Στις 7 Ιανουαρίου 2026, οι New York Times αφιέρωσαν ένα μεγάλο πορτρέτο στον Μάριο Μπανούσι και στο έργο του «MAMI», περιγράφοντάς το ως «Ενα ονειρικό, ποιητικό κολλάζ που μιλάει χωρίς λέξεις». Λίγες ημέρες αργότερα, το «MAMI» «άνοιξε» το Under the Radar Festival στη Νέα Υόρκη.
Η συγκεκριμένη παράσταση, σε ανάθεση και παραγωγή της Στέγης Ιδρύματος Ωνάση, ήταν το αποκορύφωμα μιας σειράς συνεργασιών του Μπανούσι με ελληνικούς οργανισμούς. Στην ελληνική σκηνή παρουσίασε δύο έργα που εκτόξευσαν τη φήμη του: «Goodbye, Lindita» (Εθνικό Θέατρο, 2023) και «Taverna Miresia – Mario, Bella, Anastasia» (Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, 2023) που από το 2023 έως σήμερα έχουν παρουσιαστεί σε περισσότερες από 10 χώρες χάρη στο πρόγραμμα Showcase του Εθνικού Θεάτρου που ξεκίνησε επί καλλιτεχνικής διεύθυνσης του Γιάννη Μόσχου και μέσω της πλατφόρμας Grape – Greek Agora of Performance (2023-2025) του Φεστιβάλ Αθηνών – Επιδαύρου, που υλοποιήθηκε από την τέως διευθύντριά του Κατερίνα Ευαγγελάτου.
Ιστορίες επιτυχίας
Η διαδρομή του Μπανούσι δεν είναι μια μεμονωμένη ιστορία επιτυχίας. Στον δρόμο που άνοιξαν ο Δημήτρης Παπαϊωάννου, ο Ευριπίδης Λασκαρίδης, ο Χρήστος Παπαδόπουλος, τουλάχιστον 15 ελληνικές παραγωγές περιόδευσαν και περιοδεύουν εδώ και τρία χρόνια σε περισσότερα από 70 θέατρα και φεστιβάλ στην Ευρώπη, τη Βόρεια Αμερική, τα Βαλκάνια και τη Μεσόγειο. Με σημείο εκκίνησης την Ελλάδα, διεθνή πορεία έχουν διαγράψει, μεταξύ άλλων, οι παραστάσεις του Ανέστη Αζά «Η Δημοκρατία του Μπακλαβά» και «Τα σκυλιά», το «Hystory» της χορογράφου Πατρίσιας Απέργη, οι «Σπυριδούλες» της Νεφέλης Μαϊστράλη, το «Bless This Mess» της Κατερίνας Ανδρέου, το «Αγρίμι» της Λενιώς Κακλέα, οι «Κλημεντίνες χωρίς κουκούτσι» της Νοεμή Βασιλειάδου, οι «Βάκχες» με αφετηρία του έργο του Ευριπίδη, της Ελλης Παπακωνσταντίνου.

Διαφορετικά μεταξύ τους, τα έργα συγκλίνουν σε μια κοινή σκηνική γλώσσα. Κινούνται ανάμεσα στο προσωπικό και στο πολιτικό, συνομιλούν με την αρχαιοελληνική γραμματεία, την ιστορία, τη μνήμη και τη σύγχρονη εμπειρία, διασταυρώνουν τεκμήρια και μυθοπλασία, χορό και θέατρο, και αποφεύγουν το φολκλόρ και τη νοσταλγία. Στις διεθνείς κριτικές αρχίζει να διαμορφώνεται παράλληλα ένα κοινό λεξιλόγιο για να περιγράψει την ελληνική σκηνή. Ο Guardian επανέρχεται στη φράση «ακατέργαστη συναισθηματική ευφυΐα». Οι New York Times μιλούν για «μια νέα μεσογειακή ευαισθησία». Στο Φεστιβάλ της Αβινιόν οι επιμελητές συζητούν για «μια σκηνή που δεν μοιάζει με καμία άλλη στην Ευρώπη».
Ενα ζωντανό οικοσύστημα
Πρόκειται άραγε για μια συγκυριακή άνθηση ή για τη διαμόρφωση ενός νέου οικοσυστήματος; Για πρώτη φορά η συζήτηση περί εξωστρέφειας δεν αφορά μόνο τις ίδιες τις παραστάσεις, αλλά και τις δομές που τις φέρνουν σε επαφή με τον κόσμο της τέχνης. Τα τελευταία χρόνια, δημόσιοι οργανισμοί και ιδρύματα επένδυσαν συστηματικά και συντονισμένα στη διεθνή παρουσία της ελληνικής σκηνής, όχι μόνο χρηματοδοτώντας παραγωγές αλλά δημιουργώντας μηχανισμούς γνωριμίας με επιμελητές, φεστιβάλ και δίκτυα του εξωτερικού.
Το ζητούμενο όλων δεν είναι να αναδειχθεί ο επόμενος διεθνής αστέρας των ελληνικών παραστατικών τεχνών. Είναι να παγιωθεί η μέθοδος ώστε κάθε νέα διαδρομή προς το εξωτερικό να μην ξεκινάει από το μηδέν.
Με αυτόν τον σκοπό συστάθηκε πολύ πρόσφατα το SYSTEMA – For the Greek Performing Arts από το Φεστιβάλ Αθηνών – Επιδαύρου, το Εθνικό Θέατρο και το Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας. Είναι μια νέα πλατφόρμα που βασίζεται στα ισχυρά διεθνή θεμέλια του Grape – Greek Agora of Performance και του Showcase, σε μια αλυσίδα ανθρώπων που δούλεψαν αθόρυβα ώστε η ελληνική σκηνή να κινείται διεθνώς.
Στα τρία χρόνια λειτουργίας της πλατφόρμας του Grape φιλοξενήθηκαν περισσότεροι από 180 καλλιτεχνικοί διευθυντές, επιμελητές και δημοσιογράφοι, και όπως σχολιάζει από την εμπειρία της η σκηνοθέτις Κατερίνα Ευαγγελάτου, «oι επαγγελματίες αναζητούν την έκπληξη». Είναι επίσης σημαντικές οι διαφορές στα ζητούμενα από ήπειρο σε ήπειρο και από χώρα σε χώρα, ωστόσο η ίδια επιμένει ότι «είναι σημαντικό τέτοιες πλατφόρμες να διατηρούν κάτι από την ουσία της αρχαίας Αγοράς ως τόπου συνάντησης, διαλόγου και ανταλλαγής απόψεων».
Τέχνη χωρίς συνταγές
Οι δομές λοιπόν μπορούν να ανοίξουν μια πόρτα, μπορούν όμως να προκαλέσουν και τη διεθνή απήχηση ενός έργου; Μήπως από εκεί και πέρα αρχίζει κάτι μαγικό, που κανένα δίκτυο ή πλατφόρμα δεν μπορεί να εγγυηθεί;
«Μέχρι πρότινος το ρωσικό, το αγγλικό, το βρετανικό, το γερμανικό θέατρο ήταν μεγάλα νησιά στον κόσμο της τέχνης, και η Ελλάδα ένα νησάκι χωρίς ανάλογη παράδοση και χωρίς υποδομές στην άκρη αυτού του κόσμου. Στην εποχή της ομογενοποίησης αυτά έχουν τελειώσει. Δεν υπάρχει ελληνικότητα στα έργα που ταξιδεύουν. Υπάρχουν αναρχικές εκρήξεις που κινητοποιούν το σύγχρονο καλλιτεχνικό οικοσύστημα», λέει στην «Κ» ο σκηνοθέτης Μιχαήλ Μαρμαρινός, διευθυντής του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου.

«Πάντα υπάρχει κάτι το απρόβλεπτο στη σχέση μιας παράστασης με το διεθνές κοινό. Κανένα εχέγγυο επιτυχίας δεν διαπιστώνεται εξαρχής», απαντά η καλλιτεχνική διευθύντρια του Εθνικού Θεάτρου, σκηνοθέτις και δραματουργός Αργυρώ Χιώτη. «Σίγουρα ο χορός και οι θεατρικές παραστάσεις που δεν βασίζονται στον λόγο διευκολύνονται», σχολιάζει αναφερόμενη στη μοναδικότητα της ελληνικής γλώσσας. «Επίσης το μέγεθος της παραγωγής παίζει ρόλο, ειδικά τώρα που η οικονομική δυσχέρεια έχει αγγίξει πολλές χώρες. Ομως δημιουργοί με προσωπικό στίγμα, έργα που συνομιλούν με το σήμερα και αφομοιώνουν τα εγχώρια χαρακτηριστικά με τρόπο ανατρεπτικό ή ιδιαίτερο, μια σκηνική γλώσσα που δεν φοβάται να βουτήξει στο εγχώριο για να το διευρύνει, να το επανασυστήσει, να το αμφισβητήσει, να το συνδέσει με το διεθνές, είναι στοιχεία που θέλουμε να προβάλλουμε», τονίζει.
Αν δεν υπάρχει συνταγή για τη διεθνή επιτυχία, υπάρχουν ωστόσο κριτήρια επιλογής, που βασίζονται στη γνώση της ελληνικής σκηνής και το αποτύπωμα που επιδιώκουμε να αφήσει στο εξωτερικό. «Η πραγματικότητα του δικού μας χώρου, του σύγχρονου χορού στην Ελλάδα, έχει πολλές αντικειμενικές δυσκολίες: οι περισσότεροι καλλιτέχνες συχνά κάνουν και άλλη δουλειά, προκειμένου να βιοποριστούν», σχολιάζει στην «Κ» η καλλιτεχνική διευθύντρια του Φεστιβάλ, η χορογράφος και visual artist Τζένη Αργυρίου. «Ισως γι’ αυτόν τον λόγο μάς χαρακτηρίζει η ένταση της πρόθεσης, η ανάγκη της δημιουργίας και η ικανότητα των Ελλήνων καλλιτεχνών να παράγουν έργα με σαφή προσωπική φωνή. Αυτά τα στοιχεία χαρακτηρίζουν τη σύγχρονη εγχώρια σκηνή, μαζί με τον πλούτο που φέρει η πολιτιστική μας μνήμη. Είναι απαραίτητο συνεπώς μέσω της πλατφόρμας να συμβάλλουμε στη διεύρυνση του κύκλου ζωής των έργων, να τους επιτρέψουμε να αναπνεύσουν, να ωριμάσουν και να συναντήσουν νέο κοινό», καταλήγει.
Τι θα δουν οι ξένοι;
Στο φετινό SYSTEMA περιλαμβάνονται 19 παραστάσεις θεάτρου και χορού μεγάλης και μικρής κλίμακας που θα δουν πάνω από 80 ξένοι παραγωγοί και σκηνοθέτες. Ανάμεσά τους η «Νοχαβελάνδη» του Γιάννη Αποσκίτη, το «Θραύσματα: Ευριπίδης» του Ευθύμη Θέου, τα «Κόλλυβα» της Χριστίνας Κοσιάρη, η «Αλκηστις» σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Καραντζά, το «1961» των Κορνήλιου Σελαμσή και Χάρη Φραγκούλη, το «Mountains» της ομάδας GARAGE21. Φιλοξενούνται σε ιστορικούς χώρους στην Αθήνα (Κτίριο Τσίλλερ, Πειραιώς 260), στην Επίδαυρο (Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου και Μικρό Θέατρο Αρχαίας Επι-
δαύρου) και στην Καλαμάτα.

Το ίδιο το πρόγραμμα λειτουργεί ως ένα είδος πορτρέτου της ελληνικής σκηνής τού σήμερα. Κοιτάζοντας τις επιλογές, αναδύονται ορισμένοι κοινοί τόποι: Υβριδικότητα, δραματουργία που δεν βασίζεται αποκλειστικά στο κείμενο, σωματικότητα και μια προσπάθεια επανεφεύρεσης της λαϊκότητας. «Συν-αίσθημα και σκηνοθετικό αποτύπωμα, ιδιαίτερη εσωτερικότητα, υψηλή αισθητική, ματιές με καθαρότητα και χιούμορ στην αρχαία γραμματεία, επικοινωνιακή δύναμη, άρτια σκηνική γλώσσα και δυναμικό αποτέλεσμα», διακρίνει η κ. Χιώτη στις παραγωγές του SYSTEMA, αλλά όπως επισημαίνει ο κ. Μαρμαρινός, «ας μην ξεχνάμε ότι η τέχνη διαθέτει έναν μεγαλειώδη τρόπο να προστατεύεται από τις συνταγές».

