Οι πόλεμοι, οι διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα και οι κυβερνοεπιθέσεις συγκαταλέγονται στους μεγαλύτερους κινδύνους που αντιμετωπίζουν οι τράπεζες της Ευρωζώνης, και μολονότι γενικότερα εμφανίζονται ανθεκτικές έναντι των γεωπολιτικών κρίσεων, υπάρχουν ακόμη σημαντικά περιθώρια βελτίωσης στη διαχείρισή τους, όπως έδειξαν τα γεωπολιτικά stress tests στα οποία υποβλήθηκαν, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.
Σε αντίθεση με τα παραδοσιακά stress tests, όπου οι τράπεζες πρέπει να σχεδιάσουν τις αντιδράσεις τους σε ορισμένα σενάρια, η ΕΚΤ αυτή τη φορά ζήτησε από τις 110 τράπεζες που εποπτεύει να καταρτίσουν οι ίδιες τα σενάρια, και ειδικότερα γεωπολιτικά σενάρια, σε ένα λεγόμενο «αντίστροφο stress test», το οποίο θα μείωνε τον βασικό κεφαλαιακό δείκτη Common Equity Tier 1 (CET1) κατά 300 μονάδες βάσης.
Ο στόχος των 300 μονάδων βάσης επιλέχθηκε με σκοπό να αντικατοπτρίζει μια σημαντική μείωση κεφαλαίου σε επίπεδο συστήματος, σύμφωνα με τα ιστορικά επεισόδια κρίσης. Εχει παρατηρηθεί διάμεση επίδραση περίπου 225-250 μονάδων βάσης στις ευρωπαϊκές τράπεζες που έχουν βιώσει μείωση κεφαλαίου τα τελευταία 15 έως 20 χρόνια. Καλύπτει επομένως τόσο την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση όσο και την κρίση δημόσιου χρέους της Ζώνης του Ευρώ. Ως εκ τούτου, ο στόχος των 300 μονάδων βάσης μπορεί να θεωρηθεί μια συντηρητική αλλά όχι υπερβολικά αυστηρή μέτρηση, που ευθυγραμμίζεται σε γενικές γραμμές με τα ιστορικά επεισόδια που σχετίζονται με την κρίση, τα οποία αναμένεται να απεικονίζει ένα σενάριο δυσμενούς προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων.
Το ένα τέταρτο των 110 τραπεζών ανέφερε ρητά μια σύγκρουση στη Μέση Ανατολή μεταξύ των μεγαλύτερων κινδύνων.
Οι στρατιωτικές συγκρούσεις, οι διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα, συμπεριλαμβανομένων των διαταραχών στην παροχή ενέργειας, οι οικονομικές κυρώσεις, οι επιπτώσεις στη μακροοικονομική εμπιστοσύνη, η πολιτική αστάθεια και οι κυβερνοεπιθέσεις, ήταν τα γεγονότα τα οποία αναφέρθηκαν από την πλειονότητα των τραπεζών ως γεωπολιτικά σενάρια.
Σε όλα τα σενάρια, οι πιέσεις στον πιστωτικό κίνδυνο και στην κερδοφορία αποτελούν κοινά κανάλια μέσω των οποίων οι γεωπολιτικές πιέσεις μεταφράζονται σε κεφαλαιακές επιπτώσεις, σύμφωνα με τα stress tests. Οι ζημίες από δάνεια αποτελούν ένα σημαντικό κανάλι μετάδοσης, ενώ για τις τράπεζες με μεγάλα χαρτοφυλάκια συναλλαγών, οι μειώσεις στις προμήθειες και στα έσοδα από συναλλαγές συμβάλλουν επίσης στη διάβρωση του κεφαλαίου.
Ενώ οι θέσεις ρευστότητας των τραπεζών παρέμειναν γενικά πάνω από τις ελάχιστες ρυθμιστικές απαιτήσεις υπό τα διάφορα σενάρια, η ΕΚΤ δεν φάνηκε ικανοποιημένη με τον τρόπο που ορισμένες τράπεζες έκαναν τους υπολογισμούς τους. «Η άσκηση αποκάλυψε ασυνέπειες στον τρόπο με τον οποίο ορισμένες τράπεζες μετέτρεψαν τα σοκ σε επιπτώσεις στο κεφάλαιο και στη ρευστότητα», ανέφερε. Η κάθε τράπεζα θα λάβει από την ΕΚΤ ειδική αξιολόγηση της επίδοσής της στο stress test συμπεριλαμβανομένων βασικών παρατηρήσεων, ενώ θα ακολουθήσουν κατ’ ιδίαν συναντήσεις με τις διοικήσεις ώστε να συζητηθούν οι πιθανές περιοχές βελτίωσης.
Η ΕΚΤ επισήμανε, επίσης, ότι ορισμένες τράπεζες ενδέχεται να έχουν υποτιμήσει τους κινδύνους σε ξένο νόμισμα, προβάλλοντας περιορισμένη ή καθόλου μεταβλητότητα στις μετρήσεις ρευστότητας, κάτι που περιορίζει την ικανότητά τους να καταγράψουν τον κίνδυνο χρηματοδότησης. Αυτό μπορεί να είναι προβληματικό, καθώς προηγούμενα επεισόδια κρίσης υποδηλώνουν στενή σύνδεση μεταξύ της ρευστότητας και της χρηματοδότησης και των θέσεων φερεγγυότητας των τραπεζών, τόνισε η ΕΚΤ.
Το ένα τέταρτο των 110 τραπεζών ανέφερε ρητά μια σύγκρουση στη Μέση Ανατολή μεταξύ των μεγαλύτερων κινδύνων, ενώ άλλα κορυφαία σενάρια περιελάμβαναν κλιμάκωση του πολέμου στην Ουκρανία, επιδείνωση των εμπορικών δεσμών μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας και αυξανόμενες εντάσεις για την Ταϊβάν.
Οι τράπεζες υπέθεσαν ότι οι κίνδυνοι θα μεταδίδονταν μέσω της πραγματικής οικονομίας, ενώ οι χρηματοπιστωτικές αγορές θα αποτελούσαν ένα δευτερεύον, αν και κρίσιμο, κανάλι.
«Οι στρατιωτικές συγκρούσεις φαίνονται ιδιαίτερα επιζήμιες για τη γεωργία, τη στέγαση και τις υπηρεσίες εστίασης, ενώ οι μακροοικονομικές επιπτώσεις στην εμπιστοσύνη και οι κυβερνοεπιθέσεις έχουν ισχυρό αντίκτυπο στη μεταποίηση και στις μεταφορές», δήλωσε η ΕΚΤ. Παράλληλα, σημείωσε ότι τα σενάρια που απεικονίζουν διαταραχές του ενεργειακού εφοδιασμού φαίνεται να επηρεάζουν αρνητικά ένα ευρύ φάσμα τομέων.
Τα διάφορα σενάρια κινδύνων περιελάμβαναν, επίσης, μέτρα μετριασμού από τις διοικήσεις των τραπεζών, όπως η αύξηση κεφαλαίου, η πώληση δραστηριοτήτων και η μείωση μερισμάτων που θα διανείμουν. Αυτά τα μέτρα αντισταθμίζουν το 55% της απώλειας κεφαλαίου, ανέφερε η ΕΚΤ. Ειδικότερα, ο δείκτης CET1 μειώνεται στο 13,6% με την εφαρμογή μέτρων μετριασμού των επιπτώσεων, από 15,5% αρχικά, ενώ χωρίς αυτά ο δείκτης μειώνεται στο 12,1%. Η κεντρική τράπεζα πάντως εντόπισε περιπτώσεις όπου οι υποθέσεις φαίνονταν υπερβολικά αισιόδοξες, όπως η υπόθεση ότι τα χαρτοφυλάκια δανείων μπορούν να πωληθούν ή τα κεφάλαια μπορούν να αντληθούν σε φιλόδοξες τιμές υπό δυσμενείς συνθήκες αγοράς.

