Melena Ryzik / c.2026 The New York Times Company / Απόδοση: Γιώργος Ρομπόλας
Ο Κρίστοφερ Νόλαν δεν κρύβει το άγχος του. «Είναι εξουθενωτικό για τα νεύρα», παραδέχεται ο δημιουργός, αναφερόμενος στην περίοδο λίγο πριν από την πρεμιέρα μιας ταινίας. «Δουλεύεις πάνω σε κάτι για πάρα πολύ καιρό, νοιάζεσαι βαθιά γι’ αυτό, αλλά στο τέλος της ημέρας οι ταινίες ανήκουν στο κοινό. Οπότε, όλα είναι υποκειμενικά».
Η νευρικότητά του ήταν διάχυτη λίγες εβδομάδες πριν από την πρεμιέρα της Οδύσσειας. Πρόκειται για το νέο του ριψοκίνδυνο στοίχημα, το πρότζεκτ που διαδέχεται τον θρίαμβο του Oπενχάιμερ στα Όσκαρ το 2023. «Ήταν ένα τεράστιο εγχείρημα, αναμφίβολα», λέει ο Νόλαν για τη μεταφορά του μνημειώδους έπους του Ομήρου στη μεγάλη οθόνη. «Δεν νομίζω ότι θα ένιωθα έτοιμος να αναμετρηθώ με αυτή την ταινία πριν από αυτή τη στιγμή της καριέρας μου».
Η Οδύσσεια, ένα τρίωρο έπος «εποχής» –από εκείνα που το Χόλιγουντ δεν ρισκάρει πια να χρηματοδοτήσει– με γυρίσματα σε έξι χώρες, χιλιάδες κομπάρσους και «παραδοσιακά» εφέ αντί για ψηφιακό CGI, είναι η πρώτη μεγάλη παραγωγή του «εμπορικού» σινεμά η οποία γυρίστηκε εξ ολοκλήρου με κάμερες IMAX. Στο καστ συναντάμε γνώριμους «στρατιώτες» του Nόλαν, όπως τον Ματ Ντέιμον στον ρόλο του Οδυσσέα και την Αν Χάθαγουεϊ ως Πηνελόπη, αλλά και μερικές εκπλήξεις: τον Τομ Χόλαντ ως Τηλέμαχο, τον Τζον Λεγκουιζά στον ρόλο ενός τυφλού χοιροβοσκού, ακόμα και τον ράπερ Τράβις Σκοτ ως ραψωδό. Η προπώληση των εισιτηρίων για τις IMAX προβολές ξεκίνησε έναν χρόνο πριν. Η ζήτηση ήταν εξαρχής πάρα πολύ υψηλή.
«Ήθελα να κάνω μια ταινία απόλυτα προσβάσιμη», εξηγεί ο Νόλαν. Όμως οι προκλήσεις ήταν τεράστιες, απαιτώντας νέες μηχανικές πατέντες και πρωτότυπη χορογραφία. Για χάρη του Νόλαν και του διευθυντή φωτογραφίας του, Χόιτε βαν Χοϊτέμα, η IMAX σχεδίασε ένα ειδικό σύστημα ηχομόνωσης (blimp system) για να «ντύσει» και να τιθασεύσει την τεράστια –και τρομερά θορυβώδη– κάμερά της. Ήταν τέτοιος ο όγκος της, που οι ηθοποιοί χρησιμοποιούσαν καθρέφτες για να βλέπουν ο ένας τον άλλον γύρω από τον εξοπλισμό. «Στα μισά των γυρισμάτων κοιταχτήκαμε με τον Χόιτε και συνειδητοποιήσαμε: “Ναι, φίλε, αυτό θα δουλέψει”», θυμάται ο Νόλαν.
Σε μια πρόσφατη συνέντευξή του, στην περιοχή SoHο του Μανχάταν, στα γραφεία της εταιρείας που διαχειρίζεται τις δημόσιες σχέσεις του, ο Νόλαν, που τον Ιούλιο κλείνει τα 56 του χρόνια, κοιτάζει με μισό μάτι τις αυστηρά ταξινομημένες, με βάση το χρώμα, βιβλιοθήκες του χώρου. Η δική του συλλογή στο σπίτι, όπως λέει, είναι «ένα κανονικό χάος», την ευθύνη για το οποίο φέρει η Έμα Τόμας – η σύντροφός του από τα φοιτητικά χρόνια, μόνιμη παραγωγός των ταινιών του και μητέρα των τεσσάρων παιδιών τους. «Διαβάζει πέντε βιβλία για κάθε ένα που προλαβαίνω να διαβάσω εγώ», λέει. «Μακάρι να μπορούσα να διαβάζω και εγώ τόσο γρήγορα».

Προετοιμάζοντας την Οδύσσεια, διάβασε «περισσότερες μεταφράσεις από όσες θα ήθελε να θυμάται» και συνειδητοποίησε το εξής: «Είναι το απόλυτο αρχέτυπο κειμένου. Υπάρχει μέσα σε οτιδήποτε έχω κάνει μέχρι σήμερα».
Αν και κουβαλά τη φήμη ενός από τους τελευταίους «πουρίστες» του σινεμά –δεν χρησιμοποιεί καν λεξικό συνωνύμων («δεν βοηθάει στο γράψιμό μου»)–, με αποτέλεσμα να δίνει την αίσθηση ότι είναι τρομερά απόμακρος, από κοντά είναι εξαιρετικά εγκάρδιος. Παρατείνει τη συζήτηση πίνοντας τσάι από ένα θερμός, το οποίο λειτουργεί σχεδόν σαν σημείο στίξης στις σκέψεις του.
Είναι ένα πρότζεκτ που σας ενδιέφερε εδώ και πολύ καιρό. Ποια ήταν η πρώτη σας επαφή με το υλικό;
Είναι μια ιστορία που είχα στο πίσω μέρος του μυαλού μου για χρόνια και την οποία προσλάμβανα με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους ανά περίοδο. Μία από τις πρώτες μου αναμνήσεις είναι από το Δημοτικό στο Λονδίνο, πρέπει να ήμουν πέντε ή έξι ετών, όταν είδα τα μεγαλύτερα παιδιά να ανεβάζουν μια σχετική παράσταση. Θυμάμαι ακόμα τον Δούρειο Ίππο –είμαι σίγουρος ότι ήταν μια χαρτονένια κατασκευή πάνω σε καρότσι– και, κυρίως, τις Σειρήνες.
Δεν ήταν κάτι που κάθισα απλώς να το διαβάσω μια μέρα. Πολλοί άνθρωποι σε αυτή τη χώρα είναι πάρα πολύ εξοικειωμένοι με αυτή την ιστορία και αυτό είναι υπέροχο, αλλά και λίγο τρομακτικό για έναν δημιουργό.

Πόσες εκδοχές του σεναρίου γράψατε;
Έχω την τάση να μη γράφω πολλές. Όταν διασκεύαζα το Oπενχάιμερ –ένα άκρως ακαδημαϊκό, ιστορικό βιβλίο, εξαιρετικά γραμμένο, αλλά 700 σελίδων και πολύ πυκνό– η προσέγγιση ήταν παρόμοια. Το διάβασα και έπειτα κρατούσα σημειώσεις από μνήμης. Τείνω να σκέφτομαι με γεωμετρικούς, μαθηματικούς όρους. Σχεδιάζω πολλά διαγράμματα, κάνω αμέτρητα σκίτσα και μουντζούρες για μήνες ολόκληρους προτού επιτρέψω στον εαυτό μου να γράψει. Στη συνέχεια –αν και ακούγεται ειρωνικό για κάποιον που έχει συνδεθεί με τις μη γραμμικές αφηγήσεις– γράφω με έναν έντονα γραμμικό τρόπο. Ξεκινάω από την πρώτη σελίδα και απλώς πηγαίνω μπροστά.
Αν κοιτούσε κανείς το γραφείο σας, θα το έβλεπε γεμάτο με τέτοια πράγματα;
Ναι, θυμίζει λίγο το Ένας υπέροχος άνθρωπος (A Beautiful Mind). Είναι γεμάτο χαρτιά, πίνακες με καρφίτσες, χρονολόγια, βέλη που κάνουν κύκλους και σχήματα. Υπάρχει μια προσέγγιση σαν το διάγραμμα Βεν [σ.σ: ένα διάγραμμα που δείχνει όλες τις πιθανές λογικές σχέσεις ανάμεσα σε μια πεπερασμένη συλλογή από σύνολα] όσον αφορά την οπτική γωνία της αφήγησης. Μου αρέσει να το κάνω αυτό πριν ξεκινήσω το γράψιμο, γιατί βρίσκω τη συγγραφή πολύ δύσκολη διαδικασία. Όταν αποτυπώνω πια τις λέξεις στο χαρτί, προσπαθώ να ανακαλύψω τους χαρακτήρες μέσα από αυτές.
«Σχεδιάζω πολλά διαγράμματα, κάνω αμέτρητα σκίτσα και μουντζούρες για μήνες ολόκληρους προτού επιτρέψω στον εαυτό μου να γράψει».
Ήσασταν από τα παιδιά που έχτιζαν ολόκληρους κόσμους στο μυαλό τους;
Σίγουρα περνούσα πολύ χρόνο μέσα στη φαντασία μου. Και πάντα αγαπούσα αυτή την πτυχή του σινεμά: μια ταινία που σε παίρνει και σε μεταφέρει κάπου εντελώς διαφορετικά. Όταν ήμουν παιδί, είδα το πρώτο Star Wars του Τζορτζ Λούκας 12 φορές στον κινηματογράφο. Αυτό για μένα ήταν η πεμπτουσία του μέσου: να δημιουργείς έναν ολόκληρο κόσμο τον οποίο μπορείς να καταλάβεις και να ζήσεις μέσα του, ενώ είναι απολύτως ξένος προς την καθημερινότητα. Αυτή είναι η μεγάλη χαρά του σινεμά.
Και αυτό είναι, ουσιαστικά, το δέλεαρ του IMAX, σωστά;
Οι παιδικές μου αναμνήσεις από το σινεμά είναι συνδεδεμένες με αυτή την οθόνη, που έμοιαζε μεγαλύτερη από την ίδια τη ζωή. Ως ενήλικας, προσπαθώ να επιστρέψω εκεί. Προσπαθώ να βάλω τον θεατή πάνω στο κατάστρωμα του πλοίου μαζί με τον Οδυσσέα ή μέσα στη σπηλιά με τον Κύκλωπα. Το IMAX σού δίνει αυτόν τον μεγαλειώδη καμβά. Γι’ αυτό λατρεύω το συγκεκριμένο φορμά. Τα τοπία δείχνουν εκπληκτικά, αλλά τα πρόσωπα είναι απλώς συγκλονιστικά. Ίσως τοποθέτησα το πρόσωπο του Κίλιαν Μέρφι [σ.σ: πρωταγωνιστής του Oπενχάιμερ] κάτω από το βλέμμα αυτής της κάμερας δίχως να δείξω έλεος, αλλά υπάρχει κάτι τόσο πλούσιο, απτό και ανταποδοτικό στο να βλέπεις τα ανθρώπινα πρόσωπα σε τέτοια κοντινά πλάνα.
Σας ρωτούν άλλοι σκηνοθέτες πώς να κάνουν την τεχνολογία του IMAX να δουλέψει για λογαριασμό τους;
Ο Ράιαν Κούγκλερ με πήρε τηλέφωνο πριν δεσμευτεί στο IMAX για το Sinners. Νομίζω ότι στο Dunkirk (2017) ήταν η πρώτη φορά που τον είχα «σύρει» σε μια προβολή πρωτότυπης κόπιας IMAX. Μου αρέσει να δείχνω στους δημιουργούς τις δυνατότητες του φορμά. Με πήρε, λοιπόν, τηλέφωνο όταν έκανε την προετοιμασία, αλλά στην πραγματικότητα νομίζω ότι έψαχνε κάποιον να του πει ότι δεν ήταν τρελό να γυρίσει μια ταινία με βρικόλακες με αυτόν τον τρόπο. Του είπα: «Όχι, ίσα ίσα, θα ήθελα πολύ να το δω αυτό».

Κάτι που μου δίνει μεγάλη ικανοποίηση στην καριέρα μου είναι το ότι αποτελώ μέρος της εξελικτικής διαδικασίας ενός κινηματογραφικού συστήματος. Ο ενθουσιασμός μου για τη δημιουργία μιας ταινίας εξ ολοκλήρου σε IMAX έχει να κάνει και με το τι μπορεί να κάνουν άλλοι σκηνοθέτες στο μέλλον. Θέλω απλώς να δω την ταινία κάποιου άλλου, όταν τη δημιουργήσει με αυτόν τον τρόπο.
Ποιες ταινίες παρακολουθήσατε για να πάρετε έμπνευση;
Το Αντρέι Ρουμπλιόφ (1966) του Ταρκόφσκι έκανε τεράστια εντύπωση σε όλους μας· οι υφές εκείνης της ταινίας είναι πραγματικά αξιοσημείωτες. Επίσης, μία από τις ταινίες που προβάλαμε στο σετ λίγο στα τυφλά –χωρίς να είμαι σίγουρος αν θα αποδεικνυόταν σχετική– ήταν το Ran (1985) του Κουροσάβα. Είναι γυρισμένο με εντελώς διαφορετικό τρόπο, αλλά υπάρχει αυτή η μοναδική σχέση ανάμεσα στο περιβάλλον και στον άνεμο. Τώρα που βλέπω το τελικό μας cut, συνειδητοποιώ ότι η επιρροή του ήταν τεράστια.
Υπήρχαν εικόνες που είχατε καρφωμένες στο μυαλό σας πριν ξεκινήσετε τα γυρίσματα;
Δύο εικόνες με στοιχειώνουν εδώ και πολύ καιρό. Η πρώτη είναι ο Δούρειος Ίππος τη στιγμή που κοντεύει να παρασυρθεί από την παλίρροια, να γέρνει στο πλάι, μοιάζοντας με το τελευταίο πράγμα μέσα στο οποίο θα φανταζόσουν ότι κρύβεται άνθρωπος – ή ότι φτιάχτηκε για να το σύρουν μέσα σε μια πόλη. Δεν συνηθίζω να σκέφτομαι εικόνες μόνο και μόνο για την εικαστική τους ομορφιά. Αντί να δείξω ένα άλογο πάνω σε ροδάκια, ήθελα να παρουσιάσω τον Ίππο έτσι ώστε ένα κοινό που γνωρίζει απέξω την ιστορία να μπορέσει να δει πώς θα λειτουργούσε σε ένα ρεαλιστικό πλαίσιο. Η δεύτερη εικόνα –και δεν θυμάμαι καν από πού πήρα την αρχική έμπνευση– ήταν η ιδέα ενός στρατιώτη που αποκεφαλίζει ένα άγαλμα. Αυτό εξελίχθηκε σε κάτι πολύ σημαντικό για την αφήγηση.
«Αντί να δείξω ένα άλογο πάνω σε ροδάκια, ήθελα να παρουσιάσω τον Ίππο έτσι ώστε ένα κοινό που γνωρίζει την ιστορία να μπορέσει να δει πώς θα λειτουργούσε σε ένα ρεαλιστικό πλαίσιο».
Κάποτε είχατε περιγράψει τον Οπενχάιμερ ως έναν άνθρωπο που ήξερε πώς να δίνει κίνητρα στους άλλους «μέσα από τη θεατρικότητα του χαρακτήρα του». Το ίδιο θα μπορούσε να πει κανείς και για τον Οδυσσέα. Μοιάζει σαν να υπάρχουν πολλοί παραλληλισμοί εδώ.
Όταν τελείωσα την ταινία, ξαφνιάστηκα και εγώ ο ίδιος από αυτό. Σε κάθε ταινία που κάνω, μου αρέσει να αφήνω ερωτήματα ή ανοιχτά θέματα που ίσως μεταφέρω στην επόμενη. Εδώ υπάρχουν πολλές ιδέες γύρω από την ηγεσία, τα αντικρουόμενα κίνητρα, τα ανθρώπινα ελαττώματα· η ιδέα τού πώς οι καλύτερες προθέσεις μπορούν να οδηγήσουν στην απόλυτη καταστροφή. Ο Οδυσσέας είναι ένας εξαιρετικά πολύπλοκος χαρακτήρας, ένας πανούργος άνθρωπος, πανέξυπνος και πολυμήχανος. Με όρους Star Wars, είναι ο Χαν Σόλο. Μόνο που ο Χαν Σόλο δεν είναι ο ήρωας του Star Wars, ο ήρωας είναι ο Λουκ Σκαϊγουόκερ.

Επίσης, δεν διστάζετε να αναδείξετε την ύβρη και την παρορμητικότητά του.
[γελάει] Ε, εκεί ακριβώς είναι που συναντάς ξανά τον Οπενχάιμερ.
«Ο Οδυσσέας είναι ένας εξαιρετικά πολύπλοκος χαρακτήρας, ένας πανούργος άνθρωπος, πανέξυπνος και πολυμήχανος. Με όρους Star Wars, είναι ο Χαν Σόλο».
Πώς θα χαρακτηρίζατε τη δική σας σχέση με το ρίσκο;
Είμαι πάρα πάρα πολύ προσεκτικός. Βλέπω συνεχώς όλα όσα μπορούν να πάνε στραβά ανά πάσα στιγμή. Ανήκω σε αυτή την κατηγορία ανθρώπων.
Ένας τρίτος, βέβαια, κοιτάζοντας το έργο σας και τους τρόπους με τους οποίους καινοτομείτε, θα έλεγε ότι μοιάζετε με τον ήρωα της ταινίας που θέλει να ζήσει πρώτος μια εμπειρία, ακόμη κι αν αυτή είναι τρομερά δύσκολη. Έχω δει τους παραγωγούς σας να σας περιγράφουν ως έναν άνθρωπο που απεχθάνεται το ρίσκο. Και όμως, στην οθόνη κάνετε τεράστια άλματα.
Νομίζω ότι η ερώτησή σας αφορά περισσότερο το δημιουργικό ρίσκο. Αν ενδιαφέρεσαι πραγματικά για το σινεμά και την ιστορία του, το μόνο πράγμα που βλέπεις ξεκάθαρα είναι ότι πρέπει να ρισκάρεις για να πετύχεις. Το μεγαλύτερο ρίσκο απ’ όλα είναι να παίζεις εκ του ασφαλούς. Αυτό είναι που αποτυγχάνει σταθερά στο mainstream σινεμά. Το κοινό ψάχνει κάτι καινούργιο. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι εγώ δεν το βλέπω ως ρίσκο.

Θυμάμαι μια κουβέντα με την Έμα όταν της πρωτοέδειξα το σενάριο του Memento [σ.σ. η ταινία που τον καθιέρωσε το 2000], με την αντίστροφη δομή του και όλα τα σχετικά. Της άρεσε το σενάριο, αλλά ένιωθε ότι παίρναμε μεγάλο ρίσκο, ένα δυσβάσταχτο βάρος. Και θυμάμαι να της λέω: «Όχι, εγώ μπορώ να το κάνω αυτό. Υπάρχουν πολλοί σκηνοθέτες που μπορούν να το κάνουν με έναν πιο στρωτό τρόπο. Το να έχεις πραγματικά κάτι καινούργιο να φέρεις στο τραπέζι μετριάζει το ρίσκο· σου δίνει έναν τρόπο να ξεχωρίσεις». Στη συνέχεια, βέβαια, προσπαθήσαμε να το πουλήσουμε σε ανθρώπους που δεν καταλάβαιναν ούτε στο ελάχιστο το κόνσεπτ, οπότε αποδείχθηκε πως είχε απόλυτο δίκιο. Αλλά τελικά η ταινία έφτασε στο κοινό, και το κοινό την εκτίμησε. Το ρίσκο κρύβεται στους ενδιάμεσους – στους χρηματοδότες, στα στούντιο. Αν καταφέρεις να φτάσεις στον θεατή… Εντάξει, δεν θέλω να κάνω προβλέψεις γι’ αυτή την ταινία, αλλά στο παρελθόν έχουμε ανταμειφθεί πλουσιοπάροχα επειδή δείξαμε εμπιστοσύνη στο κοινό.
Βλέποντας την ταινία, σκέφτηκα πολύ την προέλευση της έννοιας της φιλοξενίας από την αρχαιοελληνική εποχή –τον Ξένιο Δία, όπως μαθαίνουμε στην Ιστορία– και το πώς λειτουργεί στη σημερινή, βαθιά διχασμένη εποχή μας.
Το μεγαλείο αυτού του έπους είναι τέτοιο που, ενώ αρχικά προσεγγίζεις αυτά τα ζητήματα σαν κάτι το αρχαίο και εντελώς ξένο σ’ εσένα, όσο τα εξερευνάς, γίνονται συγκλονιστικά επίκαιρα. Ο «νόμος» του Δία είναι ουσιαστικά ο «χρυσός κανόνας» –«να φέρεσαι στους άλλους όπως θα ήθελες να σου φερθούν»– με τη θεολογική υποσημείωση, για τον κόσμο των ηρώων της Οδύσσειας, ότι ο ξένος που χτυπά την πόρτα σου μπορεί να είναι ένας μεταμφιεσμένος θεός.
Για εκείνον τον κόσμο, ήταν ξεκάθαρα ζήτημα επιβίωσης. Αν έφευγες από το σπίτι σου για περισσότερες από δύο μέρες, εξ ορισμού αφηνόσουν στο έλεος των ξένων. Ήταν ο μόνος τρόπος για να λειτουργήσει η κοινωνία. Αυτό έγινε κομβικό για την ταινία και, μόλις αρχίσεις να εμβαθύνεις, συνειδητοποιείς ότι τίποτα δεν έχει αλλάξει. Αυτό είναι το παν για να κρατηθεί μια πολιτισμένη κοινωνία όρθια ή, ακόμα, και για να ορίσεις την έννοια του πολιτισμού.
Υπάρχει κάποιο ηθικό δίδαγμα που θα θέλατε να δει ο κόσμος; Ειδικά παρουσιάζοντάς το μέσα από μια μεγάλη, εμπορική ταινία;
Απόλυτα, εκατό τοις εκατό. Αλλά δεν θέλω να το διατυπώσω με λέξεις. Θέλω ο κόσμος να το βιώσει μέσα από την ταινία. Έχω πολύ έντονα συναισθήματα για το πώς με συγκινεί αυτή η ιστορία στο επίπεδο της ηθικής. Ελπίζω ότι οι θεατές θα νιώσουν το ίδιο.
Αυτός ήταν ο λόγος που βιώσατε τόσο έντονη έλξη για το συγκεκριμένο πρότζεκτ στη δεδομένη χρονική συγκυρία;
Νομίζω πως ναι, αλλά δεν το γνώριζα όταν ξεκινούσα. Ως σκηνοθέτης, πρέπει να κινείσαι παρορμητικά. Έψαχνα μια νέα πρόκληση για τον εαυτό μου μέσα από ένα εντελώς διαφορετικό είδος αφήγησης και αναζητούσα ένα «κενό» στη σύγχρονη κουλτούρα. Κοιτούσα την ελληνική μυθολογία, την ίδια την Οδύσσεια, και αναρωτιόμουν: Γιατί δεν έχει γίνει μέρος του σύγχρονου σινεμά; Αυτό είναι εξαιρετικά συναρπαστικό για έναν δημιουργό. Μετά, καθώς εμβαθύνεις, λες: τι υπάρχει εδώ για να αναμετρηθείς πραγματικά μαζί του; Ιστορίες όπως η Οδύσσεια και το Oπενχάιμερ είναι σπουδαίες επειδή έχουν αυτούς τους εσωτερικούς κραδασμούς, αυτά τα περίπλοκα προβλήματα, τα ηθικά διλήμματα. Μιλούν για αδιέξοδες καταστάσεις. Αυτό είναι που γεννά μια συγκλονιστική ιστορία.

Όταν είστε σε φάση παραγωγής, βλέπετε καθόλου όνειρα για την ταινία;
Έχω την τάση να ονειρεύομαι περισσότερο τη διαδικασία των γυρισμάτων, πράγμα φρικτό. Βλέπω αυτά τα τρομερά αγχώδη όνειρα όπου, ας πούμε, η μέρα κοντεύει να τελειώσει και δεν έχουμε πετύχει ούτε ένα πλάνο. Δεν είναι πολύ χρήσιμα όνειρα. Όταν γράφω, τότε είναι που τείνω να ονειρεύομαι περισσότερο την ίδια την ιστορία.
«Ιστορίες όπως η Οδύσσεια και το Oπενχάιμερ είναι σπουδαίες επειδή έχουν αυτούς τους εσωτερικούς κραδασμούς, αυτά τα περίπλοκα προβλήματα, τα ηθικά διλήμματα».
Μου φαίνεται κάπως σοκαριστικό το γεγονός ότι, από όλους τους σκηνοθέτες, εσείς είστε εκείνος που ξυπνά ακόμα με κρύο ιδρώτα.
Ε, είναι μέρος τού να βλέπεις όλα όσα μπορούν να πάνε στραβά. Αλλά μία από τις λειτουργίες των ονείρων είναι αυτή: η πρόβλεψη. Σε προειδοποιεί για κάτι που σου λέει το υποσυνείδητό σου. Πολύ συχνά, αν δεν μπορώ να κοιμηθώ πριν από ένα γύρισμα –και έχω περάσει πολλά άσχημα βράδια Κυριακής– είναι επειδή δεν έχω σχεδιάσει σωστά τη δουλειά της εβδομάδας. Μένεις ξύπνιος όλη τη νύχτα επεξεργαζόμενος πράγματα που ίσως δεν είχες χρόνο να αναλύσεις την προηγούμενη εβδομάδα. Οπότε, αντιλαμβάνομαι όλο και περισσότερο τη χρησιμότητα αυτής της διαδικασίας και πλέον είμαι ψύχραιμος με την έντασή της, αν αυτό βγάζει νόημα.
Για να αλλάξουμε λίγο κλίμα και να μεταφερθούμε σε κάτι χειροπιαστό: στην ένταση που βιώνει η βιομηχανία του κινηματογράφου, η οποία περνάει μια περίοδο ύφεσης και συρρίκνωσης. Εδώ και έναν χρόνο είστε πρόεδρος του Σωματείου Σκηνοθετών της Αμερικής (DGA). Ποια θεωρείτε κύρια αποστολή σας;
Να βοηθήσω τα μέλη του DGA – σκηνοθέτες, βοηθούς σκηνοθέτη, διευθυντές παραγωγής, stage managers. Οι περισσότεροι από αυτούς εργάζονται στην τηλεόραση. Και δεν πρόκειται απλώς για μια «στιγμή» συρρίκνωσης· η τηλεοπτική παραγωγή έπιασε κορυφή το 2016. Αυτή είναι μια μακρά, παρατεταμένη ύφεση. Οι σκηνοθέτες τηλεοπτικών επεισοδίων αντιμετωπίζουν αυτή τη στιγμή 50% ανεργία. Είναι τρομακτικό. Αυτό που χρειάζεται πραγματικά είναι ένα ομοσπονδιακό φορολογικό κίνητρο. Και η πρόθεσή μου είναι να προσπαθήσω να εμπλέξω τα στούντιο, ώστε να ασκήσουν πίεση σε αυτό το κομμάτι από επιχειρηματική σκοπιά. Πρέπει να φέρουμε την παραγωγή πίσω στις Ηνωμένες Πολιτείες. Είναι πάρα πάρα πολύ σημαντικό.
Είναι γνωστό ότι δεν είστε χρήστης smartphone. Θεωρείτε τον εαυτό σας τεχνοφοβικό;
Όχι. Θεωρώ τον εαυτό μου τεχνο-σκεπτικιστή. Ο λόγος που ακόμα γυρίζω σε φιλμ είναι επειδή είναι ανώτερο στο να αποτυπώνει τον τρόπο με τον οποίο το ανθρώπινο μάτι βλέπει τον κόσμο από οποιοδήποτε ψηφιακό σύστημα εικόνας έχω δει – και τα έχω μελετήσει όλα πολύ προσεκτικά. Το αναλογικό χρώμα είναι διαφορετικό από το ψηφιακό, οπότε για μένα το σημαντικό είναι να έχεις την επιλογή. Από την άλλη, πάντα μοντάρω τις ταινίες μου ψηφιακά και προφανώς χρησιμοποιούμε ηλεκτρονικούς υπολογιστές στα οπτικά μας εφέ. Αγκαλιάζω τη νέα τεχνολογία συνεχώς, αλλά συχνά πλασάρεται στον κόσμο εις βάρος συστημάτων που μπορεί να είναι ακόμα έγκυρα και βιώσιμα. Αυτό είδα να συμβαίνει στη βιομηχανία μας – μαζί με τα ξερά, καίγονται και τα χλωρά. Κοντέψαμε να χάσουμε το φιλμ!
Η Οδύσσεια του Κρίστοφερ Νόλαν έρχεται στα ελληνικά σινεμά στις 16 Ιουλίου, σε διανομή Tanweer. Πρωταγωνιστούν: Ματ Ντέιμον, Τομ Χόλαντ, Αν Χάθαγουεϊ, Ρόμπερτ Πάτινσον, Λουπίτα Νιόνγκο, Ζεντάγια, Σαρλίζ Θερόν.

