ΝΙΚΟΣ Α. ΜΑΝΤΗΣ
Τοξική αρρενωπότητα
εκδ. Καστανιώτη, 2026
σελ. 320
Διαψεύδοντας τον τίτλο της συλλογής, οι περισσότεροι άνδρες στα διηγήματα του Νίκου Μάντη μάλλον θύματα είναι παρά θηρευτές. Αλλωστε όλοι ζουν «στην εποχή του τέταρτου φεμινιστικού κύματος, του MeToo και των τρανς δικαιωμάτων», οφείλουν συνεπώς να έχουν διαρκώς την ευαισθησία τους τεταμένη. Υπάρχουν και εκείνοι που βρίζουν και δέρνουν, παραμιλώντας σε έναν οχετό πρωτογονισμού και αγραμματοσύνης, αλλά την προσοχή αποσπούν άνδρες παγιδευμένοι στη βούληση των καλοσυνάτων όσο και δυναστικών συντρόφων τους. Ενας άνδρας στημένος στην ουρά ενός σούπερ μάρκετ αναλογίζεται, φρικιώντας, το αποτρόπαιο θέαμα της «φανταχτερής, πλαστικοποιημένης αφθονίας», τα εγκλήματα που υπέθαλπε ο καταναλωτισμός και τις υποχωρήσεις που έπρεπε ο ίδιος να κάνει προκειμένου να μεριμνήσει για τη θρέψη και την ευδαιμονία της οικογένειάς του. Στο μεταξύ, η γυναίκα του προχωρούσε ατάραχη στους διαδρόμους, αφοσιωμένη στην τροφοδοσία του σπιτικού τους, σέρνοντάς τον από πίσω της με ένα αόρατο λουρί, κόβοντας ξανά και ξανά τη φυγόκεντρη φωνή μέσα του, που του ψιθύριζε «πρέπει να φύγεις».
Ενας άνδρας πενθεί τον παλιό χίπστερ εαυτό του, την κουλ εκδοχή του. Μολονότι είχε υποσχεθεί στη σύντροφό του ότι θα παρέμενε για πάντα μακριά από στατιστικούς μέσους όρους, με τρόμο συνειδητοποιούσε πως είχε μεταλλαχθεί στον «μέσο Ελληνα», ήθελε σπίτι, οικογένεια και παιδί. Η άρνηση της γυναίκας να εκπληρώσει το όνειρο της πατρότητας, ξεχείλισε στον νου του, παίρνοντας τη διάσταση ευνουχισμού. Ως μέσος Ελληνας από τη μεριά του την εκδικήθηκε πατροπαράδοτα, διά της βίας. Αλλού, λίγο μετά το σεξ, ένα ανδρόγυνο βάλθηκε να σφάζεται, διερευνώντας και οι δύο υπό το δέον φεμινιστικό πρίσμα την αντιδιαστολή του γυναικείου από τον ανδρικό οργασμό. Αλλά και οι γκέι δεν περνούν καλύτερα. Στην πρώτη συνάντηση δύο ανδρών μέσω εφαρμογής, η φοβερή μομφή της «ετεροκανονικότητας» απειλεί να διαλύσει την ερωτική ατμόσφαιρα.
Επειδή ο Μάντης επεκτείνει τη μυθοπλασία με πνευματώδεις κοινωνιολογικούς προβληματισμούς, ενθαρρυμένος από το οξυμένο κριτικό του αισθητήριο, τα πιο απολαυστικά διηγήματα είναι εκείνα που εξετάζουν συγκεκριμένους ανθρωπότυπους, όπως, λόγου χάριν, τους διανοούμενους. Στη «Λογοτεχνική βραδιά», το καλύτερο κατά τη γνώμη μου πεζό του βιβλίου, αποθεώνεται η κουφότητα που σφύζει στο μικρό χωριό της συντεχνίας. Ο ήρωας, ένας τρανός συγγραφέας, παραγκωνισμένος, όμως, εδώ και καιρό από την απρόσμενη επιτυχία του πρωτολείου της γυναίκας του, πηγαίνει στην παρουσίαση του βιβλίου της, όπου κυκλώνεται από τα γνωστά φρικιά του χώρου. Το τσίρκο είχε και πάλι στηθεί. Σεβάσμιες κατά τα άλλα, αλλά κυρίως «ξινιόλες» κριτικοί λογοτεχνίας, φουσκωμένοι διάνοι της ποίησης, κατ’ επάγγελμα πανελίστες και δουλικοί παρατρεχάμενοι παντός καιρού. Το πάνελ ιδίως, αποτελούμενο αποκλειστικά από γυναίκες τού πνεύματος, έμοιαζε «σαν μια σύναξη μαγισσών ή έστω σαν μια συνέλευση φεμινιστικής αλληλεγγύης».

Εξαιρετικό είναι επίσης το διήγημα «Υστεροφημία», παρεμφερές θεματικά, όπου ένας σπουδαίος (πάντα) συγγραφέας, μονήρης και μονόχνωτος ως είθισται, αλλά πρωτίστως αναλογικός, διαπιστώνει έξαφνα πως μόνο το Διαδίκτυο μπορεί να του διασφαλίσει την αθανασία της συγγραφικής παρουσίας του. Θαμπώνεται όψιμα από το Facebook και το Twitter, «όπου κυριολεκτικά γινόταν ολόκληρη η πνευματική ζύμωση της εποχής μας». Οταν όμως αναζητεί τον εαυτό του, βλέπει πως ο ίδιος ψηφιακά απουσίαζε από τον κόσμο. Το όνομά του και μαζί τη διασημότητα τού είχε υφαρπάξει ένας συνονόματος σταρ του TikTok. Ας πούμε εδώ πως ο Μάντης σε αρκετά πεζά σαρκάζει τα ήθη και έθιμα στα social media, τη μοναξιά, τη βλακεία, την κακία και την απόγνωση που σοβούν εκεί μέσα, μασκαρεμένες με άπειρες, ολοένα και πιο προηγμένες τεχνικές παραπλάνησης.
Θα ήθελα να σταθώ σε δύο διηγήματα που παρατηρούν με εκπληκτική οξυδέρκεια τα αγκάθια που ανθοβολούν στον δεσμό μητέρας και γιου. Στο πρώτο διήγημα («Ο επίμονος καλικάντζαρος») ένας γιος, την ώρα που η μητέρα του κοιμάται στο διπλανό δωμάτιο, διατρέχει ασταμάτητα πορνό ιστοσελίδες. Μόνο στην τελευταία σελίδα διαφαίνεται η σύνδεση ανάμεσα στην έξη του και στις ψυχικές αγκυλώσεις που του καλλιεργούσε η μητέρα. Στο άλλο διήγημα («Αλκοτέστ»), μητέρα και γιος καταλήγουν μέσα σε ένα βούρκο. Πρώτη αρχίζει να βουλιάζει η γυναίκα και έπειτα παρασύρει στην κινούμενη λάσπη και τον γιο της, το «αντρουτσάκι» της. Η σκηνή αναπαριστά άμεσα τη συναισθηματική δίνη μέσα στην οποία ποντίζεται η ακατάσχετη, αμφίπλευρη αγάπη.
Ο Μάντης προκρίνει την πλοκή έναντι της γραφής. Η γλωσσική του άνεση του επιτρέπει να εκθέτει τα μυθοπλαστικά συμβάντα σε μακρόσυρτες, απλά γραμμένες φράσεις, ακόμη και σε εκτενείς παρενθέσεις. Εκείνο, όμως, που τον ενδιαφέρει είναι να διατηρεί αμείωτο το σασπένς, το οποίο συχνά υιοθετεί τις παρεκτροπές ενός θρίλερ, και σε αυτή την επιδίωξη η γλώσσα λειτουργεί υποβοηθητικά. Μπορεί προσωπικά να διαφωνώ, πιστεύοντας στην πρωτοκαθεδρία της γραφής σε ένα λογοτεχνικό έργο, αλλά δεν μπορώ να αρνηθώ ότι ο Μάντης κάνει κάτι πολύ καλά, κάνει τις αφηγήσεις του αξιοδιάβαστες.

