Το θέατρο της πραγματικότητας

Η μέθοδος του Μίλο Ράου και η προσέγγιση στον μύθο της Μήδειας μέσα από τα μάτια και τις μαρτυρίες των παιδιών

3' 39" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

«Η ζωή είναι σαν παγάκι που λιώνει στη θάλασσα και στο τέλος γίνεται ένα με τη θάλασσα».

Ενδιαφέρουσα η μέθοδος αποσυναρμολόγησης του μύθου της «Μήδειας» και επαναπροσδιορισμού του νοήματος της παιδοκτονίας μέσω ενός θεατρικού παιχνιδιού και ενός δραματικού διαλόγου με παιδιά προεφηβικής και εφηβικής ηλικίας, μία μέθοδος που εφαρμόστηκε με επιτυχία στο σκηνοθετικό εργαστήριο του μεταδραματικού θεάτρου του Μίλο Ράου. Στο θέατρο του Ράου τα παιδιά δεν είναι ακριβώς οι φορείς της αθωότητας αλλά αναλαμβάνουν ρόλους, αποτελούν τα δραματικά πρόσωπα του αρχαίου μύθου που στοχάζονται πάνω στην ουσία του τραγικού, του παράλογου και του μακάβριου στοιχείου, όπως αναδύεται στα έργα του Αισχύλου, του Ευριπίδη, του Σαίξπηρ ή ακόμα και του Μπέκετ. Σε αυτό το εργαστήριο σκέψης ο δραματουργικός φακός της Κάτιε ντε Γκιστ εστιάζει στο πραγματικό γεγονός του φόνου πέντε παιδιών από τη μητέρα τους στο Βέλγιο (2007) και στην αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας της, ενώ η θεατρική δράση αρχίζει στον σκηνικό χρόνο μετά την παιδοκτονία ως μία «μετα-συζήτηση» όπου ο ηθοποιός και συντονιστής της σκηνικής αφήγησης, Πέτερ Σέιναβε, συνομιλεί με τα παιδιά – ηθοποιούς για την τραγωδία, τις οικογενειακές σχέσεις, την αγάπη, τον έρωτα, τον φθόνο, τον φόνο και τον θάνατο. Η σκηνοθετική στόχευση είναι σαφής: να μετουσιώσει αυτούς τους στοχασμούς σε «θέατρο της πραγματικότητας» ισορροπώντας διαρκώς ανάμεσα στο παιχνίδι και την αναπαράσταση του τραγικού, προοικονομώντας με τη δράση των παιδιών – ηθοποιών αυτή τη σύγχρονη εκδοχή της παιδοκτονίας. Και ενώ στην αρχαία τραγωδία, τα παιδιά και η βία δεν αναπαρίστανται, στην περίπτωση του Medea’s Children, όλα ανατρέπονται.

Προσωπικές αφηγήσεις

Το σκηνικό αφήγημα του Ράου προκύπτει σταδιακά από τη σύνθεση των προσωπικών αφηγήσεων και μαρτυριών και ως θεατρικό εγχείρημα αξιοποιεί όλα τα τεχνάσματα του «θεάτρου ντοκουμέντο», με πιο βασική την τεχνική του ψευδοντοκιμαντέρ που ως είδος ορίζει πλήρως τις συντεταγμένες της δραματικής γραφής, της ερμηνευτικής γραμμής και της επικοινωνίας με το κοινό.

Ο Μίλο Ράου αναστοχάζεται διαρκώς και επιμένει να μετατρέψει την παράσταση σε μία σκηνική διαδικασία επαλήθευσης της ίδιας της μεθόδου που εφαρμόζει για την ανάδειξη ενός ουσιαστικού κοινωνικού και πολιτικού του προβληματισμού: πώς η μοναξιά, η κατάθλιψη, η απουσία κοινωνικών φορέων και δομών ψυχικής υγείας μπορεί να οδηγήσουν στο αποτρόπαιο έγκλημα. Οσο περισσότερο όμως ο Ράου εμμένει στη μέθοδό του και εμβαθύνει στην τεχνική της κατάθεσης των μαρτυριών και των αφηγήσεων των δραματικών του προσώπων, τόσο η μονολογικότητα αποδεικνύεται ως η μόνη θεατρική φόρμα που υπονομεύει διαρκώς τη διαλογική συνθήκη, τη μόνη θεατρική συνθήκη που κάτω από διαφορετικούς όρους μπορεί να οδηγήσει στην εξέλιξη της όποιας δράσης, στην ανταλλαγή των νοημάτων, στην επίτευξη της θεατρικότητας. Αυτή είναι ίσως και η βασική αδυναμία αυτής της παράστασης: η περιστροφή γύρω από τον εαυτό της.

Πέρα όμως από τη φόρμα, το πιο ενδιαφέρον αισθητικό στοιχείο αυτής της σκηνικής αφήγησης είναι η διαπραγμάτευση της αλήθειας που αναδύεται εξελικτικά, σχεδόν σιωπηλά, διατηρώντας μία στοχαστική σχεδόν ψυχολογική σύνδεση με τους θεατές, οι οποίοι καλούνται με τη σειρά τους να σκεφτούν τα όρια της δικής τους ηθικής δέσμευσης απέναντι στην έξαρση της βίας, την έκθεση των ανηλίκων σε αυτήν και να βιώσουν τα όρια των ενοχών και των ευθυνών τους. Αυτή η εμπλοκή του θεατή ακόμα και με τον ψυχρό, θεωρητικό, και μεταδραματικό τρόπο που ορίζει το «θέατρο της πραγματικότητας» είναι μία εμπειρία που ανταποκρίνεται πλήρως και στο αίτημα ενός «θεάτρου της συλλογικότητας».

Βίντεο και ζωντανή κάμερα

Με τη σκηνοθετική μέθοδο του φιλμαρίσματος των σκηνών βίας του Φρανκ Κάστορφ, με τη χρήση της ζωντανής κάμερας, της μεγάλης κλίμακας προβολών και προ-γυρισμένων σκηνών (σχεδιασμός βίντεο προβολών από τον Μόριτζ φον Ντούνγκερν), η θεατρική σκηνή μετατρέπεται σε πεδίο καθηλωτικών ηχητικών τοπίων, όπου τα όρια ανάμεσα στην αντικειμενική πραγματικότητα και την ψευδαίσθηση διαρκώς υπονομεύονται. Εντυπωσιακά επαγγελματικές οι ερμηνείες των νεαρών ηθοποιών (Λίεν Βίλντεμερς, Αννα Μάθις, Τζουλιέτ Ντεμπακέρ, Εμμα Βαν ντε Καστίλε, Ελλα Μπρέναν, Τζέιντ Βερσλούις, Μπέρνις Βαν Βάλεγχεμ, Γκαμπριέλ Ελ Χουάρι, Αϊκό Μπεναουίσε, Σάνε ντε Γουάελε, Ελενα βαν ντε Καστίλε, Βικ Νάιρινκ, Eλίας Μάες) σε εναλλασσόμενο ρεπερτόριο.

Με τα θεματικά υλικά της τραγικής «Μήδειας» και της αποτρόπαιης δολοφονίας των πέντε παιδιών, ο Μίλο Ράου συνέθεσε ένα τελετουργικό σκηνικό αφήγημα όπου τα αιματοβαμμένα πρόσωπα των παιδιών κείτονται επί σκηνής στο δραματικό φινάλε και η σαιξπηρική παράφραση «Καλύτερα να μη γεννιέται κανείς» δίνει την ουσιαστική απάντηση στην αποτρόπαιη πράξη της τραγικής μητέρας, μιας σύγχρονης τραγικής ηρωίδας που καλεί απεγνωσμένα σε βοήθεια: «Ελάτε γρήγορα. Εκανα κάτι τρομερό».

Η παράσταση παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ Αθηνών – Επιδαύρου, στις 4-5 Ιουλίου 2026.

*Η κ. Ρέα Γρηγορίου είναι διδάκτωρ Ιστορίας – Δραματολογίας ΑΠΘ.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT