Το έπος της αέναης ανάπλασης
Της Εμιλι Γουίλσον
Η καλοκαιρινή υπερπαραγωγή του Κρίστοφερ Νόλαν είναι αφορμή για πανηγυρισμούς για όσους νοιάζονται για τη λογοτεχνία και τον πολιτισμό της αρχαίας Ελλάδας. Η ταινία έχει προσελκύσει τεράστιο ενδιαφέρον και συζήτηση σε όλο τον κόσμο, και αντίτυπα της Οδύσσειας, μεταφρασμένα σε πολλές διαφορετικές γλώσσες, εξαφανίζονται από τα ράφια των βιβλιοπωλείων. Είναι υπέροχο να βλέπει κανείς τόσα νέα κοινά να έρχονται σε επαφή με αυτό το θαυμάσιο αρχαίο ποίημα και την ατέρμονα συναρπαστική, γόνιμη ιστορία του, αναπλασμένη εκ νέου για τη μεγάλη οθόνη.
Μέσα σε όλον αυτόν τον ενθουσιασμό, δεν έλειψαν οι προβλέψιμες επικρίσεις, πολλές από τις οποίες μου φαίνονται λανθασμένες και στενόμυαλες. Ορισμένοι έφεραν αντίρρηση στην επιλογή του Νόλαν να δώσει τους ρόλους σε μια πολυφυλετική ομάδα διάσημων ηθοποιών του Χόλιγουντ, κυρίως Βρετανών ή Αμερικανών, αντί για Ελληνες, και να τους βάλει όλους να μιλούν με αμερικανική προφορά. Ομως είναι απολύτως θεμιτό να αναπλάθεται η Οδύσσεια για οποιονδήποτε και για κάθε διαφορετικό πολιτισμό του κόσμου. Ως Βρετανίδα, συμπατριώτισσα του Σαίξπηρ, χαίρομαι για τις πολλές νέες, μη βρετανικές δημιουργίες που βασίζονται στα έργα του Βάρδου, από το «Ραν» του Ακίρα Κουροσάβα (βασισμένο στον Βασιλιά Ληρ) μέχρι τον «Οθέλλο» του Βέρντι ή την αμερικανική ταινία «Δέκα πράγματα που μισώ σε σένα». Οι δημιουργικές δυνατότητες για καλλιτέχνες κάθε είδους εμπλουτίζονται απεριόριστα από την ευκαιρία να αντλούν, να διασκευάζουν και να επανεπινοούν υπάρχοντα έργα, συμπεριλαμβανομένης της «μετάφρασης» πολιτισμικών αναπαραστάσεων για πολύ διαφορετικές εποχές. Ο Βιργίλιος αναδημιούργησε την Οδύσσεια με όρους διαμορφωμένους από τον δικό του πολιτισμό, στη Ρώμη του Αυγούστου· ο Τζέιμς Τζόις έκανε το ίδιο στην Ιρλανδία των αρχών του εικοστού αιώνα· ο Κρίστοφερ Νόλαν αναδημιούργησε ξανά τον Ομηρο για τον εικοστό πρώτο αιώνα.
Επιπλέον, η διαρκής επανεπινόηση υπήρξε ανέκαθεν κεντρικό στοιχείο της ελληνικής μυθικής παράδοσης. Η αρχική Οδύσσεια –που συντέθηκε ίσως τον έβδομο αιώνα π.Χ. στο ανατολικό τμήμα του αρχαϊκού ελληνικού κόσμου– ήταν ήδη επανεπινόηση μιας μακράς, προϋπάρχουσας προφορικής ποιητικής παράδοσης. Το ομηρικό έπος αναπλάθει παλιές ιστορίες και μια παλιά ποιητική φόρμα, ώστε να ανταποκρίνεται στις ιδιαίτερες ανησυχίες της αρχαϊκής περιόδου: μιας εποχής διασποράς, αποικισμού, τεχνολογικής καινοτομίας, αστικοποίησης και των απαρχών του πανελληνισμού.
Οπως πολλοί άλλοι δημιουργοί πριν από αυτόν, ο Κρίστοφερ Νόλαν έχει ξαναπλάσει την Οδύσσεια κατ’ εικόνα του, και σύμφωνα με τις ανησυχίες της εποχής του. Η ταινία είναι ένα εντυπωσιακό οπτικοακουστικό θέαμα, γεμάτο δράση και ερμηνευμένο από λαμπρούς ηθοποιούς, και ο Νόλαν καταφέρνει ευφυώς να χωρέσει πάρα πολλές από τις πιο διάσημες σκηνές του αρχικού έπους, συν το επεισόδιο του Δούρειου Ιππου από το δεύτερο βιβλίο της Αινειάδας του Βιργιλίου, στη διάρκεια των περίπου τριών ωρών της ταινίας.
Η ταινία συχνά μοιάζει με επισκόπηση θεμάτων γνώριμων από πολλές άλλες ταινίες του Νόλαν. Είναι, και πάλι, μια ταινία για τον χρόνο, τη μνήμη και τη μαγεία. Υπάρχουν, και πάλι, σκηνές παρ’ ολίγον πνιγμού και άνδρες με μάσκες. Είναι, και πάλι, η ιστορία ενός άνδρα που αναζητά να ανακτήσει και να εκδικηθεί για ένα γυναικείο αντικείμενο του έρωτά του. Οπως η «Δουνκέρκη», μιλάει για μια επιβίωση που γίνεται θρίαμβος. Οπως ο «Οπενχάιμερ», μιλάει για έναν άνδρα που βασανίζεται από ενοχές για όσα προκάλεσε η τεχνολογική του επινόηση. Οπως οι ταινίες «Μπάτμαν», μιλάει για έναν απρόθυμο ήρωα που πρέπει να αντιμετωπίσει τους δαίμονές του. Οπως το «Interstellar» και το «Inception», μιλάει για ένα ταξίδι επιστροφής στο σπίτι που είναι ταυτόχρονα ταξίδι πίσω στον χρόνο. Οπως στο «The Prestige», υπάρχει ανδρική αντιζηλία, και ό,τι μοιάζει με μαγεία ή θεϊκή παρέμβαση μπορεί να είναι ως επί το πλείστον έργο ανθρώπων: ο Νόλαν αφαιρεί τους θεούς από τον Ομηρο σχεδόν εντελώς. Οπως σε κάθε ταινία του Νόλαν, υπάρχουν ανατροπές στην αφήγηση, ιστορίες μέσα σε ιστορίες, και έξυπνες αποκαλύψεις παρεξηγήσεων και διπλών νοημάτων (τις οποίες δεν θα αποκαλύψω, αλλά στοιχηματίζω ότι θα τις δείτε να έρχονται από μακριά).
Πολλά από αυτά τα θέματα συνηχούν όμορφα με εκείνα του αρχικού αρχαίου έπους, που κι αυτό ασχολείται με τον χρόνο, τη μνήμη και ένα δύσκολο ταξίδι επιστροφής στην πατρίδα. Ο ίδιος ο Νόλαν έχει δηλώσει ότι συνειδητοποίησε, καθυστερημένα, πως γύριζε την «Οδύσσεια» επί πολλά χρόνια χωρίς να το ξέρει καλά καλά μέχρι τώρα – σαν έναν από τους δικούς του ήρωες, που επανερμηνεύουν την αναζήτησή τους ενόσω τη ζουν. Η γοητεία που ασκεί στον Νόλαν το πρωτότυπο υλικό είναι αναμφισβήτητη, και η δική του εκδοχή της Οδύσσειας είναι έξυπνη, πολυεπίπεδη και ενδιαφέρουσα.
Κι όμως, για μένα, η ταινία ήταν ενδιαφέρουσα και διασκεδαστική, αλλά ποτέ βαθιά συγκινητική. Το πρόβλημα βρίσκεται κυρίως στη γραφή. Η αρχική Οδύσσεια συντίθεται σε όμορφους, έμμετρους, μουσικούς ελληνικούς εξάμετρους, προϊόν αιώνων προφορικής ποιητικής αφήγησης. Οι χαρακτήρες μιλούν με στυλιζαρισμένους, ποιητικούς τρόπους· κι όμως είναι πλήρως διαμορφωμένοι χαρακτήρες, των οποίων τα συναισθήματα και οι οπτικές γωνίες ακούγονται και διαβάζονται μέσα από τους λόγους, τις χειρονομίες και τις πράξεις τους. Η ταινία του Νόλαν έχει αισθητά αδέξιους διαλόγους, που καθιστούν αδύνατο να πιστέψει κανείς στην αλήθεια οποιουδήποτε χαρακτήρα, όσο καλοί κι αν είναι οι ηθοποιοί. Είτε τρέχουν από το ένα επικίνδυνο νησί στο άλλο, είτε θρηνούν για την επικείμενη πτώση του «Πολιτισμού της Εποχής του Χαλκού», όπως κάνουν συχνά, οι χαρακτήρες του Νόλαν καλούνται διαρκώς να αναλύουν την πλοκή και τα θέματα της ταινίας· δεν έχουν καμία ιδιαιτερότητα ως άνθρωποι. Η κεντρική αφήγηση της Οδύσσειας κινείται προς την επανένωση του συζύγου και της συζύγου, του Οδυσσέα και της Πηνελόπης, όπως και η ταινία του Νόλαν. Κι όμως, σε αυτή την ταινία, είναι δύσκολο να νοιαστεί κανείς ιδιαίτερα για το αν το ζευγάρι θα επανενωθεί, αφού ο Νόλαν δεν κάνει τίποτα για να θεμελιώσει τον δεσμό μεταξύ τους, ή για να δώσει σάρκα και οστά σε αυτές ή σε οποιεσδήποτε άλλες προσωπικότητες. Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τους γυναικείους χαρακτήρες (αν και ίσως εκεί είναι πιο εμφανές), αλλά τους χαρακτήρες γενικά. Για παράδειγμα, ο χοιροβοσκός του Οδυσσέα, ο Εύμαιος –ένας πλούσια σμιλεμένος χαρακτήρας στο ποίημα– γίνεται ένας στερεοτυπικός πιστός «υπηρέτης» (όχι δούλος), χωρίς καμία ιδιαίτερη προσωπικότητα ή δικές του επιθυμίες.
Επιπλέον, η ιστορία που επιχειρεί να αφηγηθεί ο Νόλαν πάσχει από έναν σοβαρό περιορισμό οράματος. Η ταινία εστιάζει σε έναν ήρωα πολέμου, τραυματισμένο ψυχικά και γεμάτο ενοχές για τα δικά του εγκλήματα πολέμου· κι όμως, δεν βλέπουμε ποτέ αυτά τα εγκλήματα ως εγκλήματα, επειδή τα θύματα του Οδυσσέα είναι είτε ανώνυμα και μασκοφορεμένα (οι Τρώες), είτε τερατώδεις μαριονέτες (ο Πολύφημος), είτε καρικατούρες κακών (οι μνηστήρες). Είναι διασκεδαστικό να βλέπεις τον Ρόμπερτ Πάτινσον να υπερβάλλει απολαυστικά ως ο επικεφαλής των μνηστήρων, ο Αντίνοος· αλλά είναι επίσης ενοχλητικό να βλέπεις την ταινία να υπονοεί ταυτόχρονα ότι οι σφαγές είναι κάτι πολύ κακό (όταν συμβαίνουν μακριά, στην Τροία) και κάτι πραγματικά διασκεδαστικό (όταν συμβαίνουν στο σπίτι, στην Ιθάκη). Δεν υπάρχει χώρος σε αυτή την ταινία για την ευρύχωρη συμπόνια του αρχικού ομηρικού έπους, στο οποίο μας παρουσιάζεται τόσο η καταχρηστική υπέρβαση των ορίων από τους μνηστήρες της Πηνελόπης, όσο και η θλίψη των πατεράδων τους όταν σκοτώνονται.
Η σοβαρότερη ηθική ανησυχία σχετικά με την ταινία δεν αφορά το σενάριο, αλλά τις επιλογές που έγιναν κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων. Για μία από τις πολυάριθμες τοποθεσίες αυτής της ακριβοπληρωμένης παραγωγής, ο Κρίστοφερ Νόλαν και το συνεργείο του πέρασαν τέσσερις ημέρες γυρισμάτων στη Δυτική Σαχάρα υπό μαροκινή κατοχή, νομιμοποιώντας έτσι εμμέσως την κατοχή αυτού του αυτόχθονος εδάφους και την κακομεταχείριση του λαού των Σαχράουι. Ακτιβιστές Σαχράουι έχουν διαμαρτυρηθεί για τη χρήση της πατρίδας τους ως «αποστειρωμένου σκηνικού για δυτικά έπη». Υπάρχουν κι άλλα ερημικά τοπία στον κόσμο· η επιλογή να χρησιμοποιηθεί αυτό συγκεκριμένα για αυτή την ταινία μαρτυρεί μια αρκετά σοκαριστική έλλειψη σεβασμού προς τις ανάγκες και τα δικαιώματα του ντόπιου πληθυσμού. Πήγα στην ταινία πριν διαβάσω για αυτή τη διαμάχη – και τώρα νιώθω κάπως αηδιασμένη.
Για τον λόγο αυτό, προτείνω σε όσους σκοπεύουν να πάνε στην ταινία του Νόλαν να σκεφτούν μήπως δουν αντ’ αυτής μια άλλη κινηματογραφική διασκευή της Οδύσσειας. Θα συνιστούσα την πρόσφατη ταινία χαμηλού προϋπολογισμού «The Return» (2024, «Η επιστροφή»), με πρωταγωνιστή έναν σχεδόν γυμνό, σημαδεμένο, βασανισμένο Ρέιφ Φάινς και μια συγκλονιστικά βυθισμένη στη θλίψη Ζιλιέτ Μπινός, γυρισμένη κυρίως στην Κορσική. Σε αντίθεση με την ταινία των 250.000.000 δολαρίων του Νόλαν, η ταινία του Ουμπέρτο Παζολίνι διακρίνεται από μεγάλη αυτοπειθαρχία: επανεπινοεί την ομηρική αφήγηση περί τιμής ως ιστορία βίας και απόγνωσης. Σε αντίθεση με τον νωθρό, βαρύ Οδυσσέα του Ματ Ντέιμον, ο Φάινς είναι πειστικά πανούργος όσο και τραυματισμένος.
Ή ίσως, αντί να δείτε οποιαδήποτε από τις δύο ταινίες, θα ήταν καλύτερο να επιστρέψετε στο ίδιο το ποίημα, είτε στο πρωτότυπο είτε σε οποιαδήποτε σύγχρονη μετάφραση. Είναι ωραίο να πηγαίνεις σινεμά, να τρως ποπκόρν και να βλέπεις σπουδαίους ηθοποιούς να ερμηνεύουν. Αλλά, όπως συμβαίνει τόσο συχνά, το βιβλίο είναι πολύ καλύτερο από οποιαδήποτε ταινία.
*Η κ. Εμιλι Γουίλσον είναι επικεφαλής του τμήματος Κλασικών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Πενσιλβάνια. Είναι η πρώτη γυναίκα που μετέφρασε στα αγγλικά τα ομηρικά έπη.
Απόδοση με εύγλωττες παραλείψεις
Του Αγγελου Χανιώτη
Η «Οδύσσεια» του Νόλαν δεν είναι πιστή κινηματογραφική απόδοση του ομηρικού έπους. Αλλοτε ακολουθεί χαλαρά την πλοκή του, άλλοτε παραλείπει κεντρικά επεισόδια (το νησί των Φαιάκων) και άλλοτε αναδεικνύει ή επινοεί δευτερεύοντες χαρακτήρες και συγκρούσεις. Κι όμως στη δομή της η ταινία μοιάζει με το έπος. Οπως ο κόσμος του ομηρικού Οδυσσέα δεν αντιστοιχεί σε συγκεκριμένη ιστορική εποχή, έτσι και στην ταινία ο μυκηναϊκός θρόνος συνυπάρχει με αρχαϊκά κράνη και χαλύβδινες πανοπλίες. Στην Οδύσσεια, τις περιπέτειες με τα φανταστικά τέρατα δεν τις αφηγείται η Μούσα μέσω του ποιητή, αλλά ο ίδιος ο Οδυσσέας στο νησί των Φαιάκων. Στην «Οδύσσεια» του Νόλαν τις αφηγείται στην Καλυψώ, καθώς παλεύει να ανακτήσει τη μνήμη του.
Δεν ξέρω αν ο σκηνοθέτης γνώριζε τους στίχους του Καβάφη: «Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας, | τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις, | αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου, | αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου». Βαριά η ψυχή του Οδυσσέα από την ενοχή για τη σφαγή στην Τροία και τον χαμό των συντρόφων του, κουβαλά τα τέρατα που σημάδεψαν τον νόστο του.
Η ταινία –με υποβλητική μουσική και εικόνες και τοπία που καθηλώνουν– αντανακλά αξίες και προβληματισμούς του σήμερα. Η συνεχής αναφορά στον «νόμο του Δία» αντιστοιχεί σε σύγχρονες αντιλήψεις για το διεθνές δίκαιο και τις καταστροφικές συνέπειες της καταπάτησής του. Κι όπως σύγχρονοι βετεράνοι αναζητούν παρηγοριά στην ηρωίνη, βάλσαμο του ήρωα του Νόλαν για εφτά χρόνια στο νησί της Καλυψώς είναι ο λωτός που αφανίζει τη μνήμη. Οι ευρηματικές ιδέες που κάνουν την «Οδύσσεια» του Νόλαν επίκαιρη, την καθιστούν αναπόφευκτα αναχρονιστική. Κι ενώ ο Νόλαν κτίζει μια κριτική απόσταση ανάμεσα στον ήρωα και το πολυτραγουδισμένο του κατόρθωμα, τον Δούρειο Ιππο, παραδόξως παραλείπει εκείνη ακριβώς τη σκηνή της Οδύσσειας που αποδομεί το ηρωικό ιδανικό της Ιλιάδας. Στην ταινία, από τη συνάντηση του Οδυσσέα με τους νεκρούς απουσιάζει ο Αχιλλέας. Αντίθετα, ο ποιητής της Οδύσσειας παρουσιάζει τη σκιά του νεκρού πολεμιστή να προχωρεί σε μια απρόσμενη αποκάλυψη: καλύτερα ζωντανός στη δούλεψη άκληρου γεωργού παρά άρχοντας στον κάτω κόσμο.
*Ο κ. Αγγελος Χανιώτης είναι καθηγητής Αρχαίας Ιστορίας στο Ινστιτούτο Προηγμένων Μελετών στο Πρίνστον.

Από τον πολυμήχανο στον βετεράνο
Του Βασίλειου Π. Βερτουδάκη
«Ο καθένας βρήκε στους Αρχαίους αυτό που ήθελε ή χρειαζόταν, κυρίως τον εαυτό του». Αυτά έγραφε το 1798 στο περιοδικό Athenaeum ο φιλόσοφος Φρίντριχ Σλέγκελ, ένας από τους κύριους εκπροσώπους του γερμανικού ρομαντισμού. Αυτό είναι το πρίσμα μέσα από το οποίο πρέπει να θεωρείται κάθε δημιουργία που προσλαμβάνει ένα έργο της κλασικής αρχαιότητας.
Κάθε νέα μεταφορά της Οδύσσειας γεννά το ίδιο ερώτημα: πόσο πιστή είναι στον Ομηρο; Το ερώτημα όμως είναι παραπλανητικό. Κανένα μεγάλο έργο δεν επιβιώνει επειδή αναπαράγεται μηχανικά· επιβιώνει επειδή κάθε εποχή το ξαναδιαβάζει μέσα από τις δικές της αγωνίες. Ο Νόλαν δεν επιχειρεί να εικονογραφήσει τον Ομηρο. Προτείνει τη δική του ανάγνωση της Οδύσσειας. Και γι’ αυτό η ταινία του αξίζει να κριθεί όχι με γνώμονα την απόλυτη πιστότητα, αλλά με το κατά πόσον διαλέγεται δημιουργικά με το ομηρικό έπος. Κατά τη γνώμη μου το καταφέρνει ικανοποιητικά.
Ως προς την αφηγηματική δομή της ταινίας ο Νόλαν ανασυνθέτει το ταξίδι του Οδυσσέα μέσα από συνεχείς χρονικές μετατοπίσεις, παραμένοντας πιστός στον πρώτο διδάξαντα της μη γραμμικής αφήγησης που δεν είναι άλλος από τον επικό ποιητή. Η Οδύσσεια αρχίζει in medias res και τα σημαντικότερα επεισόδια του νόστου αποκαλύπτονται αναδρομικά, μέσα από την αφήγηση του ίδιου του ήρωα στους Φαίακες.
Νησί των Φαιάκων, βέβαια, δεν υπάρχει στην ταινία, έτσι χάνεται και η συνάντηση του Οδυσσέα με τη Ναυσικά· μια σκηνή με διάχυτο ερωτισμό. Δεν ακούμε, επίσης, την περίφημη απάντηση «Ούτις» στον Κύκλωπα. Οι σχολαστικοί παρατηρητές βρήκαν ήδη και άλλες πολλές «αποκλίσεις».
Η ουσιαστικότερη, ωστόσο, μετατόπιση αφορά τον ίδιο τον ήρωα. Ο Οδυσσέας του Νόλαν δεν είναι πρωτίστως ο πολύτροπος άνθρωπος της ευφυΐας και της επινοητικότητας. Είναι ένας παλαίμαχος που επιστρέφει από τον πόλεμο τραυματισμένος, κουβαλώντας την ενοχή και το βάρος της μνήμης. Ισως αυτή να είναι τελικά και η ουσία της ταινίας. Ο Νόλαν δεν επιχειρεί να ανασυστήσει πιστά τον ομηρικό κόσμο· τον μεταφράζει στη γλώσσα του 21ου αιώνα. Και αυτή είναι, άλλωστε, η μοίρα όλων των μεγάλων κλασικών έργων: να παραμένουν αιώνια, ακριβώς επειδή επιτρέπουν σε κάθε εποχή να τα διαβάζει διαφορετικά.
*Ο κ. Βασίλειος Π. Βερτουδάκης είναι καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας στο ΕΚΠΑ.
Μύθος, ιστορία, φαντασμαγορία
Του Αριστείδη Χατζή
Ενας καλλιτέχνης του διαμετρήματος του Κρίστοφερ Νόλαν δικαιούται να παρουσιάσει τη δική του εκδοχή ενός έργου όπως είναι η Οδύσσεια. Το αποτέλεσμα είναι, χωρίς υπερβολή, ένα αριστούργημα. Η επιτυχία του, νομίζω, οφείλεται σε δύο παράγοντες:
Ο πρώτος έχει να κάνει με την προσπάθειά του να «ιστορικοποιήσει» την Οδύσσεια αλλά ταυτόχρονα να την ανανοηματοδοτήσει. Την εντάσσει στο ιστορικό και πολιτισμικό πλαίσιο της ύστερης εποχής του Χαλκού και του πρώιμου ελληνικού κόσμου, επιχειρεί να ερμηνεύσει τους μύθους ως προϊόν συγκεκριμένων ιστορικών συνθηκών, απομυθοποιεί υπερφυσικά στοιχεία, παρουσιάζοντάς τα ως γεγονότα που μπορούν να εξηγηθούν ιστορικά ή ανθρωπολογικά. Σε κάποιες περιπτώσεις το κάνει αναχρονιστικά (π.χ. οι άνθρωποι της Εποχής του Χαλκού δεν έχουν αίσθηση περιοδολόγησης) αλλά το σύνολο λειτουργεί ακόμα και όταν η ιστορικοποίηση συνδυάζεται με σύγχρονους προβληματισμούς. Μια εντυπωσιακή ιδέα ήταν η ταύτιση των Ελλήνων που επιστρέφουν με τους επιδρομείς «λαούς της θάλασσας». Η σκηνή κατά την οποία οι σύντροφοι του Οδυσσέα αδυνατούν να καταλάβουν τα σύγχρονα ελληνικά ενός από τα θύματα των επιδρομών τους είναι χαρακτηριστική. Αισθάνεσαι ότι ο Νόλαν τους βλέπει ως εγκλωβισμένος στον χωροχρόνο όπως οι ήρωες στο «Interstellar».
Ο δεύτερος παράγοντας επιτυχίας έχει να κάνει με την κινηματογραφική γλώσσα. Ο κινηματογράφος έχει νόημα όταν η κινηματογραφική γραφή πετυχαίνει να σου δώσει εμπειρίες που δεν μπορεί να σου προσφέρει κανένα άλλο μέσο. Ο Νόλαν το πέτυχε αυτό μεγαλειωδώς ήδη από το «Inception» αλλά εδώ προσφέρει μοναδικές σκηνές που σε κάνουν, σχεδόν, μέτοχο μιας ιστορικής εμπειρίας (αν και βρισκόμαστε στον χώρο της μυθολογίας): οι σκηνές άλωσης και καταστροφής της Τροίας, η εκτέλεση των μνηστήρων, οι φοβερές σκηνές τρικυμίας, το ουρλιαχτό του Πολύφημου, αλλά κυρίως αυτή η μεγαλοφυής ιδέα να μας παρουσιάσει το εσωτερικό του Δούρειου Ιππου και τις συνθήκες μέσα σ’ αυτόν. Αν προσθέσουμε και το πλήθος κινηματογραφικών αναφορών, όπως στο «Spirited Away» του Χαγιάο Μιγιαζάκι στη φοβερή σκηνή μετατροπής των συντρόφων σε γουρούνια από την Κίρκη ή στον «Πλανήτη των Πιθήκων» του Φράνκλιν Σάφνερ στη σκηνή που η περίπολος των Τρώων ανακαλύπτει τον Δούρειο Ιππο βυθισμένο στην άμμο. Ο Νόλαν καταφέρνει να κάνει κάτι ακόμα, θεωρώ πολύ σημαντικό. Να γνωρίσει στο μεγάλο διεθνές κοινό το σημαντικότερο έργο της παγκόσμιας γραμματείας και έτσι να του δώσει το κίνητρο να το προσεγγίσει.
*Ο κ. Αριστείδης Ν. Χατζής είναι καθηγητής Φιλοσοφίας Δικαίου και Θεωρίας Θεσμών και διευθυντής του Εργαστηρίου Πολιτικής και Θεσμικής Θεωρίας και Ιστορίας των Ιδεών στο ΕΚΠΑ.
Σε δύο παράλληλα σύμπαντα
Του Ζαχαρία Μαυροειδή
Κάθε αφήγηση που ανατρέχει στο παρελθόν, ιστορικό ή μυθολογικό, μιλάει πρωτίστως για το παρόν στο οποίο παράγεται. Αν η συζήτηση για το καστ της «Οδύσσειας» αφορούσε πραγματικά την ιστορική ακρίβεια, πλάι στις ενστάσεις για την καταγωγή της Ελένης θα εγείρονταν εξίσου φλογερές διαμαρτυρίες και για την αγγλοσαξονική καταγωγή του Οδυσσέα. Το πραγματικό διακύβευμα είναι το θέμα των ταυτοτήτων, ένα ζήτημα καθ’ όλα σημερινό.
Προσωπικά πήγα να δω την «Οδύσσεια» γεμάτος περιέργεια για το πώς διαχειρίστηκε ο Νόλαν την έννοια του χρόνου, κάτι που αποτελεί καταλυτικής σημασίας δημιουργικό υλικό πολλών ταινιών του, τόσο ως θεματική όσο και ως αφηγηματική δομή («Memento», «Inception», «Interstellar», «Δουνκέρκη», «Tenet», «Οπενχάιμερ»).
Η «Οδύσσεια» συγκροτείται γύρω από τη σύγκρουση δύο χρονικοτήτων, σαν δύο παράλληλα σύμπαντα. Από τη μία βρίσκεται ο ταξιδευτής που περιπλανάται ανά τον κόσμο, σε μια διαρκή εναλλαγή τόπων και συναναστροφών. Από την άλλη βρίσκονται όσοι και όσες περιμένουν να επιστρέψει, εγκλωβισμένοι σε έναν στατικό χωροχρόνο αναμονής. Ο αόρατος άξονας που ενώνει τους δύο πόλους είναι η επιθυμία της επανασύνδεσης. Μια επανασύνδεση που δεν αποτελεί αμιγώς χαρμόσυνο γεγονός καθώς μοιραία ενέχει και την αναγνώριση της αποξένωσης που επέφερε το ταξίδι.
Μια άκρως συγκινητική εκδοχή της αποξένωσης μεταξύ πατρίδας και ταξιδευτή διαπραγματεύεται ο Νόλαν στο «Interstellar». Στην «Οδύσσεια» όμως οι σκηνές της επανασύνδεσης είναι σχετικά διεκπεραιωτικές και χωρίς αντιφάσεις. Καθόλου τυχαία δε απουσιάζει πλήρως η συνάντηση με τη νεκρή μητέρα του Οδυσσέα στον κάτω κόσμο, μια από τις πιο σπαρακτικές στιγμές του έπους που αναδεικνύει το τίμημα της απουσίας.
Στην «Οδύσσεια» του Νόλαν το υπαρξιακό βάρος της αποξένωσης επισκιάζεται από την αναπαράσταση του Τρωικού Πολέμου ως αλληγορία για τη σημερινή κατάπτωση της Δύσης, τρομοκρατημένη από έναν εκ θαλάσσης εχθρό που δεν είναι άλλος από τον ίδιο της τον εαυτό. Αυτή την ερμηνεία υπηρετεί με μαεστρία ο σκηνοθέτης, αξιοποιώντας τη μεγαλειώδη ικανότητα του ομηρικού έπους να συνδιαλέγεται με τα ανθρώπινα πάθη διαφορετικών εποχών.
*Ο κ. Ζαχαρίας Μαυροειδής είναι σκηνοθέτης και συγγραφέας. Η συλλογή διηγημάτων του «Θεριστές» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

