Στην Ελλάδα έχουμε μια σταθερή συνήθεια. Μας αρέσει να μιλάμε για την ανάγκη προώθησης των μεταρρυθμίσεων, φτάνει οι αλλαγές που φέρνουν να μη μας αγγίζουν. Τότε αυτομάτως ξεσηκωνόμαστε. Η υπόθεση με τα χωροταξικά σχέδια του τουρισμού, των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και οσονούπω της βιομηχανίας αποτελούν τα τελευταία χαρακτηριστικά παραδείγματα.
Πρέπει να αναγνωρίσουμε στην κυβέρνηση ότι μέσα στην προεκλογική φούρια που έχουν εισέλθει η ίδια και τα στελέχη της, η οποία συνεπάγεται την απαραβίαστη εθνική συνταγή «να μη δυσαρεστήσουμε κανέναν», έχει ρίξει στη δημόσια συζήτηση προς διαβούλευση τα νέα χωροταξικά, προκαλώντας μαζικές αντιδράσεις. Κάτι όχι συνηθισμένο. Αν θα τα ψηφίσει και με ποιες αλλαγές, τελικά πριν από τις εκλογές, δεν είναι κανένας βέβαιος· και μόνο, όμως, που άνοιξε τα εν λόγω θέματα, η προώθηση των οποίων εκκρεμούσε πάνω από 18 χρόνια, είναι εξαιρετικά σημαντικό. Για χρόνια η χώρα λειτουργούσε με αντιφάσεις. Από τη μία ζητούσαμε ενεργειακή μετάβαση, επενδύσεις και φθηνότερο ρεύμα. Από την άλλη, κάθε νέα ανεμογεννήτρια προκαλούσε τοπική έκρηξη. Ζητούσαμε τουριστική ανάπτυξη, αλλά ταυτόχρονα καταγγέλλαμε τον υπερτουρισμό, την έλλειψη νερού, την πίεση στις υποδομές, τη στεγαστική κρίση και την αλλοίωση των νησιών. Κάποια στιγμή αυτές οι αντιφάσεις έπρεπε να συναντηθούν με την πραγματικότητα.
Τα νέα χωροταξικά επιχειρούν ακριβώς αυτό, να βάλουν κανόνες και περιορισμούς στα νέα έργα, δεδομένου ότι ήδη έχουμε πάρα πολλά, παραπάνω από όσα είχαμε σχεδιάσει ότι χρειαζόμαστε. Τα νέα φωτοβολταϊκά δεν θα μπορούν να υπερβαίνουν το 1,5% ανά περιφερειακή ενότητα. Τα αιολικά θα αναπτύσσονται μόνο σε περιοχές με ένταση του ανέμου μεγαλύτερη των 4 μέτρων/δευτερόλεπτο, αποκλείοντας τη μισή Ελλάδα και σε υψόμετρο άνω των 1.200 μέτρων. Αλλά θα μένουν εκτός και όλα τα νησιά που είναι μικρότερα των 300 τετραγωνικών χιλιομέτρων. Δηλαδή, πρακτικά, αιολικά στις Κυκλάδες πλην της Νάξου και της Ανδρου δεν θα μπορούν να υπάρξουν. Γενικά η φιλοσοφία που επικράτησε ήταν να μην «τσακώνομαι» για ανεμογεννήτριες κάπου όπου δεν φυσάει και εκεί όπου δεν τις θέλουν. Συνολικά και τα δύο χωροταξικά εισάγουν με τον τρόπο τους την έννοια της φέρουσας ικανότητας, γεγονός που προκαλεί την έντονη αντίδραση της αγοράς, ειδικά όσων τα επενδυτικά σχέδια ματαιώνονται.
Η μεγάλη, ωστόσο, εικόνα είναι άλλη. Η Ελλάδα μπορεί να αποκτήσει για πρώτη φορά ένα σταθερό πλαίσιο κανόνων σχετικά με τις χρήσεις γης, που να ισχύει για όλους. Αν η πολιτεία δείξει ότι αυτή τη φορά το εννοεί, τότε και οι αδικημένοι θα πειστούν για τη χρησιμότητα του νέου πλαισίου. Αν όχι, μπλέξαμε.

