Δέκα χρόνια μετά τη δημιουργία της τραπεζικής ένωσης, η Ευρώπη εξακολουθεί να διαθέτει ενιαίο εποπτικό πλαίσιο, αλλά όχι πραγματικά ενιαία τραπεζική αγορά. Παρά τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό και τους κοινούς κανόνες, οι εθνικές αρχές εξακολουθούν να κρατούν «κλειδωμένα» κεφάλαια και ρευστότητα μέσα στα σύνορά τους, περιορίζοντας τις συνέργειες των διασυνοριακών τραπεζικών ομίλων.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις της ΕΚΤ, περίπου 230 δισ. ευρώ υψηλής ποιότητας ρευστών περιουσιακών στοιχείων παραμένουν δεσμευμένα στις διασυνοριακές θυγατρικές προκειμένου να καλύπτουν αυτόνομα τις εποπτικές απαιτήσεις ρευστότητας, ενώ άλλες θυγατρικές διατηρούν επιπλέον περίπου 150 δισ. ευρώ πλεονάζουσας ρευστότητας, η οποία επίσης δεν μπορεί να αξιοποιηθεί ελεύθερα λόγω εποπτικών, κεφαλαιακών ή λειτουργικών περιορισμών.
Αυτό επισημαίνει η Morningstar DBRS σε ανάλυσή της, υποστηρίζοντας ότι ο κατακερματισμός της ευρωπαϊκής τραπεζικής αγοράς δεν αποτελεί πλέον ένα θεωρητικό ή θεσμικό ζήτημα, αλλά συνεπάγεται σημαντικό οικονομικό κόστος, καθώς περιορίζει την αποτελεσματική διαχείριση κεφαλαίων και ρευστότητας από τους διασυνοριακούς τραπεζικούς ομίλους.
Οι κανόνες της Ευρωπαϊκής Ενωσης επιτρέπουν, υπό προϋποθέσεις, το κεφάλαιο και η ρευστότητα να αντιμετωπίζονται σε επίπεδο τραπεζικού ομίλου και όχι ξεχωριστά για κάθε θυγατρική. Στην πράξη, όμως, αυτό συμβαίνει εξαιρετικά σπάνια. Οπως εξηγεί η DBRS, οι εθνικές εποπτικές αρχές διστάζουν να επιτρέψουν τη μεταφορά ρευστότητας από μία χώρα σε άλλη, καθώς δεν έχουν τη βεβαιότητα ότι σε περίπτωση κρίσης οι πόροι αυτοί θα επιστρέψουν έγκαιρα για να στηρίξουν τη θυγατρική που εποπτεύουν.
Είναι χαρακτηριστικό ότι από την ίδρυση του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού (SSM) έχει εγκριθεί μόλις μία εξαίρεση από την υποχρέωση διατήρησης ρευστότητας σε επίπεδο θυγατρικής, γεγονός που αποτυπώνει πόσο περιορισμένη παραμένει στην πράξη η δυνατότητα ελεύθερης διακίνησης κεφαλαίων και ρευστότητας εντός των ευρωπαϊκών τραπεζικών ομίλων. Αυτός είναι και ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους οι διασυνοριακές συγχωνεύσεις τραπεζών στην Ευρώπη παραμένουν περιορισμένες. Οταν μια τράπεζα δεν μπορεί να διαχειριστεί ελεύθερα το κεφάλαιο και τη ρευστότητά της σε όλες τις χώρες όπου δραστηριοποιείται, ένα σημαντικό μέρος των συνεργειών που θα προέκυπταν από μια εξαγορά ουσιαστικά εξανεμίζεται.
Σύμφωνα με την DBRS, ο κατακερματισμός εξακολουθεί να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο οι ευρωπαϊκοί τραπεζικοί όμιλοι κατανέμουν κεφάλαια και ρευστότητα. Εκτός από τους εποπτικούς περιορισμούς, εμπόδιο αποτελούν και οι διαφορές στα εθνικά νομικά πλαίσια –από το πτωχευτικό και εταιρικό δίκαιο έως τη φορολογία και την προστασία των καταναλωτών– που αυξάνουν το κόστος και την αβεβαιότητα στις διασυνοριακές δραστηριότητες. Παράλληλα, όσο η εγγύηση των καταθέσεων και η διαχείριση των τραπεζικών κρίσεων παραμένουν κυρίως εθνική υπόθεση, οι εποπτικές αρχές έχουν ισχυρό κίνητρο να διατηρούν κεφάλαια και ρευστότητα εντός των συνόρων τους.
Ο διεθνής οίκος υποστηρίζει ότι η ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης προϋποθέτει περισσότερους κοινούς ευρωπαϊκούς μηχανισμούς και, κυρίως, μεγαλύτερη εμπιστοσύνη μεταξύ των κρατών-μελών. Προτείνει την ολοκλήρωση του Ευρωπαϊκού Συστήματος Ασφάλισης Καταθέσεων (EDIS), την ενίσχυση του πλαισίου εξυγίανσης και του κοινού δημοσιονομικού μηχανισμού στήριξης, καθώς και μεγαλύτερη εναρμόνιση των εθνικών νομικών πλαισίων. Μόνο έτσι, σημειώνει, οι ευρωπαϊκές τράπεζες θα μπορούν να λειτουργούν ως πραγματικά πανευρωπαϊκοί όμιλοι και όχι ως ένα σύνολο εθνικών θυγατρικών.

