Το αυξημένο κόστος απασχόλησης, η δυσκολία προσέλκυσης εξειδικευμένου προσωπικού και οι περιορισμένες μισθολογικές αυξήσεις συνθέτουν το βασικό τοπίο στην ελληνική αγορά εργασίας για το 2026, σύμφωνα με τη νέα έρευνα της Randstad για τις τάσεις στο HR και τις αμοιβές. Παρότι η πλειονότητα των επιχειρήσεων αναγνωρίζει ότι οι εργαζόμενοι διεκδικούν υψηλότερες αποδοχές και καλύτερη ποιότητα ζωής, οι περισσότερες εμφανίζονται επιφυλακτικές ως προς το ύψος των αυξήσεων, επικαλούμενες κυρίως την επιβάρυνση από το συνολικό κόστος εργασίας.
Ειδικότερα, το 52% των επιχειρήσεων θεωρεί ότι η μεγαλύτερη πρόκληση για τη φετινή χρονιά είναι το κόστος απασχόλησης, ποσοστό αυξημένο σε σχέση με το 45% του 2025. Το 43% εκτιμά ότι θα δυσκολευτεί να βελτιώσει την παραγωγικότητα και τις εσωτερικές διαδικασίες.
Την ίδια ώρα, το 72% δηλώνει ότι σχεδιάζει αυξήσεις μισθών μέσα στο 2026, ωστόσο οι περισσότερες επιχειρήσεις κινούνται συντηρητικά: το 52% προβλέπει αυξήσεις μόλις 1%-5%, ενώ μόλις το 17% εξετάζει αυξήσεις μεταξύ 6%-10%. Για εργαζομένους με έως 3 χρόνια προϋπηρεσίας (junior προφίλ), το 43% δήλωσε ότι προσφέρει 1.000-1.300 ευρώ μισθό (μεικτά) και το 29%, 800-1.000 ευρώ. Για middle senior προφίλ (3-5 χρόνια προϋπηρεσίας), το 36% των συμμετεχόντων προσφέρει 1.300-1.600 ή 1.601-2.000 ευρώ.
Η έρευνα καταγράφει και έντονο πρόβλημα στελέχωσης, καθώς το 65% αναφέρει δυσκολία στην προσέλκυση ταλέντων, με βασικά ζητούμενα την προσαρμοστικότητα, την ευελιξία και τις ψηφιακές δεξιότητες.
Οι υψηλές μισθολογικές απαιτήσεις των υποψηφίων αποτελούν επίσης σημαντικό εμπόδιο για το 68% των επιχειρήσεων, ενώ οι ελλείψεις σε εμπειρία και εξειδικευμένες γνώσεις συνεχίζουν να πιέζουν την αγορά εργασίας.
Παρά τις δυσκολίες, περισσότερες από τις μισές επιχειρήσεις δηλώνουν ότι θα αυξήσουν το προσωπικό τους μέσα στη χρονιά, κυρίως λόγω επιχειρηματικής ανάπτυξης. Οι περισσότερες νέες προσλήψεις αναμένονται στον τομέα των πωλήσεων, ενώ ιδιαίτερα αυξημένη ζήτηση καταγράφεται για μηχανικούς, όπως ηλεκτρολόγους, μηχανολόγους και αρχιτέκτονες.

