Για πρώτη φορά μετά σχεδόν τρία χρόνια η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αναμένεται να αυξήσει το επιτόκιο αναφοράς στη σημερινή συνεδρίασή της. Αν πράγματι επιβεβαιωθούν οι προβλέψεις, θα πρόκειται για μία από τις πρώτες κεντρικές τράπεζες στον κόσμο που προχωράει σε σύσφιγξη της πολιτικής μετά την εκτίναξη των τιμών ενέργειας και το ξέσπασμα του πολέμου στη Μέση Ανατολή.
Οι οικονομολόγοι πιστεύουν ότι θα ακολουθήσουν κι άλλες αυξήσεις, ενδεχομένως επιπλέον δύο, φέρνοντας το επιτόκιο αναφοράς έως το 2,75% από 2%. Στην καθιερωμένη συνέντευξη Τύπου μετά την απόφαση, τα βλέμματα θα είναι στραμμένα στην κατεύθυνση που θα δώσει για το μέλλον η πρόεδρος της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ. Είναι βέβαια πιθανό, απλώς, να τονίσει το υψηλό επίπεδο αβεβαιότητας στο πεδίο του πληθωρισμού όσο διαρκεί ο πόλεμος, χωρίς να δεσμευτεί για τα επόμενα βήματα.
Οι επόμενες συνεδριάσεις της Fed και της Τράπεζας της Αγγλίας θα λάβουν χώρα σε λίγες ημέρες, αλλά δεν αναμένεται να καταλήξουν σε αυξήσεις επιτοκίων. Αντιθέτως, η Κεντρική Τράπεζα της Ιαπωνίας προβλέπεται να προχωρήσει σε αύξηση στις 16 Ιουνίου.
Η ανησυχία των αξιωματούχων στις κεντρικές τράπεζες είναι ότι η άνοδος των τιμών ενέργειας θα προκαλέσει δευτερογενείς επιπτώσεις, ενδεχομένως υπό τη μορφή αιτημάτων για μεγάλες αυξήσεις μισθών, που οδηγούν ύστερα τις επιχειρήσεις σε νέες ανατιμήσεις. Μέχρι στιγμής, πάντως, δεν υπάρχουν τέτοιες ενδείξεις, δεδομένου ότι οι συμφωνίες για μισθούς στην Ευρωζώνη έχουν σε μεγάλο βαθμό κλείσει από την αρχή του έτους.
Η ΕΚΤ, όμως, έχει αφήσει να εννοηθεί ότι έχουν δημιουργηθεί οι συνθήκες για μία αύξηση επιτοκίων, ώστε να καταστεί σαφές σε επιχειρήσεις και εργαζομένους ότι δεν θα αφήσει τον πληθωρισμό να εκτροχιαστεί, όπως συνέβη το 2022. Οι αξιωματούχοι ανησυχούν ότι αν περιμένουν για περαιτέρω ενδείξεις στον επόμενο γύρο δημοσίευσης των κρίσιμων στοιχείων, θα είναι πια πολύ αργά για τη συγκράτηση του πληθωρισμού.
Οι οικονομολόγοι «βλέπουν» ακόμη δύο αυξήσεις, αν και όλα θα εξαρτηθούν από τη διάρκεια του πολέμου στη Μέση Ανατολή.
Η ΕΚΤ θα δημοσιεύσει επίσης νέες οικονομικές προβλέψεις, στις οποίες είναι πιθανό να αποτυπώνονται προσδοκίες για υψηλότερο πληθωρισμό και ασθενέστερη ανάπτυξη.
Ο πληθωρισμός ενισχύθηκε στο 3,2% τον Μάιο από 1,9% τον Φεβρουάριο, αλλά το μεγαλύτερο μέρος της αύξησης αποδόθηκε στην άνοδο των τιμών ενέργειας ή των υπηρεσιών που επηρεάζονται από τα καύσιμα, όπως οι αεροπορικές.
Η εκτίναξη, βεβαίως, του ενεργειακού κόστους μπορεί να αποδυναμώσει την καταναλωτική ζήτηση για άλλα αγαθά και υπηρεσίες, περιορίζοντας την άνοδο του γενικού δείκτη πληθωρισμού. Ενδεικτικά, οι λιανικές πωλήσεις υποχώρησαν τον Απρίλιο, καθώς εξασθένησε η καταναλωτική εμπιστοσύνη. Στο μεταξύ, οι επιχειρηματικές έρευνες δείχνουν πιθανή συρρίκνωση της δραστηριότητας το δεύτερο τρίμηνο. Τα στοιχεία της Eurostat από την περασμένη Παρασκευή έδειξαν ήδη συρρίκνωση κατά το πρώτο τρίμηνο του έτους.
Συνεπώς, οι αξιωματούχοι ίσως δυσκολευτούν να συμφωνήσουν σε δεύτερη αύξηση επιτοκίων. «Για τον Ιούνιο φαίνεται να υπάρχει ευρεία συναίνεση ότι δικαιολογείται μια αύξηση των επιτοκίων», δήλωσε στη WSJ ο Σάιμον Γουέλς, οικονομολόγος της HSBC. «Από εκεί και πέρα η συζήτηση ενδέχεται να γίνει πιο έντονη. Οι ανησυχίες για την οικονομική ανάπτυξη αυξάνονται», τόνισε.
Οι εξελίξεις θα εξαρτηθούν σε μεγάλο βαθμό από τη διάρκεια του μπλόκου στα Στενά του Ορμούζ και πόσο ακόμη θα αυξηθούν οι τιμές ενέργειας.
Οι περισσότεροι οικονομολόγοι, πάντως, αναμένουν δύο αυξήσεις επιτοκίων φέτος, σε αντίθεση με τις δέκα κινήσεις που είχαν γίνει από τον Ιούλιο του 2022 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2023. «Θα ήταν εξαιρετικά ασυνήθιστο για την ΕΚΤ να προχωρήσει σε μία μόνο αύξηση επιτοκίων και θα υπήρχε ο κίνδυνος αυτή να εκληφθεί ως μια συμβολική κίνηση, παρά ως μια ουσιαστική απάντηση στις πληθωριστικές πιέσεις», σύμφωνα με τον Τζακ Αλεν – Ρέινολντς, οικονομολόγο της Capital Economics.

