και εσωτερική ανάπτυξη στελεχών, καθώς η εξεύρεση έτοιμων επαγγελματιών γίνεται ολοένα δυσκολότερη.
Είναι, δε, ενδεικτικό ότι η τεχνητή νοημοσύνη δεν φαίνεται να μειώνει την ανάγκη για ανθρώπινο δυναμικό. Αντίθετα, η έρευνα δείχνει ότι το 53% των οργανισμών ενσωματώνει δεξιότητες AI σε ήδη υπάρχοντες ρόλους, ενώ το 45% δημιουργεί νέες θέσεις εργασίας ή επανασχεδιάζει τις υφιστάμενες, συνδυάζοντας τεχνολογική εξειδίκευση με επιχειρηματική γνώση. Η τεχνητή νοημοσύνη λειτουργεί περισσότερο ως εργαλείο ενίσχυσης της παραγωγικότητας παρά ως μηχανισμός αντικατάστασης εργαζομένων.
Αυτή ακριβώς η μετάβαση αποτελεί ίσως τη μεγαλύτερη πρόκληση και για την Ελλάδα, καθώς η υλοποίηση των έργων τού «Ελλάδα 2.0» απαιτεί όχι μόνο περισσότερους επαγγελματίες πληροφορικής, αλλά και στελέχη με συνδυασμό τεχνικών γνώσεων, διοικητικών δεξιοτήτων και ικανότητας διαχείρισης σύνθετων έργων. Επίσης, το μεγάλο πλήθος συμβάσεων που έχουν αναλάβει οι ίδιες μεγάλες κοινοπραξίες δημιουργεί σημαντικές πιέσεις στους διαθέσιμους πόρους, προκαλώντας καθυστερήσεις και αυξάνοντας τον κίνδυνο συμφόρησης στην υλοποίηση των έργων.
Παράλληλα, η έρευνα δείχνει πως το 72% των οργανισμών θεωρεί ότι η υιοθέτηση των νέων τεχνολογιών από τους εργαζομένους συμβαδίζει με την ταχύτητα εφαρμογής τους. Με άλλα λόγια, η επένδυση σε λογισμικό και ψηφιακές πλατφόρμες δεν αρκεί. Χρειάζονται συστηματική εκπαίδευση, αλλαγή κουλτούρας και συνεχής υποστήριξη, ώστε οι νέες δυνατότητες να μεταφραστούν σε πραγματική παραγωγικότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι οι πιο παραγωγικοί επαγγελματίες τεχνολογίας αποκτούν πλέον τις δεξιότητές τους κυρίως μέσα από την εργασιακή εμπειρία (48%) και τα προγράμματα κατάρτισης των εργοδοτών τους (44%), ενώ οι παραδοσιακές πανεπιστημιακές σπουδές, αν και παραμένουν σημαντικές, δεν αποτελούν πλέον τη μοναδική διαδρομή προς την εξειδίκευση.

