Με αύξηση του κύκλου εργασιών η οποία σε σημαντικό βαθμό είναι πληθωριστική έκλεισε το α΄ τρίμηνο του 2026 για το λιανικό εμπόριο σε σύγκριση με το α΄ τρίμηνο του 2025. Μάλιστα, αν και στα στοιχεία για το α΄ τρίμηνο περιλαμβάνεται μόνο ένας μήνας, ο Μάρτιος, με τον πόλεμο στον Περσικό σε εξέλιξη, οι συνέπειες της συγκρατημένης ζήτησης σε ορισμένους κλάδους του λιανεμπορίου, όπως στον κλάδο των καυσίμων, είναι ήδη ορατές. Μεγαλύτερες πιέσεις δέχονται οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, που αποτελούν και την πλειονότητα στο λιανικό εμπόριο, με τα σημάδια της μειωμένης κατανάλωσης να είναι εμφανή τόσο στις μεμονωμένες επιχειρήσεις πώλησης τροφίμων όσο και σε αυτές των παραδοσιακών κλάδων, όπως είναι η ένδυση και η υπόδηση. Αν μη τι άλλο, για μία ακόμη φορά επιβεβαιώνεται ο κανόνας που ισχύει σε συνθήκες κρίσης: τα σούπερ μάρκετ είναι αυτά που συγκεντρώνουν τον μεγαλύτερο τζίρο, ειδικά σε ό,τι αφορά τα τρόφιμα, ενώ στις λεγόμενες κατηγορίες bazaar των σούπερ μάρκετ (είδη ένδυσης, υπόδησης, οικιακού εξοπλισμού κ.λπ.) καταγράφεται υποχώρηση.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που ανακοίνωσε η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ), ο κύκλος εργασιών στο λιανικό εμπόριο διαμορφώθηκε κατά το α΄ τρίμηνο του 2026 στα 17,11 δισ. ευρώ έναντι 16,58 δισ. ευρώ το πρώτο τρίμηνο του 2025, καταγράφοντας αύξηση 3,2%. Ας σημειωθεί ότι ο μέσος πληθωρισμός κατά το α΄ τρίμηνο του 2026 ήταν περίπου 3%. Εάν εξαιρεθούν οι κλάδοι τροφίμων, οχημάτων και καυσίμων, τότε η αύξηση του κύκλου εργασιών περιορίζεται στο 2,2%, με τον τζίρο να διαμορφώνεται σε 5,88 δισ. ευρώ έναντι 5,75 δισ. ευρώ το α΄ τρίμηνο του 2025. Τα παραπάνω στοιχεία αποτυπώνουν τη μισή πραγματικότητα, καθώς οι διαφοροποιήσεις κατ’ αρχάς με βάση το μέγεθος των λιανεμπορικών επιχειρήσεων είναι έντονες.
Στο σύνολο των μικρομεσαίων επιχειρήσεων ο τζίρος του λιανεμπορίου κατά το α΄ τρίμηνο του 2026 διαμορφώθηκε στα 9,58 δισ. ευρώ, ενισχυμένος μόλις κατά 1,1% σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025. Ετσι, οι πολύ μικρές επιχειρήσεις, όσες δηλαδή απασχολούν έως 10 άτομα και έχουν ετήσιο τζίρο μέχρι 2 εκατ. ευρώ, είδαν τον κύκλο εργασιών τους να υποχωρεί κατά 0,1% το α΄ τρίμηνο του 2026 σε σύγκριση με το α΄ τρίμηνο του 2025.
Ο κύκλος εργασιών διαμορφώθηκε κατά το α΄ τρίμηνο του 2026 στα 17,11 δισ. ευρώ έναντι 16,58 δισ. ευρώ το α΄ τρίμηνο του 2025, καταγράφοντας αύξηση 3,2%.
Οι πολύ μικρές επιχειρήσεις, πλην των κλάδων τροφίμων, οχημάτων και καυσίμων, είχαν ακόμη μεγαλύτερες απώλειες, μιας και ο τζίρος τους υποχώρησε φέτος κατά 0,2%.
Οι μικρές επιχειρήσεις, δηλαδή επιχειρήσεις με έως 50 άτομα προσωπικό και με ετήσια έσοδα έως 10 εκατ. ευρώ, σημείωσαν οριακή αύξηση του τζίρου τους, μόλις 0,4%, ενώ χωρίς τους κλάδους τροφίμων, οχημάτων και καυσίμων η αύξηση ήταν μεγαλύτερη, της τάξης του 2,8%.
Πολύ διαφορετική είναι η εικόνα στις μεσαίες επιχειρήσεις, με προσωπικό έως 250 άτομα και ετήσια έσοδα πάνω από 10 εκατ. ευρώ. Ο τζίρος για το σύνολο των κλάδων στις μεσαίες επιχειρήσεις αυξήθηκε κατά 7,4% το α΄ τρίμηνο του 2026, ενώ εξαιρουμένων των κλάδων τροφίμων, οχημάτων και καυσίμων η αύξηση ήταν 8,3%. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μικρό αριθμό επιχειρήσεων αφού ο συνολικός τζίρος τους φτάνει στο 1,5 δισ. ευρώ, ενώ ο συνολικός τζίρος των πολύ μικρών επιχειρήσεων ήταν 5,36 δισ. ευρώ κατά το α΄ τρίμηνο του 2026. Σημαντικές διαφοροποιήσεις αποκαλύπτουν τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ και ως προς τον κλάδο στον οποίο δραστηριοποιούνται οι διάφορες λιανεμπορικές επιχειρήσεις. Ετσι, ο κλάδος των σούπερ μάρκετ παρουσίασε αύξηση κύκλου εργασιών κατά 6,2% σε ό,τι αφορά τις πωλήσεις τροφίμων και ποτών, στα 4,68 δισ. ευρώ έναντι 4,40 δισ. ευρώ κατά το α΄ τρίμηνο του 2025. Οι πωλήσεις, ωστόσο, των άλλων κατηγοριών υποχώρησαν κατά 4,5% στα 579,45 εκατ. ευρώ έναντι 606,88 εκατ. ευρώ το αντίστοιχο διάστημα του 2025. Υποχώρηση πωλήσεων καταγράφηκε επίσης στα εξειδικευμένα καταστήματα πώλησης άρτου, αρτοσκευασμάτων και γλυκών (αρτοποιεία και ζαχαροπλαστεία) της τάξης του 4,4%, όπως επίσης και στα ιχθυοπωλεία (-1,9%), όπως και στα εξειδικευμένα καταστήματα πώλησης ποτών (-4,7%).
Εντύπωση προκαλεί, τέλος, η πτώση των πωλήσεων κατά 1,2% στα πρατήρια καυσίμων, που με δεδομένη τη μεγάλη αύξηση τιμών τον Μάρτιο, υποδεικνύει μείωση των πωλούμενων ποσοτήτων, καθώς και των λοιπών προϊόντων που διαθέτουν.

