Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα αποχώρησαν από τον ΟΠΕΚ, προκαλώντας ισχυρό πλήγμα στον οργανισμό, εν μέσω του παγκόσμιου ενεργειακού σοκ που έχει προκαλέσει ο πόλεμος με το Ιράν.
Η αιφνιδιαστική αποχώρηση των ΗΑΕ, ενός ιστορικού μέλους του ΟΠΕΚ, ενδέχεται να δημιουργήσει αναταραχή και να αποδυναμώσει τον οργανισμό, ο οποίος μέχρι σήμερα επιχειρούσε να διατηρεί ενιαίο μέτωπο παρά τις εσωτερικές διαφωνίες για γεωπολιτικά ζητήματα και ποσοστώσεις παραγωγής.
Οι χώρες του Κόλπου που συμμετέχουν στον ΟΠΕΚ αντιμετωπίζουν ήδη δυσκολίες στη μεταφορά πετρελαίου μέσω των Στενών του Ορμούζ λόγω των ιρανικών απειλών και επιθέσεων κατά πλοίων.
Τα ΗΑΕ εντάχθηκαν στον ΟΠΕΚ το 1967 μέσω του Εμιράτου του Αμπου Ντάμπι και παρέμειναν μέλος μετά την ίδρυση της ομοσπονδίας το 1971. Η αποχώρηση τίθεται σε ισχύ την Παρασκευή 1η Μαΐου.

Ωστόσο, η έξοδος των ΗΑΕ από τον ΟΠΕΚ και τη συμμαχία ΟΠΕΚ+ θεωρείται σημαντική «νίκη» για τον Τραμπ, ο οποίος έχει κατηγορήσει τον οργανισμό ότι «εκμεταλλεύεται τον υπόλοιπο κόσμο» μέσω υψηλών τιμών πετρελαίου.
Η τιμή του μπρεντ έχει φτάσει έως και τα 119,50 δολάρια το βαρέλι μετά την έναρξη του πολέμου με το Ιράν, ενώ την Τρίτη κατέγραψε άνοδο 3,4%, φθάνοντας τα 111,67 δολάρια.
Οι αντιδράσεις των αναλυτών
Η απόφαση των ΗΑΕ, η οποία προκαλεί ισχυρό πλήγμα στις πετρελαιοπαραγωγές χώρες, βρίσκεται στο επίκεντρο των αναλυτών.
⇒ Γκάρι Ρος, CEO της Black Gold Investors και βετεράνος αναλυτής του ΟΠΕΚ
«Τα ΗΑΕ αγνοούν τις ποσοστώσεις εδώ και χρόνια και ακολουθούν πολιτική σχεδόν μέγιστης παραγωγής. Η Σαουδική Αραβία ήταν ουσιαστικά ο ΟΠΕΚ, καθώς ήταν η μοναδική χώρα με πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα. Είναι θετικό ότι συμμετέχει και η Ρωσία, περιορίζοντας κάπως την ανάπτυξη της προσφοράς».
⇒ Μάικλ Μπράουν, ανώτερος στρατηγικός αναλυτής της Pepperstone
«Αναμφίβολα πρόκειται για σημαντικό γεγονός για την παγκόσμια ενεργειακή αγορά, ωστόσο οι άμεσες επιπτώσεις πιθανότατα θα είναι περιορισμένες. Καθώς η σύγκρουση ΗΠΑ – Ιράν συνεχίζεται και τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν κλειστά, το βασικό πρόβλημα για την αγορά πετρελαίου δεν είναι η παραγωγή αλλά η μεταφορά εκεί όπου χρειάζεται. Η σημερινή ανακοίνωση δεν αλλάζει αυτή την πραγματικότητα. Ωστόσο, ο στόχος των ΗΑΕ -προ του πολέμου στο Ιράν- για παραγωγή 5 εκατ. βαρελιών ημερησίως έως το 2027 ενδέχεται πλέον να είναι πιο εφικτός, κάτι που θα μπορούσε να βοηθήσει στην ταχύτερη εξομάλυνση των τιμών μετά το τέλος της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή».
⇒ Ολε Χάνσεν, Saxo Bank
«Βραχυπρόθεσμα, η αγορά μπορεί να απορροφήσει επιπλέον βαρέλια από τα ΗΑΕ, δεδομένων των χαμηλών αποθεμάτων και της ανάγκης αναπλήρωσής τους. Μακροπρόθεσμα, όμως, η αποχώρηση εγείρει ένα στρατηγικό ερώτημα: αν και άλλοι παραγωγοί δώσουν προτεραιότητα στο μερίδιο αγοράς, αντί της πειθαρχίας ποσοστώσεων, η ικανότητα του ΟΠΕΚ να ρυθμίζει την αγορά θα τεθεί υπό αμφισβήτηση».
⇒ Γιαν φον Γκέριχ, επικεφαλής αναλυτής αγορών, Nordea
«Τα ΗΑΕ επιδιώκουν αύξηση παραγωγής, άρα η εξέλιξη αυτή πιθανότατα θα πιέσει πτωτικά τις τιμές πετρελαίου. Μετά το τέλος της σύγκρουσης με το Ιράν, ο ΟΠΕΚ δεν θα μπορεί να ελέγχει τις τιμές όπως στο παρελθόν».
⇒ Μόνικα Μάλικ, επικεφαλής οικονομολόγος της ADCB
«Η εξέλιξη ανοίγει τον δρόμο για αύξηση του μεριδίου αγοράς των ΗΑΕ όταν σταθεροποιηθεί η γεωπολιτική κατάσταση. Η αποχώρηση ενδέχεται να είναι θετική για τους καταναλωτές και την παγκόσμια οικονομία συνολικά».
⇒ Χόρχε Λεόν, αναλυτής της Rystad
«Μαζί με τη Σαουδική Αραβία, τα ΗΑΕ είναι από τις λίγες χώρες με ουσιαστική πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα — βασικό μηχανισμό επηρεασμού των τιμών. Βραχυπρόθεσμα οι επιπτώσεις μπορεί να είναι περιορισμένες λόγω των διαταραχών στα Στενά του Ορμούζ, αλλά μακροπρόθεσμα ο ΟΠΕΚ αποδυναμώνεται δομικά. Εκτός του οργανισμού, τα ΗΑΕ θα έχουν κίνητρο και δυνατότητα να αυξήσουν την παραγωγή, θέτοντας υπό αμφισβήτηση τον ρόλο της Σαουδικής Αραβίας ως κεντρικού σταθεροποιητή και οδηγώντας πιθανώς σε πιο ευμετάβλητη αγορά».
⇒ Ατζάι Παρμάρ, ICIS
«Τα ΗΑΕ διαφωνούν με την πολιτική του ΟΠΕΚ εδώ και καιρό. Δεν αποτελεί έκπληξη, αλλά θα έχει σημαντικές μακροπρόθεσμες συνέπειες. Δείχνει επίσης αποδυνάμωση της παραδοσιακά ισχυρής συμμαχίας με τη Σαουδική Αραβία».
⇒ Σεργκέι Βακουλένκο, Carnegie Russia Eurasia Center
«Τα ΗΑΕ σχεδίαζαν αύξηση παραγωγής έως και 30%, δύσκολο εντός των περιορισμών του ΟΠΕΚ+. Η χρονική στιγμή είναι πιθανώς η λιγότερο επιζήμια: οι τιμές είναι υψηλές και υπάρχουν πραγματικές ελλείψεις λόγω του Ορμούζ. Μετά το άνοιγμα των Στενών, η ζήτηση θα παραμείνει αυξημένη λόγω αναπλήρωσης αποθεμάτων. Χωρίς τα ΗΑΕ, ο ΟΠΕΚ θα είναι πολύ πιο αδύναμος. Αλλοι μεγάλοι παραγωγοί, όπως το Ιράν και το Ιράκ, δεν διαθέτουν σημαντική πλεονάζουσα ικανότητα — αυτό ήταν, κυρίως, προνόμιο των ΗΑΕ και της Σαουδικής Αραβίας».

Οι λόγοι της αποχώρησης
Η αιφνιδιαστική ανακοίνωση της Τρίτης έρχεται έπειτα από εβδομάδες κατά τις οποίες τα ΗΑΕ αποτέλεσαν στόχο επιθέσεων με πυραύλους και drones από το Ιράν, επίσης μέλος του ΟΠΕΚ. Οι επιθέσεις της Τεχεράνης στη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ έχουν περιορίσει σημαντικά τη δυνατότητα των ΗΑΕ να εξάγουν πετρέλαιο, απειλώντας τη βάση της οικονομίας τους.
Τα ΗΑΕ διαδραμάτισαν επιδραστικό ρόλο στις αποφάσεις του ΟΠΕΚ επί σχεδόν έξι δεκαετίες. Τον Φεβρουάριο ήταν ο τρίτος μεγαλύτερος παραγωγός πετρελαίου του οργανισμού, μετά τη Σαουδική Αραβία και το Ιράκ. Το κράτος του Κόλπου εντάχθηκε στον ΟΠΕΚ το 1967, επτά χρόνια μετά την ίδρυσή του.
Το υπουργείο Ενέργειας των ΗΑΕ ανέφερε σε γραπτή ανακοίνωση ότι κατέληξε στο συμπέρασμα πως η έξοδος εξυπηρετεί το εθνικό συμφέρον, έπειτα από συνολική επανεξέταση της πολιτικής παραγωγής πετρελαίου και της δυναμικότητας της χώρας. Ο υπουργός Ενέργειας Σουχάιλ Αλ Μαζρουί δήλωσε στο CNBC ότι η απόφαση ελήφθη σε χρονική στιγμή που θα προκαλέσει τη μικρότερη δυνατή αναστάτωση στους υπόλοιπους παραγωγούς.
«Η αποχώρησή μας αυτή τη στιγμή είναι η κατάλληλη, διότι θα έχει ελάχιστο αντίκτυπο στις τιμές και στους εταίρους μας στον ΟΠΕΚ και τον ΟΠΕΚ+», ανέφερε. Ο ίδιος πρόσθεσε ότι τα ΗΑΕ επιδιώκουν να φτάσουν παραγωγική ικανότητα 5 εκατομμυρίων βαρελιών ημερησίως έως το 2027 και επιθυμούν μεγαλύτερη ευελιξία για να επιτύχουν αυτόν τον στόχο. Yπογράμμισε επίσης ότι η απόφαση δεν σχετίζεται με τις πολυετείς περικοπές παραγωγής υπό την ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας.

