Στις πρώτες σελίδες του βιβλίου «Η βλάβη – Το τούνελ – Ο σκύλος» ο Φρίντριχ Ντίρενματ θέτει το εξής ερώτημα: υπάρχουν άραγε ακόμη ιστορίες να ειπωθούν ή μήπως η ανθρωπότητα έχει ήδη εξαντλήσει το απόθεμά της; Η σκέψη αυτή, περισσότερο υπαρξιακή παρά απαισιόδοξη, λειτούργησε σαν σπίθα για την ομάδα του περιοδικού Βλάβη το 2023, ενός τριμηνιαίου εντύπου για το βιβλίο που εκδίδεται από τις εκδόσεις Αντίποδες.
«Η αρχική ιδέα είχε μέσα της έναν φόβο: τι ερχόμαστε εμείς να πούμε τώρα, τέσσερις άγνωστοι άνθρωποι; Εχουμε πράγματι κάτι να προσφέρουμε στο λογοτεχνικό τοπίο της Ελλάδας;», μας λέει η Εύα Πλιάκου, μέλος της συντακτικής ομάδας. «Επίσης, υπήρχε εκ μέρους μας η ανάγκη για μια μικρή “βλάβη” στο υπάρχον σύστημα – μια διατάραξη απέναντι στα ακαδημαϊκά ή πιο φιλολογικά περιοδικά, να προτείνουμε δηλαδή έναν νέο τρόπο να μιλάμε για το βιβλίο και την ανάγνωση», προσθέτει.

Τα τελευταία τρία χρόνια, μια σειρά από περιοδικά που εστιάζουν στην πεζογραφία, την ποίηση, την κριτική και τη μετάφραση διεκδικούν μια θέση στο πολιτιστικό τοπίο. Πρόκειται για εγχειρήματα που γεννιούνται είτε ως αυτοεκδόσεις είτε υπό την ομπρέλα κάποιου εκδοτικού οίκου, πίσω από τα οποία βρίσκονται νέοι άνθρωποι 30 έως 40 ετών, με φιλολογικές κυρίως σπουδές.
«Υπήρχε εκ μέρους μας η ανάγκη για μια μικρή “βλάβη” στο υπάρχον σύστημα – μια διατάραξη απέναντι στα ακαδημαϊκά ή πιο φιλολογικά περιοδικά, να προτείνουμε δηλαδή έναν νέο τρόπο να μιλάμε για το βιβλίο και την ανάγνωση». -Εύα Πλιάκου, μέλος της συντακτικής ομάδας της «Βλάβης»
«Διάβαζα κείμενα φίλων που δημοσιεύονταν εδώ κι εκεί και σκεφτόμουν “γιατί να πρέπει κάποιος να τα στείλει σε ένα έντυπο που ίσως δεν θα άνοιγε κανείς γι’ αυτόν τον λόγο; Γιατί να μην υπάρχει ένας χώρος όπου να συγκεντρώνονται κείμενα, με λογοτεχνική αξία, προσωπικό ύφος και μια φρέσκια ματιά;», αναφέρει η κ. Πλιάκου, σημειώνοντας ότι ο εκδότης των Αντιπόδων, Κώστας Σπαθαράκης αγκάλιασε αμέσως την ιδέα.
«Ηταν εξαρχής ξεκάθαρο ότι το περιοδικό δεν γίνεται για το κέρδος, οπότε δεν υπήρχε άγχος. Παρ’ όλα αυτά η ανταπόκριση του κοινού ξεπέρασε τις προσδοκίες μας. Ενα τεύχος μπορεί να φτάσει τα 2.500-3.000 αντίτυπα. Δεν πωλούνται όλα στο τετράμηνο, αλλά μέσα σε ένα χρόνο ή ενάμιση εξαντλούνται ακόμη και τα πιο παλιά τεύχη». Ωστόσο, όπως εξηγεί, αυτά τα νούμερα δεν σημαίνουν ότι οι συντελεστές της «Βλάβης» ζουν από το περιοδικό. «Είναι ένα παράλληλο εγχείρημα, και τα έσοδα από τις πωλήσεις απλώς καλύπτουν τα έξοδα της παραγωγής. Με άλλα λόγια, το κάθε τεύχος βγάζει τα έξοδά του, επιτρέποντας στο περιοδικό να συνεχίσει και να χρηματοδοτεί το επόμενο».
Το ίδιο ισχύει και για το «Παράσιτο», το εξαμηνιαίο περιοδικό λογοτεχνικής μετάφρασης, που έκανε την εμφάνισή του την ίδια περίπου χρονική περίοδο με τη Βλάβη, και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Νήσος. «Στην πραγματικότητα η ιδέα ξεκίνησε από τη Γερμανία. Τρία από τα πέντε μέλη της ομάδας ήμασταν τότε ακαδημαϊκοί μετανάστες εκεί. Μέναμε στο Βερολίνο, μία πόλη που με την πολύγλωσση και πολυπολιτισμική της καθημερινότητα μάς έκανε να συνειδητοποιήσουμε πόσο καθοριστικός είναι ο ρόλος της μετάφρασης», μας λέει ο Παναγιώτης Αρβανίτης, καθηγητής φιλολογίας και μέλος της συντακτικής ομάδας. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα εκείνος και τα υπόλοιπα μέλη, μεταξύ των οποίων η Μαρία Αγαθαγγελίδου και η Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη, συνειδητοποίησαν ότι έλειπε από τα βιβλιοπωλεία της χώρας ένα περιοδικό αφιερωμένο αποκλειστικά στη λογοτεχνική μετάφραση. «Η μετάφραση εμφανίζεται ως ενότητα σε άλλα περιοδικά, αλλά ποτέ ως κεντρικό ζητούμενο. Εμείς θέλαμε ένα περιοδικό που να την έχει στο επίκεντρο», εξηγεί ο κ. Αρβανίτης και συμπληρώνει: «Η ουσία του περιοδικού αποτυπώνεται και στο όνομά του. Είναι εμπνευσμένο από τον φιλόσοφο Μισέλ Σερ, βοηθό του Μισέλ Φουκό, ο οποίος έχει γράψει το βιβλίο “Το Παράσιτο”. Εκεί χρησιμοποιεί το “παράσιτο” ως μεταφορά για την ανθρώπινη επικοινωνία: κάθε επικοινωνία έχει μέσα της μια παρεμβολή, έναν θόρυβο. Η μετάφραση είναι κι αυτή μια παρεμβολή – αναγκαία όμως. Χωρίς αυτήν ο αναγνώστης δεν θα είχε πρόσβαση στη γραφή, στη σκέψη και στις ιστορίες του υπόλοιπου κόσμου».

Πρωτοεμφανιζόμενο το 2026 είναι το περιοδικό σατιρικής λογοτεχνίας «Λεβίνα», ένα ολιγοσέλιδο ανάγνωσμα με ποιήματα και πεζά σύγχρονων συγγραφέων. «Επιμελήθηκα την ανθολογία σύγχρονης σατιρικής ποίησης, “Κακώς μας ήρθες, κυρ σατιρικέ…”, για τις εκδόσεις Βακχικόν, συνεχίζοντας το νήμα από την τελευταία αντίστοιχη έκδοση του Σπύρου Κοκκίνη (εκδ. Εστία), που εκδόθηκε το 1981 και περιελάμβανε μέχρι και τους σατιρικούς της γενιάς του 1930. Εγώ λοιπόν πήρα τη σκυτάλη και έφτασα μέχρι σήμερα, αναζητώντας εκείνους που έχουν επιλέξει να υπηρετήσουν το είδος», μας λέει η Ευσταθία Δήμου, φιλόλογος, συγγραφέας και συντονίστρια της συντακτικής ομάδας του περιοδικού. Στην έρευνά της διαπίστωσε ότι ενώ στο παρελθόν υπήρχαν πολλά λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες αφιερωμένα στη σάτιρα, σήμερα η σατιρική ποίηση και λογοτεχνία έχει μεταφερθεί στο περιθώριο των σόσιαλ μίντια. «Η αλήθεια είναι πως πλέον δεν υπάρχουν αμιγώς σατιρικοί, παρόλο που οι νέες ποιητικές συλλογές έχουν ξεπεράσει κάθε προηγούμενο», σχολιάζει και συνεχίζει: «Επίσης, φαίνεται σαν να υπάρχει μια προκατάληψη απέναντι στη σάτιρα ως μη σοβαρό και δευτερεύον είδος. Η εποχή μας με κάποιο τρόπο έχει βυθιστεί στη σοβαροφάνεια και στον καθωσπρεπισμό, κάτι που η σάτιρα έρχεται να σπάσει».
Το πρώτο τεύχος της «Λεβίνας» έκανε αίσθηση, με τα αντίτυπά του σχεδόν να εξαντλούνται, γεγονός το οποίο οδήγησε στην προετοιμασία του δεύτερου τεύχους, που κυκλοφόρησε πριν από λίγες μέρες.

Αντίστροφη πορεία
Το «Σαλιγκάρι», το παλαιότερο από τη «νέα φουρνιά» λογοτεχνικών περιοδικών, ξεκίνησε τη διαδρομή του «ανάποδα». Δύο φίλοι από τα Χανιά, ο Νίκος Σγουρομάλλης και ο Γιώργος Νικηφοράκης, δημιούργησαν το 2015, στα φοιτητικά τους χρόνια, ένα διαδικτυακό μπλογκ όπου ανέβαζαν δικό τους πρωτογενές υλικό, από διηγήματα έως και ποίηση.
«Φαίνεται σαν να υπάρχει μια προκατάληψη απέναντι στη σάτιρα ως μη σοβαρό και δευτερεύον είδος. Η εποχή μας με κάποιον τρόπο έχει βυθιστεί στη σοβαροφάνεια και στον καθωσ-πρεπισμό, κάτι που η σάτιρα έρχεται να σπάσει». -Ευσταθία Δήμου, φιλόλογος, συγγραφέας και συντονίστρια της συντακτικής ομάδας της «Λεβίνας».
«Οταν ξεκινήσαμε δεν μπορούσαμε να βγάλουμε έντυπο. Τα κείμενα που δημοσιεύαμε τον πρώτο καιρό δεν θέλαμε ακριβώς να μείνουν. Το έντυπο θα τα διατηρούσε, γιατί είναι κάτι που αντιστέκεται στον “θάνατο”, σε σχέση με το χάος του Διαδικτύου όπου κάτι μπορεί να χαθεί», μας λέει ο Νίκος Σγουρομάλλης.
Το πρώτο τεύχος κυκλοφόρησε το 2023 και ακολούθησε το 2025 το δεύτερο τεύχος, με θέμα «μαζί, πώς;», εξετάζοντας μέσα από τα κείμενα την έννοια της συνύπαρξης. «Πριν περάσουμε στην έντυπη μορφή αρχίσαμε να κοιτάμε παλιά λογοτεχνικά περιοδικά, του 19ου αιώνα αλλά και μεταγενέστερα. Αυτό που ξεχωρίσαμε ήταν ο “Ασμοδαίος” του Εμμανουήλ Ροΐδη και του Θέμου Αννινου», αναφέρει ο κ. Σγουρομάλλης, τονίζοντας ότι «πρόκειται και ένα σατιρικό λογοτεχνικό περιοδικό, που περιπλέκει με ωραίο τρόπο τον λόγο με την εικόνα. Για εμάς στο “Σαλιγκάρι”, η εικόνα παίζει ρόλο έτσι ώστε να τραβήξουμε το βλέμμα του αγοραστή και να μπορέσουν τα τεύχη να συνεχίσουν να βγαίνουν».
Κομβικό σημείο στην ιστορία του περιοδικού ήταν το 2018, όταν οι συντελεστές του βρήκαν έναν χώρο στα Εξάρχεια για να δουλεύουν πάνω στο υλικό τους. «Ο χώρος αυτός έπαιξε σημαντικό ρόλο στην εξωστρέφεια του “Σαλιγκαριού”. Κάνουμε εκδηλώσεις, πάρτι, παρουσιάσεις βιβλίων και έχουμε δημιουργήσει μία κοινότητα που συντονίζεται πιο σταθερά σε ό,τι διοργανώνουμε», μας λέει η Μαρία Σαχπασίδη, μέλος της συντακτικής ομάδας του περιοδικού.
Οταν τη ρωτάμε για το όνομά του, εκείνη απαντάει ότι «το σαλιγκάρι εμφανίζεται έπειτα από μια δύσκολη, κλειστή κατάσταση –τη βροχή– και προχωράει αργά, με ρυθμό που μοιάζει να αντιστέκεται στη βιασύνη και στους γρήγορους ρυθμούς του κόσμου. Η αργή του κίνηση, μαζί με την εικόνα του ζώου που κουβαλάει το σπίτι του όπου κι αν πάει, είναι μερικά από τα στοιχεία που θέλαμε να χαρακτηρίσουν αυτό το εγχείρημα».
Η ματιά της παλιάς γενιάς
«Η εμφάνιση καινούργιων έντυπων περιοδικών δείχνει ότι υπάρχουν νέοι εκδότες και επιμελητές που αντιμετωπίζουν σοβαρά τη λογοτεχνία. Υποτίθεται πως τόσο ο Τύπος, όσο και τα περιοδικά περνούν σοβαρή κρίση και ότι οδεύουν, αργά ή γρήγορα, προς το τέλος τους. Δεν είμαι τόσο απαισιόδοξος», μας λέει ο Γιώργος Κορδομενίδης, ο άνθρωπος πίσω από το «Εντευκτήριο», που εκδόθηκε για πρώτη φορά πριν από 39 χρόνια, στη Θεσσαλονίκη.
Ο ίδιος παρακολουθεί με ενδιαφέρον τα νεοφυή λογοτεχνικά περιοδικά και προσπαθεί να διαπιστώσει τι μπορεί να του διαφεύγει όσον αφορά το Εντευκτήριο. «Μου αρέσει να ανακαλύπτω, μέσα από όλες αυτές τις υποσχόμενες προσπάθειες, νέες λογοτεχνικές φωνές. Εξάλλου, τα λογοτεχνικά περιοδικά έχουν χαρακτηριστεί “κλίνη σπόρου καλή”», καταλήγει.

