Η κυβέρνηση επαναφέρει στο τραπέζι ένα από τα βασικά εργαλεία ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας: τη μείωση του μη μισθολογικού κόστους. Στο πακέτο μέτρων που προετοιμάζει το οικονομικό επιτελείο για τη ΔΕΘ του Σεπτεμβρίου, κεντρική θέση καταλαμβάνει μια νέα περικοπή των ασφαλιστικών εισφορών για τους εργοδότες, η οποία –σύμφωνα με τις έως τώρα εκτιμήσεις– θα κινηθεί μεταξύ 0,5% και 1% και θα τεθεί σε εφαρμογή από την 1η Ιανουαρίου 2027.
Το μέτρο δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως μία ακόμη φορολογική ή ασφαλιστική ελάφρυνση. Στο κυβερνητικό επιτελείο θεωρείται παρέμβαση με διπλή στόχευση: αφενός να μειώσει περαιτέρω το κόστος εργασίας για τις επιχειρήσεις, αφετέρου να δημιουργήσει χώρο για αυξήσεις αποδοχών, κυρίως στον ιδιωτικό τομέα, όπου οι πιέσεις για καλύτερους μισθούς εντείνονται όσο η οικονομία αναπτύσσεται και η ανεργία υποχωρεί.
Το μέτρο θα ανακοινωθεί στη ΔΕΘ και θα τεθεί σε εφαρμογή από την 1η Ιανουαρίου 2027.
Το εύρος της μείωσης θα εξαρτηθεί σχεδόν αποκλειστικά από τον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο που θα έχει διαμορφωθεί έως το καλοκαίρι του 2026. Οι βασικές πηγές χρηματοδότησης που «βλέπει» το υπουργείο Οικονομικών είναι τα πρόσθετα έσοδα από την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και της εισφοροδιαφυγής – δύο πεδία στα οποία η κυβέρνηση εκτιμά ότι τα αποτελέσματα των ψηφιακών διασταυρώσεων, της επέκτασης των ηλεκτρονικών συναλλαγών και των νέων μηχανισμών ελέγχου θα αποδώσουν μόνιμα και επαναλαμβανόμενα έσοδα. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς οι μειώσεις εισφορών θεωρούνται επίσης μόνιμου χαρακτήρα παρεμβάσεις και δεν μπορούν να χρηματοδοτηθούν από συγκυριακές ή έκτακτες εισπράξεις.
Στο μικροσκόπιο έχει τεθεί και ο προϋπολογισμός του ΕΦΚΑ, με τα στοιχεία να είναι άκρως ενθαρρυντικά. Σύμφωνα με τις προβλέψεις για το 2026, τα συνολικά έσοδα από εισφορές αναμένεται να φτάσουν τα 16,8 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 4,5% σε σχέση με το 2025, όταν είχαν διαμορφωθεί στα 16,2 δισ. ευρώ.
Από το σύνολο των εσόδων, τα 9,21 δισ. ευρώ θα προέλθουν από εργοδοτικές εισφορές, 5,74 δισ. ευρώ από εισφορές εργαζομένων, 1,42 δισ. ευρώ από αυτοαπασχολούμενους και περίπου 452 εκατ. ευρώ από ασφαλιστικές εισφορές αγροτών. Τα στοιχεία αυτά αποτυπώνουν τη σημαντική διεύρυνση της απασχόλησης τα τελευταία χρόνια αλλά και την ενίσχυση των δηλωμένων αποδοχών.
Η νέα ελάφρυνση των ασφαλιστικών επιβαρύνσεων θα κινηθεί μεταξύ 0,5% και 1%.
Καθοριστικός παράγοντας για την αύξηση των εσόδων θεωρείται η εφαρμογή της ψηφιακής κάρτας εργασίας, μέσω της οποίας δηλώνονται πλέον εκατοντάδες χιλιάδες ώρες υπερωριακής απασχόλησης που στο παρελθόν είτε παρέμεναν αδήλωτες είτε καταβάλλονταν χωρίς ασφαλιστικές κρατήσεις. Ενδεικτικό είναι ότι η κατάργηση εισφορών στην προσαύξηση της υπερωριακής απασχόλησης όχι μόνο δεν μείωσε τα έσοδα του ΕΦΚΑ, αλλά, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, οδήγησε σε περισσότερες δηλωμένες υπερωρίες και άρα σε υψηλότερες συνολικές εισφορές.
Παράλληλα, σημαντική ώθηση δίνουν οι εργαζόμενοι συνταξιούχοι, οι οποίοι μετά τις αλλαγές στο καθεστώς απασχόλησής τους καταβάλλουν πλέον κανονικά ασφαλιστικές εισφορές. Υπολογίζεται ότι περίπου 300.000 συνταξιούχοι εργάζονται και ασφαλίζονται. Σύμφωνα με εκτιμήσεις στελεχών της κοινωνικής ασφάλισης, το 60% έως 70% των πρόσθετων εσόδων προέρχεται ακριβώς από τις νέες προσλήψεις και την αύξηση των εργαζόμενων συνταξιούχων.
Το αποτέλεσμα είναι ότι, παρά τη μείωση των εισφορών κατά 5,4 μονάδες από το 2019, το συνολικό ποσοστό ασφαλιστικών κρατήσεων, από 40,56%, έχει περιοριστεί σήμερα στο 35,16% χωρίς να επηρεαστεί αρνητικά η εισπραξιμότητα του συστήματος. Με τη νέα προγραμματισμένη μείωση του 2027, το ποσοστό αναμένεται να υποχωρήσει περαιτέρω στο 34,66%, ενισχύοντας ακόμη περισσότερο τους μισθούς και μειώνοντας το μη μισθολογικό κόστος για τις επιχειρήσεις.
Οι πληροφορίες συγκλίνουν στο ότι η νέα παρέμβαση θα προέλθει κυρίως από τον κλάδο ασθένειας και θα κατευθυνθεί εξ ολοκλήρου προς τις εργοδοτικές εισφορές. Το σκεπτικό είναι ότι η μείωση του κόστους για τις επιχειρήσεις θα πρέπει να λειτουργήσει ως μοχλός για καλύτερες αμοιβές και ενίσχυση της παραγωγικότητας. Σε κυβερνητικούς κύκλους μάλιστα συζητείται ανοιχτά ένα «άτυπο κοινωνικό συμβόλαιο»: χαμηλότερες εργοδοτικές επιβαρύνσεις με αντάλλαγμα υψηλότερους μισθούς και περισσότερες προσλήψεις.
Εάν τελικώς η παρέμβαση περιοριστεί στη μισή ποσοστιαία μονάδα, το πιθανότερο είναι ότι θα προέλθει αποκλειστικά από εισφορές υπέρ υγειονομικής κάλυψης. Αν όμως ο δημοσιονομικός χώρος επιτρέψει μείωση της τάξεως του 1%, τότε θα εξεταστεί ευρύτερο «κούρεμα» εργοδοτικών επιβαρύνσεων, με συμμετοχή τόσο εισφορών υπέρ ΕΟΠΥΥ όσο και επιμέρους κλάδων της ΔΥΠΑ, όπως οι εισφορές που συνδέονται με την επαγγελματική κατάρτιση.
Αντίθετα, εκτός συζήτησης παραμένουν οι αμιγώς συνταξιοδοτικές εισφορές –κύριας και επικουρικής ασφάλισης–, καθώς αποτελούν τον πυρήνα της χρηματοδότησης του ασφαλιστικού συστήματος. Το ίδιο φαίνεται να ισχύει και για την εργοδοτική εισφορά υπέρ ανεργίας, ύψους 1,20%, η οποία προς το παρόν δεν θεωρείται πιθανό να θιγεί.
Το δημοσιονομικό αποτύπωμα του μέτρου δεν είναι αμελητέο. Μείωση κατά 0,5 ποσοστιαίες μονάδες (έχει ήδη εξαγγελθεί από τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη) κοστολογείται περίπου στα 220 εκατ. ευρώ ετησίως, ενώ για μείωση κατά μία μονάδα η απώλεια εσόδων προσεγγίζει τα 450 εκατ. ευρώ. Ωστόσο, το οικονομικό επιτελείο υποστηρίζει ότι η εμπειρία των προηγούμενων ετών δικαιώνει τη στρατηγική των μειώσεων, καθώς, όπως δείχνουν και τα στοιχεία, ένα σημαντικό μέρος της απώλειας εσόδων ανακτάται μέσω της αύξησης της απασχόλησης και της ανόδου των μισθών.
Εφόσον η νέα μείωση του 2027 κινηθεί στη μισή μονάδα, οι συνολικές ασφαλιστικές εισφορές θα έχουν περιοριστεί σωρευτικά κατά 5,9 ποσοστιαίες μονάδες από το 2019 και μετά. Το συνολικό ποσοστό εισφορών θα υποχωρήσει κοντά στο 35,66%, φέρνοντας την Ελλάδα πιο κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Αν το μέτρο φτάσει τη μία μονάδα, τότε η συνολική αποκλιμάκωση θα προσεγγίσει το 6,5%. Να σημειωθεί εδώ ότι, παρά τις μειώσεις, η Ελλάδα εξακολουθεί να συγκαταλέγεται στις χώρες με τις υψηλότερες ασφαλιστικές επιβαρύνσεις στον ΟΟΣΑ.
Συγκεκριμένα, το tax wedge (επιβάρυνση σε φόρους και εισφορές) για έναν άγαμο εργαζόμενο με μέσο μισθό διαμορφώθηκε στο 39,3% το 2025, ελαφρώς μειωμένο κατά 0,16 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 39,5% του 2024, ωστόσο παραμένει αισθητά υψηλότερο από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Ετσι, η χώρα κατατάσσεται στη 19η θέση μεταξύ των 38 κρατών-μελών, γεγονός που την τοποθετεί στο άνω μισό της κατάταξης ως προς τη φορολογική επιβάρυνση της εργασίας.

