Χιλιάδες δημοσιεύματα, φήμες, γνώμες, ντιμπέιτ κυκλοφόρησαν όλο το προηγούμενο διάστημα για την «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν. Δύσκολα μπορεί να θυμηθεί κανείς ταινία περισσότερο αναμενόμενη –τουλάχιστον την τελευταία δεκαπενταετία– από το φιλμ του Βρετανού κινηματογραφιστή.
Πλέον, με την ταινία στις αίθουσες μπορούμε να εστιάσουμε σε όσα πραγματικά είδαμε (ή δεν είδαμε) στη μεγάλη οθόνη, προβλέποντας με αρκετή ασφάλεια και ποια είναι τα ζητήματα που θα συζητηθούν το επόμενο διάστημα.
Χωρίς το νησί των Φαιάκων
Για να είμαστε ειλικρινείς, η κινηματογραφική «Οδύσσεια» βρίσκεται αρκετά πιο κοντά στο σπουδαίο λογοτεχνικό της πρότυπο από όσο την ήθελαν οι περισσότερες προβλέψεις. Ο Κρίστοφερ Νόλαν και οι συνεργάτες του είναι φανερό ότι μελέτησαν τον Ομηρο, με διάθεση όχι να τον μεταφέρουν επακριβώς στην οθόνη, πράγμα ούτως ή άλλως αδύνατο, αλλά να τον ερμηνεύσουν με δημιουργικό σεβασμό. Αν πάντως κάτι απουσιάζει τρανταχτά από το σενάριο που συνέγραψε ο ίδιος ο Νόλαν, αυτό είναι το νησί των Φαιάκων και ολόκληρο το πέρασμα του ήρωα από εκεί, πριν καταλήξει επιτέλους στην αγαπημένη του Ιθάκη. Στην ομηρική «Οδύσσεια», το συγκεκριμένο κομμάτι αποτελεί φυσικά τη ραχοκοκαλιά της αφήγησης, αφού ο ήρωας, ήδη στη ραψωδία ζ, φτάνει ημιθανής στο νησί της Ναυσικάς, όπου θα «παραμείνει» μέχρι και τη ραψωδία ν, πριν αναχωρήσει για την πατρίδα του. Στο ενδιάμεσο παρεμβάλλεται ουσιαστικά η ιστόρηση σχεδόν όλων των περιπετειών του, όπως εκείνος τις αφηγείται στο παλάτι του βασιλιά των Φαιάκων, Αλκίνοου.

Ο Νόλαν πιθανόν θεώρησε ότι το συγκεκριμένο αφηγηματικό σχήμα δεν θα λειτουργούσε το ίδιο καλά στον κινηματογράφο, οπότε αποφάσισε να το αλλάξει: στη δική του «Οδύσσεια», ο ήρωας αφηγείται τις περιπλανήσεις του, μέσω εκτεταμένων φλας μπακ, κυρίως στην Καλυψώ, ενώ τα υπόλοιπα κενά συμπληρώνονται αποτελεσματικά σε σκηνές με άλλους πρωταγωνιστές. Αξιοσημείωτο είναι, επίσης, ότι ο Νόλαν προσθέτει ένα κάπως αόριστο «ταξίδι προς τη Δύση» (άραγε την… Αμερική;) για το οποίο τελικά αναχωρούν Οδυσσέας και Πηνελόπη, προκειμένου να τιμήσουν τις ψυχές των χαμένων συντρόφων του. Θα μπορούσε και να παραλειφθεί.
Ο νόμος του Δία
Μια φράση που επανέρχεται ξανά και ξανά στην ταινία είναι αυτή που έχει να κάνει με τον περίφημο «νόμο του Δία», ο οποίος αναφέρεται προφανώς στη φιλοξενία (Ξένιος Ζευς), έννοια ιερή και προστατευμένη θεϊκά στην αρχαία Ελλάδα. Εδώ πάντως παρουσιάζεται περίπου ως «ευχή και κατάρα»· αλλού ευεργετεί τους πρωταγωνιστές, όπως τον Οδυσσέα στα ταξίδια του ή τον Τηλέμαχο κατά την επίσκεψή του στη Σπάρτη και αλλού αποδεικνύεται παρ’ ολίγον καταστροφική, όπως στην παρατεταμένη παραμονή των μνηστήρων έξω από τις πόρτες της Πηνελόπης στο παλάτι της Ιθάκης. Δεν θέλει πολλή φαντασία για να υποθέσει κανείς το πώς αυτές οι επιλογές μπορούν να ερμηνευθούν στη σύγχρονη εποχή της γενικευμένης καχυποψίας και των περίπλοκων μεταναστευτικών πολιτικών. Η καταπάτηση του «νόμου του Δία» στην ταινία –αλλά και στην αρχαιοελληνική γραμματεία– οδηγεί σε ολέθριες συνέπειες, δίχως πολλές περιστροφές. Αν ο Οδυσσέας ταξίδευε ως μετανάστης στον σημερινό κόσμο μπορεί και να νοσταλγούσε τους Λαιστρυγόνες.
Η τραυματισμένη Ωραία Ελένη
Το βασικότερο ίσως θέμα, που σήκωσε θύελλα συζητήσεων το διάστημα πριν από την κυκλοφορία της «Οδύσσειας», ήταν η περίφημη «μαύρη Ωραία Ελένη» της Λουπίτα Νιόνγκο. Από τη στιγμή που έγινε γνωστό ότι η βραβευμένη με Οσκαρ ηθοποιός θα ερμηνεύσει την ωραιότερη γυναίκα του αρχαίου κόσμου οι αντιδράσεις ήταν σφοδρές, από εκείνους που απλώς σημείωναν ότι η Σπαρτιάτισσα Ελένη δύσκολα θα είχε αφρικανικά χαρακτηριστικά, μέχρι τις απροκάλυπτα ρατσιστικές αναφορές όσων περηφανεύονται ότι δεν υπομένουν τον «ζυγό» της woke ατζέντας.
Ο Βρετανός κινηματογραφιστής παρουσιάζει τον βασιλιά της Ιθάκης γήινο και ευάλωτο, ενώ θέτει ζητήματα που αφορούν το σήμερα, όπως ο νόμος του Ξένιου Δία και η μοίρα των αμάχων σε έναν πόλεμο.
Τι είδαμε στην ταινία; Τη Λουπίτα Νιόνγκο να υποδύεται με αξιοπρέπεια όχι τη γυναίκα για τα μάτια της οποίας «κινητοποιήθηκαν χίλια πλοία», όπως π.χ. η ακαταμάχητη Νταϊάν Κρούγκερ στην «Τροία», αλλά βασικά ένα ακόμα θύμα του πολέμου, φέροντας τα τραύματα και τη σοφία εκείνης που επιβίωσε. Με το μισό πρόσωπο σημαδεμένο από τη νύχτα της πτώσης της Τροίας, η Ελένη εμφανίζεται, σε μια σκηνή μόλις 2-3 λεπτών, στο πλευρό του Μενέλαου, τον οποίο επισκέπτεται ο Τηλέμαχος στη Σπάρτη προκειμένου να ζητήσει πληροφορίες για την τύχη του πατέρα του. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Νιόνγκο υποδύεται επίσης τη δίδυμη αδελφή της Ελένης, Κλυταιμνήστρα (σ.σ. εδώ ο Νόλαν προφανώς παραλλάσσει τον μύθο, αφού οι δυο τους δεν είναι δίδυμες), καθώς εκείνη σχεδιάζει και εκτελεί τον φόνο του Αγαμέμνονα, μετά την επιστροφή του από την Τροία. Μαύροι ηθοποιοί πάντως υπάρχουν αρκετοί ακόμα στην κινηματογραφική «Οδύσσεια», όπως π.χ. η Ζεντάγια, που υποδύεται –με αξιοθαύμαστη λιτότητα– τη θεά Αθηνά ή ο ινδικής καταγωγής Χιμές Πατέλ, στον ρόλο του πιστού συντρόφου του Οδυσσέα, Ευρύλοχου.
Ραψωδός με προφορά Μπρονξ
Ισως η πιο παράξενη και εμφανώς αναχρονιστική επιλογή του Κρίστοφερ Νόλαν έχει να κάνει με τον χαρακτήρα του ραψωδού. Ο Αφροαμερικανός ράπερ Τράβις Σκοτ, ένας ραψωδός της εποχής μας(;), τον ερμηνεύει, καθώς εκείνος αρχίζει να διηγείται την ιστορία της πτώσης της Τροίας στο γιορτινό τραπέζι των μνηστήρων. Στο χέρι του κρατάει το ραβδί, με το οποίο όντως οι ραψωδοί έδιναν τον ρυθμό κατά τη διάρκεια της απαγγελίας τους – απλώς η προφορά… Μπρονξ μοιάζει ελαφρώς εκτός θέματος.
Σε κάθε περίπτωση, ολόκληρη η ηχητική επένδυση της «Οδύσσειας» είναι αριστουργηματική. Εκπληρώνοντας την υπόσχεση η ταινία του να μην ακούγεται όπως καμία άλλη του επικού-ιστορικού υποείδους, ο Νόλαν και ο ιδιοφυής συνθέτης του, Λούντβιχ Γιόρανσον, έχουν δημιουργήσει μια ηχητική παλέτα βασισμένη αποκλειστικά στην αρχαιοελληνική λύρα, τον αυλό, τα κρουστά (που συχνά συνταράσσουν την αίθουσα) και τα ανθρώπινα φωνητικά· ο τελετουργικός χαρακτήρας, το μυστήριο, η ανάδειξη της λεπτομέρειας, στοιχεία που διατρέχουν όλη την ταινία, αναδεικνύονται πρώτιστα μέσα από τη μουσική και τον ήχο. Σε ένα από τα φλας μπακ της αρχής, ο ήχος της χορδής που ο Οδυσσέας δοκιμάζει στο τόξο του ταυτίζεται με μια μοναδική νότα της λύρας· όταν στο τέλος θα φτάσει η στιγμή να τεντωθεί ξανά το τόξο για να αποκαλυφθεί ο ήρωας μπροστά στους μνηστήρες, η ίδια νότα ολοκληρώνει την προοικονομία με τρόπο που μάλλον θα ενέκρινε και ο Ομηρος.
Πολυμήχανος αντιήρωας
Οσοι περίμεναν έναν Οδυσσέα ανάλογο με τον Αχιλλέα (Μπραντ Πιτ) της «Τροίας» μάλλον θα απογοητευθούν. Ούτως ή άλλως ο «πολυμήχανος» ήρωας του έπους δεν είναι ιδιαίτερα φημισμένος για τις πολεμικές του επιδόσεις ή για την ασύγκριτη γενναιότητά του, ωστόσο εδώ δεν είναι λίγες οι στιγμές που ο αντιηρωικός χαρακτήρας βγαίνει έντονα στην επιφάνεια, για να μας υπενθυμίσει ότι ο Οδυσσέας είναι πάνω από όλα άνθρωπος, από αυτούς που φέρουν μέσα τους τον φόβο του θανάτου και το δέος μπροστά στη θεϊκή παρέμβαση. Ενας πρωταγωνιστής «γειωμένος», με αγωνίες και ελπίδες που μιλούν στον καθημερινό άνθρωπο. Και μπορεί προς το φινάλε να μετατρέπεται για λίγο σε… Μπάτμαν –για να μιλήσουμε με νολανικούς όρους– προκειμένου να αντιμετωπίσει τους συγκεντρωμένους μνηστήρες, όμως είναι φανερό πως πρόκειται μόνο για έναν θνητό που πολεμάει με τη λύσσα χιλίων λεόντων για να πάρει πίσω το σπίτι του.

Το αντιπολεμικό μήνυμα και οι τύψεις του Οδυσσέα
Η ανησυχία για τους «ανθρώπους της θάλασσας» και η τρομακτική διαπίστωση της ταυτότητάς τους
Ο μηχανισμός της πύλης τίθεται αργά αργά σε λειτουργία. Οι βαριές αμπάρες αποσύρονται τρίζοντας και οι θύρες ανοίγουν με πάταγο. Ακριβώς απέξω η σκιά ενός ψηλού πολεμιστή, ντυμένου με μια εντυπωσιακή πανοπλία –είναι εκείνη η πολυσυζητημένη του Αγαμέμνονα– δεσπόζει στο φως των δαυλών που κρατούν οι στρατιώτες πίσω του. Η σκηνή φέρνει στον νου κάτι από το «Ran» του Κουροσάβα, το οποίο ο Κρίστοφερ Νόλαν έχει αναφέρει ως επιρροή για τη δική του «Οδύσσεια». Οι επιτιθέμενοι δεν περιμένουν σύνθημα, απλά εφορμούν με όλη τους την ταχύτητα στο εσωτερικό των τειχών που επί τόσα χρόνια τους απαγόρευαν την είσοδο στην πόλη. Η Τροία πέφτει, παραδομένη στο τέχνασμα του Δούρειου Ιππου και η σφαγή αρχίζει, όμως ο Νόλαν αποστρέφει σχετικά γρήγορα το (κινηματογραφικό) βλέμμα.
Η Τροία ακόμη καίγεται
Θα επιστρέψει μόλις στο καταληκτικό κομμάτι της ταινίας, το βράδυ όπου ο Οδυσσέας, ντυμένος με τα κουρέλια του ζητιάνου, κάθεται έξω από την πόρτα της Πηνελόπης για να της μεταφέρει, ως απλός δήθεν βετεράνος του Τρωικού Πολέμου, όσα θυμάται από τον σύζυγό της. Η αφήγησή του θα καταλήξει σε μια συγκλονιστική εξομολόγηση, όπου ο ήρωας παραδέχεται τα ειδεχθή εγκλήματα που συντελέστηκαν εκείνη τη νύχτα στην πόλη του Πριάμου. Οι σκηνές από την Τροία επανέρχονται, ωστόσο αυτή τη φορά στην ατμόσφαιρα δεν κυριαρχεί η προσμονή της νίκης ούτε ο πυρετός της δράσης, αλλά η ενοχή.

Η δολοφονία των γυναικόπαιδων, η βεβήλωση των ιερών των θεών και η δήωση της λαμπρής πολιτείας από τους Ελληνες αποτελεί μια ανείπωτη ύβρι, που και ο ίδιος ο Οδυσσέας αντιλαμβάνεται καθώς θαλασσοδέρνεται τα επόμενα δέκα χρόνια, προσπαθώντας να επιστρέψει στην πατρίδα του. Στη διάρκεια των περιπετειών του, όπως και κατά το ταξίδι του Τηλέμαχου στη Σπάρτη, ακούγεται συνεχώς ένας ψίθυρος, μια φήμη για την κάπως αόριστη, αλλά τρομακτική απειλή των «ανθρώπων της θάλασσας», που θα έρθουν για να αφανίσουν περίπου ό,τι βρουν στο διάβα τους. «Εμείς είμαστε αυτοί», λέει ο Οδυσσέας στην Πηνελόπη, καθώς συνειδητοποιεί ότι οι αποτρόπαιες πράξεις τους έχουν βάλει τον φόβο στις καρδιές των ανθρώπων της οικουμένης. Ο (διαβασμένος) Νόλαν από την πλευρά του απηχεί δημιουργικά με τον τρόπο αυτό μια από τις δημοφιλέστερες θεωρίες για τους περίφημους «λαούς της θάλασσας», οι οποίοι επέδραμαν σε διάφορα σημεία της Ανατολικής Μεσογείου κατά τα τέλη της Εποχής του Χαλκού.
Μπορεί η παραπάνω σκηνή της εξομολόγησης να μην έχει ακριβές ομηρικό αντίστοιχο, ωστόσο αποτελεί την καρδιά του δεύτερου επιπέδου της ταινίας και τον βασικό λόγο που αυτή ανέρχεται τελικά στη σφαίρα του κινηματογραφικού αριστουργήματος. Το αντιπολεμικό μήνυμα, που ξεκάθαρα εκπέμπεται εδώ, δεν είναι μόνο διαχρονικό αλλά και συνεπές για τον ίδιο τον Νόλαν, ο οποίος είχε κάνει κάτι παρόμοιο και στον οσκαρικό «Οπενχάιμερ». Στην «Οδύσσεια» του Νόλαν οι εκπρόσωποι του «μεγαλύτερου πολιτισμού που έχει δημιουργηθεί ποτέ», όπως διαμείβεται κάποια στιγμή μεταξύ Πηνελόπης και Τηλέμαχου, είναι τελικά και οι υπεύθυνοι της καταστροφής του, κάτι που έχει επαναληφθεί αρκετές φορές στην ανθρώπινη ιστορία. Οπως άλλωστε κυνικά παραδέχεται και ο Μενέλαος, στην πραγματικότητα ο πόλεμος δεν έγινε για χάρη της Ελένης, αλλά για τον «έλεγχο των εμπορικών δρόμων», που ήθελε να κερδίσει ο Αγαμέμνονας.
Η σκηνή της εξομολόγησης δεν υπάρχει στον Ομηρο, ωστόσο αποτελεί την καρδιά του δεύτερου επιπέδου της ταινίας και τον βασικό λόγο που την καθιστά κινηματογραφικό αριστούργημα.
Τραύματα στην ψυχή
Αυτές πάντως δεν είναι οι μοναδικές τύψεις που αισθάνεται ο Οδυσσέας. Ακόμα χειρότερες είναι εκείνες που τον κατατρύχουν σχετικά με τη μοίρα των χαμένων συντρόφων του. Ως ηγέτης που νιώθει την ευθύνη τους, θα βρεθεί μπροστά σε μερικά τρομακτικά διλήμματα, ενώ οι ψυχές των πεθαμένων θα τον πάρουν κυριολεκτικά στο κυνήγι όταν θα ταξιδέψει ώς τον Αδη για να λάβει χρησμό από τον Τειρεσία. Εκτός όλων των υπολοίπων, ο Οδυσσέας είναι προφανώς ένας βετεράνος στρατιώτης με τα σχετικά τραύματα, σωματικά και ψυχικά, που φέρει κάποιος της κλάσης του.
Ξανά ο Νόλαν διευρύνει τα όρια του έπους, προκειμένου να μιλήσει για εκείνους που έχουν υπηρετήσει διαχρονικά στα διάφορα πολεμικά μέτωπα· το κάνει βέβαια με τρόπο αβίαστο, όπως και τα περισσότερα πράγματα σε αυτή την ταινία, η οποία αποτελεί σίγουρα άλλο ένα χρυσό αστέρι στη δική του κινηματογραφική «στολή».

