Μια συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν για τη λήξη του πολέμου, ακόμη κι αν πράγματι τηρηθεί από τις δύο πλευρές και οδηγήσει σε άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ, δεν σημαίνει ότι θα αποτρέψει την περαιτέρω αύξηση των επιτοκίων στην Ευρωζώνη. Αυτό προειδοποιούν οι αξιωματούχοι της ΕΚΤ, με την ίδια την πρόεδρο Κριστίν Λαγκάρντ να επισημαίνει ότι έχει ήδη προκληθεί έντονο οικονομικό χάος και ότι δεν αλλάζει το σκεπτικό της απόφασης της περασμένης εβδομάδας για νομισματική σύσφιγξη.
«Το υψηλότερο κόστος ενέργειας είναι πιθανό να παραμείνει μαζί μας περισσότερο απ’ όσο ελπίζαμε», είπε χαρακτηριστικά ο Πέτερ Κάζιμιρ, μέλος του εκτελεστικού συμβουλίου της ΕΚΤ. «Η ζημιά στη Μέση Ανατολή δεν μπορεί να διορθωθεί σε μια νύχτα», συμπλήρωσε.
Ακόμη κι αν η συμφωνία οδηγήσει σε μικρότερη κλιμάκωση του πληθωρισμού στην Ευρωζώνη, βασικός προβληματισμός παραμένει ο χρόνος ανάκτησης της δυναμικότητας παραγωγής, της επιδιόρθωσης των υποδομών στη Μέση Ανατολή και της επανεκκίνησης της ναυσιπλοΐας στον Κόλπο. Στο μεταξύ, λόγω των προσπαθειών αναπλήρωσης των αποθεμάτων διεθνώς, οι τιμές του πετρελαίου θα παραμείνουν σε σχετικά υψηλά επίπεδα.
Για την Ευρωζώνη ο κίνδυνος είναι οι επιχειρήσεις και οι εργαζόμενοι να αντιδράσουν με ανατιμήσεις και αιτήματα για αυξήσεις μισθών, συντηρώντας τον πληθωρισμό πολύ υψηλότερα από τον στόχο του 2%. Οι αναλυτές αναμένουν περαιτέρω κινήσεις στη νομισματική πολιτική, ενώ οι traders στοιχηματίζουν για τουλάχιστον μία ακόμη αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης, φέρνοντας το βασικό επιτόκιο διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων στο 2,5%, σημειώνει το Bloomberg.
Ουσιαστικά, μια οριστική και βιώσιμη συμφωνία θα μειώσει μεν την πίεση στην ΕΚΤ, αλλά δεν θα βγάλει εντελώς από το τραπέζι το σενάριο της σύσφιγξης. Ο Γκεντιμίνας Σίμκους, κεντρικός τραπεζίτης της Λιθουανίας, σημείωσε αυτή την εβδομάδα ότι «η μετακύλιση της αύξησης των τιμών ενέργειας και άλλων πρώτων υλών έχει ήδη συμβεί» και ότι σε αυτό το τοπίο είναι πιθανότερο να υπάρξει νέα αύξηση των επιτοκίων, παρά να παραμείνουν αμετάβλητα.
Στο μεταξύ, ο επικεφαλής της Τράπεζας της Πορτογαλίας, Αλβάρο Σάντος Περέιρα, υποστήριξε ότι θα χρειαστεί χρόνος για να επανέλθει η ισορροπία στην αγορά ενέργειας. Από την πλευρά του, ο Μάρτιν Κάζακς της Λετονίας είπε ότι υπάρχει τάση διαδοχικών κλυδωνισμών, δηλαδή ο ένας ακολουθεί τον άλλον, και συνεπώς «το τρέχον σοκ δεν έχει ακόμη ολοκληρώσει τον κύκλο των επιπτώσεών του». Ο πρόεδρος της Bundesbank, Χοακίμ Νάγκελ, επισήμανε ότι η σταδιακή απόσυρση των δημοσιονομικών μέτρων στήριξης για το ενεργειακό κόστος ενδέχεται να στηρίξει τον πληθωρισμό τους επόμενους μήνες.
Μια οριστική και βιώσιμη συμφωνία θα μειώσει μεν την πίεση στην ΕΚΤ, αλλά δεν θα βγάλει εντελώς από το τραπέζι το σενάριο νομισματικής σύσφιγξης.
«Το τέλος της σύγκρουσης δεν σημαίνει αυτομάτως και το τέλος του σοκ», δήλωσε ο Γκάμπριελ Μαχλούφ, επίσης μέλος του εκτελεστικού συμβουλίου της ΕΚΤ, προσθέτοντας ότι «παραμένει αβέβαιο πόσο γρήγορα θα ομαλοποιηθούν οι εφοδιαστικές αλυσίδες και θα αποκλιμακωθούν ή θα προσαρμοστούν οι τιμές της ενέργειας».
Σημειώνεται ότι το πετρέλαιο υποχώρησε κάτω από τα 80 δολάρια το βαρέλι από περίπου 110 στην κορύφωση του πολέμου. Οι τιμές εξακολουθούν βέβαια να είναι υψηλότερες σε σύγκριση με την αρχή του έτους.
Ο επικεφαλής οικονομολόγος της ΕΚΤ, Φίλιπ Λέιν, προειδοποίησε ότι ακόμη κι αν επανέλθουν πιο κοντά στα αρχικά επίπεδα, ίσως αυτό να μην αρκεί για να αναχαιτίσει την αύξηση των πληθωριστικών πιέσεων. «Τέσσερις μήνες αυξημένων τιμών ενέργειας σημαίνουν ότι με βάση τις ενδείξεις που έχουμε για την πορεία του πληθωρισμού, θα διαμορφωθεί πάνω από το 3%», δήλωσε. «Θα υπάρξουν έμμεσες επιπτώσεις στις τιμές των τροφίμων, των αγαθών και των υπηρεσιών φέτος και κατά το επόμενο έτος», τόνισε ο Λέιν.
Αν και το βασικό σενάριο της ΕΚΤ προβλέπει ότι ο πληθωρισμός θα επιστρέψει στον στόχο του 2% το 2028, ο δείκτης στον οποίο επικεντρώνεται ο Λέιν για το πόσο επηρεάζουν οι πληθωριστικές πιέσεις τους καταναλωτές, δηλαδή ο δείκτης που εξαιρεί την ενέργεια αλλά περιλαμβάνει τα τρόφιμα, εκτιμάται ότι θα παραμείνει πάνω από το επιθυμητό επίπεδο τουλάχιστον μέχρι το 2028.
Πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι ο κεντρικός τραπεζίτης της Γαλλίας, Εμανουέλ Μουλέν, ζήτησε από τους συναδέλφους του να μην προτρέχουν και να μη δεσμεύονται από τώρα. «Η απόφαση για την αύξηση των επιτοκίων ελήφθη ομόφωνα, ωστόσο υπήρξε κοινή πεποίθηση ότι η κίνηση αυτή δεν προαναγγέλλει την έναρξη ενός νέου κύκλου σύσφιγξης της νομισματικής πολιτικής», ανέφερε σε συνέντευξή του στη Les Echos.
Η Κριστίν Λαγκάρντ υπογράμμισε ότι οι συζητήσεις για συμφωνία στο Ιράν δεν θα αποσπάσουν την προσοχή της. «Αν η είδηση αυτή επιβεβαιωθεί από τις εξελίξεις των επόμενων ημερών και από την υπογραφή ενός μνημονίου κατανόησης, τότε πρόκειται για θετική εξέλιξη», δήλωσε στο γαλλικό ραδιόφωνο. «Ωστόσο, αν ο πληθωρισμός αναζωπυρωθεί, πρέπει να τον καταπολεμήσω, διότι αν ξεφύγει από τον έλεγχο θα είναι πολύ πιο δύσκολο και δαπανηρό να επανέλθει σε ελεγχόμενα επίπεδα. Μια κατάσταση επίμονα υψηλού πληθωρισμού είναι απαράδεκτη», τόνισε.

