Σε διψήφιο ποσοστό επέστρεψε η ανεργία στη χώρα μας, το πρώτο τρίμηνο του 2026, υπενθυμίζοντας τα όρια της ελληνικής αγοράς εργασίας και δείχνοντας ότι η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να δημιουργεί θέσεις εργασίας, αλλά όχι με ρυθμό ικανό να μειώσει αποφασιστικά το ποσοστό ανεργίας. Ετσι, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, η ανεργία ανήλθε στο 10,6%, από 8,3% το προηγούμενο τρίμηνο και 10,4% ένα χρόνο νωρίτερα, καταγράφοντας αύξηση τόσο σε τριμηνιαία όσο και σε ετήσια βάση. Αν και η εξέλιξη αυτή συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με την εποχικότητα της ελληνικής οικονομίας, μιας και το πρώτο τρίμηνο απουσιάζουν οι προσλήψεις στον τουρισμό και στην εστίαση, δείχνει παράλληλα ότι η περαιτέρω αποκλιμάκωση της ανεργίας θα είναι ιδιαίτερα δύσκολη τα επόμενα χρόνια. Η μεγάλη εξάρτηση της απασχόλησης από δραστηριότητες εποχικού χαρακτήρα φαίνεται και από το γεγονός ότι περιφέρειες όπως το Νότιο Αιγαίο και τα Ιόνια Νησιά καταγράφουν τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας, 29,9% και 23,6% αντίστοιχα.
Την ίδια στιγμή, παρά την αύξηση των ανέργων κατά 28,7% σε σύγκριση με το προηγούμενο τρίμηνο, η απασχόληση διατηρεί μια σχετική ανθεκτικότητα σε ετήσια βάση. Οι εργαζόμενοι ανήλθαν σε 4,27 εκατ. άτομα, αυξημένοι κατά 1,3% σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2025, αν και μειωμένοι κατά 1,8% έναντι του τέλους του προηγούμενου έτους. Ωστόσο, το ποσοστό απασχόλησης παραμένει μόλις στο 53,2%, ένα από τα χαμηλότερα στην Ευρώπη, ενώ για τις γυναίκες περιορίζεται στο 46,3%, αναδεικνύοντας το μεγάλο αναξιοποίητο δυναμικό της αγοράς εργασίας.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η εξέλιξη του μη ενεργού πληθυσμού. Τα άτομα εκτός εργατικού δυναμικού εξακολουθούν να ξεπερνούν τα 4,2 εκατομμύρια, παρά τη μείωση που καταγράφεται τα τελευταία χρόνια. Η σταδιακή επιστροφή μέρους αυτών των πολιτών στην αγορά εργασίας αυξάνει το εργατικό δυναμικό, αλλά ταυτόχρονα δυσκολεύει τη γρήγορη αποκλιμάκωση της ανεργίας, καθώς οι νέοι εισερχόμενοι δεν απορροφούνται άμεσα από την απασχόληση.
Η μερική απασχόληση υπολογίστηκε στο 5,2%, χαμηλότερη κατά 3,8% συγκριτικά με το προηγούμενο τρίμηνο και κατά 11% σε σχέση με πριν από ένα έτος. Αντίστοιχα μειώθηκε και το ποσοστό των ατόμων που έχουν προσωρινή εργασία (7,3%), κατά 20,1% σε σχέση με πριν από τρεις μήνες και κατά 2,3% συγκριτικά με το α΄ τρίμηνο του 2025. Τέλος, τα στοιχεία δείχνουν ότι περισσότεροι από τους μισούς απασχολούμενους (52,2%) παραδέχτηκαν ότι εργάστηκαν 40-47 ώρες την εβδομάδα, ενώ το 14,9% δήλωσε ότι εργάστηκε πάνω και από 48 ώρες.

