ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΑΛΑΜΠΑΝΙΔΗΣ
«Το τραγούδι των κληρονόμων»
εκδ. Πόλις, 2026, σελ. 336
Πάσχετε από ανία, άγχος, κατάθλιψη, κρίσεις πανικού, ενοχή, επίμονες, βασανιστικές σκέψεις, αίσθημα ανικανοποίητου; Υπάρχει λύση. Οι θαυματουργές λέσχες «Inspire & Elevate», διάσπαρτες στην επικράτεια, προσφέρουν επτά δωμάτια ίασης, όπου χορηγείται στους πάσχοντες ένα μείγμα επτά αποσταγμάτων, η παρασκευή των οποίων παραμένει επτασφράγιστο μυστικό. Οι λέσχες αυτές συνιστούν την κορωνίδα του επιχειρηματικού κολοσσού της οικογένειας Τσέμπαλου, απηχώντας τον βασικό καημό της εποχής, την ιδεοληψία της ευτυχίας. Στο μυθιστόρημα του Γιάννη Μπαλαμπανίδη, το όνομα Τσέμπαλος, που κουδουνίζει σαν κύμβαλο αλαλάζον, συγκεντρώνει όλη τη φαυλότητα και την αχρειότητα, που εκκολάπτει ο καπιταλισμός. Οι γόνοι των Τσέμπαλων έχουν κληρονομήσει στο ακέραιο τον αμοραλισμό των προπατόρων και έχουν βαλθεί να τον διαιωνίσουν.
Ο Μπαλαμπανίδης οπωσδήποτε κατέβαλε πολύ μόχθο για να γράψει ένα μεταμοντέρνο πολιτικό μυθιστόρημα. Από τη ραχοκοκαλιά της μυθοπλασίας ξεπετάγεται πλήθος από παρακλάδια, που παρωδούν τα άγη της κεφαλαιοκρατίας. Υπάρχουν οραματικές σκηνές, ανάμεσα στις οποίες και μια μίνι αρχαία τραγωδία, ένθετα κείμενα γύρω από το κόνσεπτ της ευτυχίας, άλλα κείμενα που εκθέτουν διαδικτυακά έκτροπα και έξεις, πολύ σεξ, πολλή μουσική, η οποία ενορχηστρώνει τους οργασμούς και τις πτώσεις των ηρώων, υπάρχει επίσης διασπασμένη σε ελλειπτικές αναφορές η χαρούμενη ελληνική ιστορία, με το μεγάλο πάρτι που εγκαινίασε το ΠΑΣΟΚ, για να ακολουθήσουν μερικές δυστυχισμένες στιγμές, όπως το φιάσκο του χρηματιστηρίου. Αλλά η δυστυχία δεν κράτησε πολύ. Κάποτε ήρθε ο εθνικός θρίαμβος του 2004, επιφέροντας συλλογική ανάταση. Αλλά ούτε η ευτυχία διαρκεί. Κάποτε ο Γιώργος Παπανδρέου πήγε στο Καστελλόριζο και όλοι μαραζώσαμε.

Παρά τις επάλληλες παρεκβάσεις της αφήγησης, το σκόρπισμά της σε ετερογενείς σκέψεις και εμπνεύσεις, διακρίνονται καλά σχηματισμένοι χαρακτήρες. Ξεχωρίζει ο Μάνος Ιατρίδης, ένας δικηγόρος ταπεινής καταγωγής, από τις δυτικές συνοικίες της Θεσσαλονίκης. Μέσα από τη σχέση του με τη Λουκία, κόρη του πατριάρχη Τσέμπαλου, ελπίζει πως θα στιλβώσει αρκετά τον κυνισμό του έτσι ώστε να εγκατασταθεί στην κορυφή της ηγεμονίας. Σύμφωνα με την ερωμένη του, ίδια η Λαίδη Μακμπέθ, διέθετε μια ακαταμάχητη κινητήρια δύναμη, το μάτι του γυάλιζε από αδηφαγία. Ηθελε χρήμα· «η ύπαρξη του ανθρώπου ολοκληρώνεται με το να έχει λεφτά, αν δεν έχεις λεφτά, είσαι υπάνθρωπος, είσαι καταδικασμένος σε μία αέναη προσπάθεια χωρίς διέξοδο, ο πλούτος είναι εξαίσιο πράγμα, γαμώτο».
Η Μαργαρίτα, μεσαίο στέλεχος της επιχείρησης, ενθαρρύνει τους συναδέλφους της να καρφιτσώνουν στον τέταρτο τοίχο του γραφείου της συνθήματα για την ευτυχία. Τα πολύχρωμα post-it συνθέτουν σταδιακά μια χάρτινη κουρελού, που σκεπάζει ένα κομμάτι φελλό. Ολα αυτά τα χαρτάκια έμοιαζαν «με τους νευρώνες και τις συνάψεις ενός εγκεφάλου φτιαγμένου από χαρτοπολτό, που ήταν ο δικός τους συλλογικός εγκέφαλος, που έκλεινε μέσα του όλη τη διάνοια και όλη τη βλακεία του είδους μας».
Ο χαμηλότονος Αγγελος, υπάλληλος και αυτός στην εταιρεία, διαπρέπει ως κειμενογράφος σε σύντομα δοκίμια περί ευεξίας και αυτοβελτίωσης. Απολαυστικό είναι το κείμενο για την επιτακτική απαλλαγή από το καθήκον της ευτυχίας. Μιλώντας σαν γκουρού της δυστυχίας, παροτρύνει τους αναγνώστες του να αφήσουν στην άκρη τις κοπιαστικές μεθόδους της ευζωίας και να αφεθούν να καταρρεύσουν. «Η αλήθεια είναι ότι χρειάστηκαν πολλές προσπάθειες. Αποτύγχανα συνεχώς, αλλά πιστέψτε με, κάθε φορά που σηκωνόμουν και ένιωθα καλά, κατάφερνα πολύ γρήγορα να ξαναπέσω. Είχα ανακαλύψει τον μηχανισμό της δυστυχίας, της απόλυτης, εσωτερικής ανισορροπίας». Θα είχε ενδιαφέρον να μεγέθυνε ο Μπαλαμπανίδης την ειρωνική ματιά του Αγγελου σε μυθιστόρημα.
Ο πιο σπαρταριστός χαρακτήρας είναι ο εξάδελφος Αλκιβιάδης, ένα εξάμβλωμα της οικογένειας των Τσέμπαλων, ο άσωτος κληρονόμος. Ηλίθιος, χαραμοφάης, σκαιός και υπερφίαλος, δεν χάνει ποτέ το κέφι του, αρκεί να μαζεύει τα ψίχουλα από το τραπέζι των Τσέμπαλων, που του φτάνουν για πολλές ζωές. Οσοι δεν ανήκουν στη δυναστεία, όπως ο Μάνος, ο Αγγελος και η Μαργαρίτα, αναγκάζονται να αποδεχθούν την πικρή αλήθεια ότι οι περισσότεροι «είμαστε φτιαγμένοι από αυτό το στραβό κι αβέβαιο υλικό που μας κάνει να επιθυμούμε την ευτυχία περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, όμως τελικά να δυστυχούμε». Ηταν τα καλοαναθρεμμένα παιδιά της μεσαίας τάξης, μορφώματα της δεκαετίας του ’90, που βρέθηκαν στη λάθος πλευρά του καπιταλισμού.
Αναμφισβήτητα ο Μπαλαμπανίδης έχει δουλέψει εξαντλητικά την οργάνωση του μυθιστορήματος, αξιοποιώντας ανομοιογενή υλικά, ενώ επίσης χειρίζεται επιδέξια τόσο τα διαλογικά μέρη όσο και τον μακροπερίοδο λόγο. Ωστόσο, οι αλλεπάλληλες υφολογικές και θεματολογικές διαφοροποιήσεις υπονομεύουν την αφηγηματική συνοχή. Δεν υπάρχει κεντρική εστίαση, αλλά διάχυση της οπτικής σε εναλλασσόμενα μοτίβα φαυλότητας, η συναρμογή των οποίων φανερώνει τη Λερναία Υδρα του καπιταλισμού.
Τα μεταμοντέρνα παιχνίδια δίνουν την εντύπωση της υπερπροσπάθειας, σαν να πασχίζει ο συγγραφέας να μας πείσει για την αξιοσύνη του. Δεν χρειάζονται τόσα τερτίπια, με πολύ λιγότερα θα μας έπειθε ότι πράγματι έγραψε ένα καλό μυθιστόρημα.

