Η απόφαση αποχώρησης των ΗΑΕ από τον ΟΠΕΚ, με ισχύ από την 1η Μαΐου 2026, έπεσε ως κεραυνός εν αιθρία σε μια περίοδο πρωτοφανών αναταράξεων για το παγκόσμιο ενεργειακό σύστημα, αλλά και το επίκεντρο ισχύος του πλέον επιτυχημένου καρτέλ της σύγχρονης ιστορίας.
Η αποχώρηση των ΗΑΕ ύστερα από 60 και πλέον χρόνια συμμετοχής αποτελεί από κάθε άποψη βαρύ πλήγμα για τον οργανισμό. Αποτελεί την πλέον ηχηρή και ουσιαστική αποχώρηση στην ιστορία του ΟΠΕΚ από συστάσεώς του το 1960, αν και μετά το 2016 ο Οργανισμός έχει δει την αποχώρηση 4 ιστορικών μελών του (Ινδονησία 2016, Κατάρ 2019, Εκουαδόρ 2020, Ανγκόλα 2023). Τα ΗΑΕ ελέγχουν περίπου το 6,4% των παγκοσμίων αποθεμάτων πετρελαίου, που αναλογεί σε 113 δισ. βαρέλια ή περίπου το 10% του 1,24 τρισ. βαρελιών που βρίσκονται υπό τον έλεγχο του καρτέλ. Είναι ο 4ος μεγαλύτερος παραγωγός του καρτέλ –σχεδόν ισότιμο με το Ιράν– παράγοντας 3,64 εκατομμύρια βαρέλια/ημέρα (εκβ/η). Ελέγχει τη δεύτερη μεγαλύτερη πλεονασματική παραγωγική ικανότητα του ΟΠΕΚ μετά τη Σαουδική Αραβία, καθώς μπορεί μέσα σε 90 ημέρες να παραγάγει και να κρατήσει στον αυξημένο ρυθμό παραγωγής 4,3 εκβ/η έχοντας ανακοινώσει πλάνα αύξησης της συνολικής παραγωγικής του δυνατότητας στα 5 εκβ/η έως το 2030.
Αν και τα ΗΑΕ ακολουθούσαν πάντοτε μια πιο φιλική προς τις ξένες πετρελαϊκές εταιρείες στάση συγκριτικά με τους άλλους θεμελιώδεις παίκτες του αραβικού τμήματος του Κόλπου (Σαουδική Αραβία, Ιράν, Κουβέιτ), ουδείς περίμενε ότι αυτά θα αποχωρούσαν. Ενας παράγοντας που διευκόλυνε την έξοδό τους ήταν το οικονομικό θαύμα του Ντουμπάι, η οικονομική διαφοροποίηση της χώρας πέραν του τομέα υδρογονανθράκων, που αναλογούν πλέον μόλις στο 30% του ομοσπονδιακού ΑΕΠ και στο 13% των κρατικών εσόδων, αν και τα δεδομένα είναι διαφορετικά για το Αμπου Ντάμπι, όπου άλλωστε βρίσκεται το 96% όλων των αποθεμάτων της χώρας.
Τα σύννεφα στις σχέσεις ΗΑΕ – Σαουδικής Αραβίας πύκνωναν εδώ και μήνες και έφτασαν στη δική τους μικρή καταιγίδα λόγω της απόκλισης συμφερόντων στους εμφύλιους πολέμους που μαστίζουν την Υεμένη και το Σουδάν, ενώ το Αμπου Ντάμπι παραπονιόταν εδώ και χρόνια για την ανοχή που επεδείκνυε συλλογικά ο ΟΠΕΚ και ειδικότερα η Σαουδική Αραβία στα τρία κράτη-μέλη του καρτέλ, δηλαδή το Ιράν, το Λιβύη και τη Βενεζουέλα, που είχαν εξαιρεθεί από την υποχρέωση συμμετοχής στις συλλογικές μειώσεις της παραγωγής του Οργανισμού λόγω των ειδικών πολιτικών συνθηκών που αντιμετώπιζαν, δηλαδή –κατά κύριο λόγο– τη στοχοποίησή τους από αμερικανικές οικονομικές κυρώσεις. Τα Εμιράτα πάντοτε πίεζαν τη Σαουδική Αραβία να ακολουθήσει μια πιο αυστηρή στάση έναντι του Ιράν, κάτι που η ίδια απέφευγε, καθώς εκτιμούσε ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να οδηγήσει στην έξοδο του Ιράν από τον ΟΠΕΚ, ενός ιδρυτικού μέλους με κοιτάσματα και παραγωγική δυνατότητα μεγαλύτερα των ΗΑΕ, αν και μετά το 1979 η Τεχεράνη σπάνια ξεπερνούσε τα ΗΑΕ στην παραγωγή. Το σημαντικότερο πεδίο τριβής με το Ριάντ, ωστόσο, ήταν η απόφασή του να καταστήσει τη Ρωσία de facto μέλος του καρτέλ μετά το 2016 –όταν η Ρωσία έγινε επισήμως παρατηρητής– σε μια προσπάθεια να συγκρατήσει σχετικά υψηλά τις τιμές ακόμη και εις βάρος της πίεσης πολλών μελών του ΟΠΕΚ ώστε να κάνει το ακριβώς αντίθετο. Το Ριάντ βρήκε στη Ρωσία έναν ισχυρό και ικανό σύμμαχο κατά της πίεσης που ασκούσε η εκτόξευση της μη συμβατικής παραγωγής πετρελαίου από τις ΗΠΑ και τον Καναδά. Τα ΗΑΕ επεδίωκαν την αύξηση της παραγωγής τους προς μεγιστοποίηση των αγοραστικών τους μεριδίων, κάτι που ούτως ή άλλως πρέπει να κάνουν για να καλύψουν τη ζημία του τρίτου πολέμου του Κόλπου στην οικονομία τους και να προσπαθήσουν να κρατήσουν όριο το Ντουμπάι.
* Ο δρ Θεόδωρος Τσακίρης είναι διευθυντής Διεθνών Σχέσεων του ΑΔΜΗΕ Α.Ε. και καθηγητής Γεωπολιτικής και Ενεργειακής Πολιτικής του Πανεπιστημίου Λευκωσίας.

