Ο πόλεμος στο Ιράν μπορεί να ξεκίνησε ως εκστρατεία για τον περιορισμό των πυρηνικών του Ιράν και την αποδυνάμωση των τρομοκρατικών δικτύων, αλλά πλέον έχει μετατραπεί σε διαμάχη για τον έλεγχο μιας από τις σημαντικότερες εμπορικές οδούς του κόσμου.
Εάν η σύγκρουση αφήσει το Ορμούζ υπό τον μόνιμο έλεγχο του Ιράν –ή των Ηνωμένων Πολιτειών– αυτό θα μπορούσε να σηματοδοτήσει την αρχή του τέλους της ελεύθερης διέλευσης διά θαλάσσης, μια συνθήκη που αποτελεί τη βάση του παγκόσμιου εμπορίου εδώ και αιώνες.
«Αυτό θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα επικίνδυνο προηγούμενο και να καταστήσει το διεθνές θαλάσσιο εμπόριο πολύ πιο ακριβό, ένα κόστος που τελικά θα μετακυλιστεί στους τελικούς καταναλωτές», τόνισε στο CNN ανώτερος αναλυτής της εταιρείας συμβούλων Rystad Energy.
Μετά την έναρξη των επιθέσεων υπό την ηγεσία των ΗΠΑ και του Ισραήλ στις 28 Φεβρουαρίου, το Ιράν προχώρησε σχεδόν αμέσως σε αποκλεισμό των Στενών του Ορμούζ, προκαλώντας τη μεγαλύτερη κρίση εφοδιασμού πετρελαίου στην ιστορία. Εκτοτε, η Τεχεράνη αγωνίζεται σκληρά για να διατηρήσει τον έλεγχο των Στενών ως νέο μέσο πίεσης επί της παγκόσμιας οικονομίας. Τα πλοία που επιθυμούν να διέλθουν από τα Στενά πρέπει είτε να συνεργαστούν με τη νεοσύστατη Αρχή των Στενών του Περσικού Κόλπου (PGSA) του Ιράν, κάτι που μπορεί να συνεπάγεται υψηλά τέλη, είτε να διακινδυνεύσουν να δεχθούν πυρά από τις ένοπλες δυνάμεις του Ιράν, το Σώμα των Φρουρών της Επανάστασης.
Αν και τα τέλη ανεστάλησαν προσωρινά όταν το Ιράν υπέγραψε μνημόνιο συνεργασίας (MOU) διάρκειας 60 ημερών με τις Ηνωμένες Πολιτείες στις 18 Ιουνίου, ο έλεγχος του Ιράν επί των διελεύσεων μέσω της PGSA δεν έχει σταματήσει. Αντιθέτως, το Ιράν εκμεταλλεύτηκε μια συγκεκριμένη ρήτρα του μνημονίου συνεργασίας, η οποία καλεί την Τεχεράνη να «λάβει μέτρα… για την ασφαλή διέλευση εμπορικών πλοίων», προκειμένου να νομιμοποιήσει και να εδραιώσει τον έλεγχό του επί του Ορμούζ. Το Ιράν ισχυρίστηκε την Τρίτη ότι περισσότερα από 200 μη ιρανικά πλοία συντονίστηκαν με την PGSA τις τρεις πρώτες εβδομάδες μετά την υπογραφή του μνημονίου συνεργασίας.
Η κυβέρνηση Τραμπ, εν τω μεταξύ, θεωρούσε ότι η ρήτρα σήμαινε πως τα πλοία θα ήταν ελεύθερα να διέρχονται από τα Στενά χωρίς περιορισμούς κατά τη διάρκεια της περιόδου των 60 ημερών. Οι διελεύσεις σίγουρα αυξήθηκαν, με περίπου 70 πλοία την ημέρα να διέρχονται από τα Στενά κατά την περίοδο αιχμής μετά τη σύναψη του μνημονίου συνεργασίας, αριθμός που αντιστοιχούσε περίπου στο μισό του αριθμού που διέρχονταν σε οποιαδήποτε δεδομένη ημέρα πριν από τον πόλεμο. Ωστόσο, η αναζωπύρωση των εντάσεων έχει περιορίσει τις διελεύσεις στο ελάχιστο – λίγο πάνω από δέκα την Κυριακή.
Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ ακολούθησε για λίγο το παράδειγμα του Ιράν, δηλώνοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα επέβαλλαν στα εμπορικά πλοία που διέρχονταν από το Ορμούζ τέλος 20% για τις προσπάθειες των ΗΠΑ να προστατεύσουν τη θαλάσσια οδό – μια απειλή από την οποία υπαναχώρησε λιγότερο από 24 ώρες αφότου τη δημοσίευσε στα κοινωνικά δίκτυα. Αυτό θα ισοδυναμούσε με περίπου 27 εκατ. δολάρια ανά ταξίδι για ένα πολύ μεγάλο πετρελαιοφόρο, σύμφωνα με την ένωση ναυτιλιακών εταιρειών BIMCO.
Η εμπορευματοποίηση του Ορμούζ θα μπορούσε να δημιουργήσει προηγούμενο για άλλα παγκόσμια θαλάσσια στρατηγικά σημεία.
Παρά το παράλογο ύψος του τέλους, η απειλή του Αμερικανού προέδρου νομιμοποίησε τις ενέργειες του Ιράν – κάτι που το καθεστώς έσπευσε να επισημάνει, με σαρκασμό, στα κοινωνικά δίκτυα.
Το Ιράν, από την πλευρά του, έχει δηλώσει ότι το ποσοστό που ζητάει ο Τραμπ είναι υπερβολικά υψηλό. «Το 20% είναι φυσικά υπερβολικό», έγραψε ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγκτσί στο «X» τη Δευτέρα. «Θα είμαστε δίκαιοι», πρόσθεσε.
Το κόστος από μια πιθανή επιβολή διοδίων αποτελεί πηγή ανησυχίας, αλλά όχι την κύρια. Σύμφωνα με πληροφορίες, το Ιράν χρέωνε στα πετρελαιοφόρα 1 έως 2 δολάρια ανά βαρέλι επί του πλοίου, εισπράττοντας περίπου 2 εκατ. δολάρια ανά πολύ μεγάλο δεξαμενόπλοιο μεταφοράς αργού πετρελαίου (VLCC).
Ωστόσο, ακόμη και αν οι ναυτιλιακές εταιρείες ήταν πρόθυμες να πληρώσουν, οι ασφαλιστές θα αρνούνταν να παρέχουν κάλυψη σε πλοία που πραγματοποιούν πληρωμές σε οντότητες που υπόκεινται σε κυρώσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται αρκετοί βασικοί ιρανικοί φορείς.
«Αν τα διόδια ενέχουν κίνδυνο κυρώσεων, οι ασφαλιστές θα μπορούσαν απλά να σταματήσουν να παρέχουν κάλυψη», δήλωσε ο Νάιτζελ Γκριν, διευθύνων σύμβουλος του κολοσσού χρηματοοικονομικών συμβουλών deVere Group.
Ακόμη και αν μια τρίτη χώρα, όπως το Ομάν, εισέπραττε τα τέλη, τα διόδια θα συνιστούσαν πιθανότατα παραβίαση του διεθνούς ναυτικού δικαίου, συμπεριλαμβανομένης της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS), επιτρέποντας στις ασφαλιστικές εταιρείες να απορρίψουν τα ταξίδια ή να καταγγείλουν την ασφαλιστική κάλυψη.
Υπάρχει επίσης μια ευρύτερη ανησυχία: ότι η εμπορευματοποίηση του Ορμούζ θα μπορούσε να δημιουργήσει προηγούμενο για άλλα παγκόσμια στρατηγικά σημεία, ενθαρρύνοντας χώρες όπως η Ινδονησία, η Σιγκαπούρη, η Κίνα, η Ταϊβάν και το Ηνωμένο Βασίλειο να χρησιμοποιήσουν τη γεωγραφική τους θέση ως όπλο.

