Η Ρούλα Γεωργακοπούλου αυτόν τον καιρό βρίσκεται σε «Ενα εντευκτήριο μελαγχολικών πιθήκων». Το εξώφυλλο του νέου της βιβλίου από τις εκδόσεις Εστία παραλίγο να κλέψει την παράσταση· ένα τριχωτό, πολύχρωμο ον από την οικογένεια των Ανθρωπίδων σαν φιγούρα του θεάτρου σκιών με την υπογραφή του Δημήτρη Χαντζόπουλου.
Αυτή είναι η τέταρτη νουβέλα της αρθρογράφου και συγγραφέως ξεκινώντας από το «Δέντρα πολλά δέντρα». Ακολούθησε «Η μέθοδος της μπουρμπουλήθρας» και το «Ανάπτυγμα βατράχου». Με κοφτή γλώσσα, ελλειπτικές και διάσπαρτες εικόνες η πεζογραφική δουλειά της Γεωργακοπούλου ξεκίνησε στο πρώτο της βιβλίο από την Καλαμάτα, γενέθλια πόλη, και πλέον έχει φτάσει στην Αφρική. Εκεί ζουν οι γορίλες.
Η ενασχόλησή της με τα πρωτεύοντα θηλαστικά, τους στενότερους συγγενείς του ανθρώπου στο ζωικό βασίλειο, εξελίχθηκε σε εμμονή. Επί μήνες διάβαζε επιστημονικά συγγράμματα, μελετούσε γνωσιακή θεωρία και ιατρική, παρακολουθούσε ντοκιμαντέρ και τώρα ξέρει σε ποιους ζωολογικούς κήπους του κόσμου ζουν οι μεγαλύτερες φαμίλιες πιθήκων και πώς ονομάζονται οι αρχηγοί κάθε οικογένειας. «Μου έφτιαχναν την ψυχή. Σε αντίθεση με τους ανθρώπους, τα όντα της φύσης τα έχουν καλά με τον εαυτό τους», λέει η ίδια.
Στο «Εντευκτήριο μελαγχολικών πιθήκων», ο μεγάλος πίθηκος λέγεται Ντου Νταντού και το αφηγηματικό alter ego της συγγραφέως είναι μια γυναίκα, η Homo, η οποία καταφέρνει να τον αποπλανήσει «προς δόξαν της φύσης της, της φύσης γενικότερα και του σύμπαντος όλου. Δεν λέω παραπάνω γιατί θα νομίσουν ότι έγραψα κάνα πορνό», σχολιάζει.
– Οι γορίλες που περιγράφετε μας είναι οικείοι και ταυτόχρονα άγνωστοι. Γιατί δημιουργήσατε αυτό το ζωοανθρώπινο σύμπαν;
– Είχα μεγάλη ανάγκη από γέλιο, από χνουδωτά άτομα, παιχνιδιάρικα, σοφά και μια απλή, καλά δομημένη κοινωνία όπου όλοι έχουν τον ρόλο τους χωρίς να παιδεύονται να βρουν ταυτότητα. Οπου δεν λιτανεύουν ψυχικά τραύματα γιατί αν γίνει κάτι στραβό, η κοινότητα σπεύδει αμέσως να το αποκαταστήσει. Οπου το Alpha male, ο βασιλιάς, ο πατριάρχης, δεν είναι έτσι όπως τον παρουσιάζει η σύγχρονη λαϊκή αντίληψη, αλλά ένα ον δυνατό, με κύρος, προστατευτικό, δίκαιο και πάνω από όλα ένας τρυφερός μπαμπάς και ένας αγαπησιάρης σύζυγος για όλες τις θηλυκές του, επειδή η εξουσία του προέρχεται από αυτές και καταλήγει σ’ αυτές. Δεν μπορώ να βρω καλύτερο μέρος να αυτομολήσει κανείς.

– Οι θηλυκές είναι φροντιστικές αλλά και κυριαρχικές. Τα γοριλάκια είναι άφυλα και η αφήγηση αναφέρεται συχνά στο σώμα, στην αφή, στην οικειότητα – θέματα που συνδέονται με τους ρόλους των φύλων.
– Τα «γυναικόπαιδα» είναι το αγαπημένο μου κομμάτι του βιβλίου. Η συναναστροφή μαζί τους αφήνει μέσα μου το ζωώδες να πάρει επιτέλους ανάσα, να του επιτραπεί να υπάρξει κι αυτό. Οντως οι θηλυκές είναι κυριαρχικές και λειτουργούν με μητριαρχικούς κώδικες, παραπλεύρως και συμπληρωματικά του Alpha male. Τώρα, ότι τα ντουντάκια δεν είναι ούτε αρσενικά ούτε θηλυκά, δεν είναι καμιά λογοτεχνική κατασκευή δική μου, αν και πολύ θα μου άρεσε να ήταν. Στην πραγματικότητα, ούτε οι φροντιστές στα αφρικανικά πάρκα δεν μπορούν να ξεχωρίσουν το φύλο στα γοριλάκια έως ότου μεγαλώσουν αρκετά. Κι αυτό γιατί το μόριο του γορίλα είναι πάρα πολύ μικρό κι αργεί να γίνει ορατό. Μια ανατομική παραξενιά, πολύ ενδιαφέρουσα κατά τη γνώμη μου, όταν μιλάμε για κάποιον που διατηρεί χαρέμι.
– Διαβάζοντας είχα συχνά την εντύπωση ότι γράφοντας αυτό το βιβλίο χαρήκατε –επιτρέψτε μου την παρομοίωση– σαν αρσενικός γορίλας που χτυπά το στήθος με τις γροθιές του.
– Και βέβαια το χάρηκα, συνεχίζω μάλιστα να χτυπάω το στήθος μου όταν κάτι μου πηγαίνει καλά. Οι φίλοι μου το ξέρουν και δεν με παρεξηγούν. Ομολογώ ότι έχω υιοθετήσει ακόμη και τον βασικό βρυχηθμό τους και τον κάνω το βράδυ στο κρεβάτι για να νανουριστώ και να έχω καλό ύπνο. Κατά κάποιον τρόπο καλοπιάνω το ασυνείδητό μου γιατί σε αντίθεση με τα προηγούμενα, σ’ αυτό ειδικά το βιβλίο μου ο ελεύθερος συνειρμός δεν έχει καμία δουλειά. Δεν χάνω ποτέ από το μυαλό μου ότι πρόκειται για ζώα που ο ψυχισμός τους είναι ρηχός και όχι βαρέλι δίχως πάτο όπως είναι ο δικός μας. Γι’ αυτόν τον λόγο δεν συσσωρεύουν τραύματα, δεν παράγουν νευρώσεις ούτε τρέφονται απ’ αυτές. Εκτονώνουν τα συναισθήματά τους επί τόπου, και τέλος. Ανάλογα με τη συνθήκη, κλαίνε σπαρακτικά, γελούν ξεκαρδιστικά και τσαντίζονται επίσης.
Δεν χάνω ποτέ από το μυαλό μου ότι πρόκειται για ζώα που ο ψυχισμός τους είναι ρηχός και όχι βαρέλι δίχως πάτο όπως είναι ο δικός μας. Γι’ αυτόν τον λόγο δεν συσσωρεύουν τραύματα, δεν παράγουν νευρώσεις, ούτε τρέφονται απ’ αυτές.
– Γιατί σε αυτή την ιστορία υιοθετήσατε μια χιουμοριστική εκδοχή της φανταστικής λογοτεχνίας;
– Μ’ αρέσει αυτό που λέτε περί «φανταστικής λογοτεχνίας» γιατί όλη μου τη ζωή πίστευα ότι δεν έχω καθόλου φαντασία. Εχω όμως να σας εκμυστηρευθώ κάτι. Δεν υπάρχει τίποτα φανταστικό σε αυτό το βιβλίο. Ολα όσα γράφω τα έχω ζήσει, τα ζω και τα ξαναζώ ανά πάσα στιγμή και θα τα ξαναζήσω, ακριβώς όπως είναι γραμμένα. Για να μη θεωρηθώ καμιά μυστήρια, ας μιλήσουμε λίγο τεχνικά. Προτιμώ να ορίζομαι κάθε φορά από τη γλώσσα. Προφανώς γράφω στα ελληνικά, αλλά σε ποια ελληνικά; Το βασικό για μένα, πριν ξεκινήσω να γράψω οτιδήποτε, είναι να βρω πρώτα τη «γλώσσα» που απαιτεί η κάθε μου ιστορία. Δεν είναι όλες οι «γλώσσες» για όλα, πόσο μάλλον σ’ αυτό το βιβλίο όπου το περιβάλλον είναι προγλωσσικό. Εδώ χρειάστηκα μια γλώσσα λίγο πρωτόγονη, βιαστική, απότομη, με αυστηρό ρυθμό προφορικότητας που δεν θα λογοτεχνίζει ερήμην του θέματος και της φύσης των ηρώων της, αλλά θα πηγαίνει με τα νερά τους. Οι γορίλες ελπίζω να το εκτίμησαν αυτό.
– Κινείστε ανάμεσα σε διάφορα είδη και μορφές γραπτού λόγου, από το χρονογράφημα ώς το θέατρο και την πεζογραφία. Πώς γίνεται δυνατό;
– Με βαριέμαι πολύ εύκολα. Εξ ου και το μέγεθος των γραπτών μου. Αλλάζοντας είδος ή δουλεύοντας παράλληλα για διαφορετικά είδη δεν σκέφτομαι καθόλου συνεκτικά. Είμαι ψυχαναγκαστική με τον διαχωρισμό των ειδών του γραπτού λόγου. Μανιακή θα έλεγα. Δεν μου έρχεται ποτέ μια ιδέα κι ύστερα κάθομαι και σκέφτομαι τι να την κάνω τώρα; Χρονογράφημα; Θέατρο; Νουβέλα ή post στο Facebook; Ποτέ. Οι ιδέες μου έρχονται μαζί με το είδος τους. Ξέρω από την αρχή τη φύση του υλικού που φουσκώνει μέσα μου. Το θέατρο είναι θέατρο και η πεζογραφία είναι πεζογραφία. Δεν μπορώ να βλέπω πεζογραφία πάνω στη σκηνή αν και ομολογώ ότι έχουν γίνει μερικά ωραία πράγματα εκεί. Δεν υπάρχει όμως το εδώ και τώρα του θεάτρου, η μεγάλη σκηνική ανατριχίλα.
Χρειάστηκα μια γλώσσα λίγο πρωτόγονη, βιαστική, απότομη, με αυστηρό ρυθμό προφορικότητας που δεν θα λογοτεχνίζει ερήμην του θέματος και της φύσης των ηρώων της, αλλά θα πηγαίνει με τα νερά τους. Οι γορίλες ελπίζω να το εκτίμησαν αυτό.
– Η νουβέλα φαίνεται, όμως, ότι είναι η φόρμα που σας ταιριάζει στην πεζογραφία.
– Ναι, είναι σύμφωνη με την αισθητική μου. Και όταν λέμε αισθητική δεν εννοώ κομψότητα μόνο. Με γλιτώνει από φλυαρίες και πλοκή τραβηγμένη από τα μαλλιά. Γενικά είμαι Ελληνίδα, όχι Αγγλίδα ώστε να έχω το αφηγηματικό χάρισμα σε τόσο μεγάλη έκταση. Ολα μου τα γραπτά είναι μικρού μήκους. Ντρέπομαι για τον εαυτό μου όταν απεραντολογώ. Θέλω το κείμενο να είναι συμπυκνωμένο, καίριο, ποιητικό και σκληρό.
– Επειτα από τουλάχιστον τέσσερις δεκαετίες άσκησης στη γραφή, έχουν υπάρξει φορές που σας κουράζουν οι λέξεις;
– Καθόλου. Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς το γράψιμο. Ακόμα και όταν γράφω το σημείωμα για τα ψώνια, είναι σημαντικό για μένα· μου παίρνει το άγχος. Επίσης με ανακουφίζει πάρα πολύ η μετάφραση. Οταν μου το ζήτησαν για πρώτη φορά, δίστασα. Ομως κόλλησα και τρελάθηκα. Γιατί είναι ένα άλλο επάγγελμα, μια ειδικότητα τελείως διαφορετική που ήθελα να εξερευνήσω. Η γλώσσα δεν στερεύει, θέλει όμως λίγο σκάψιμο. Θέλει να μην ξέρεις μόνο όσα λέγονται για επικοινωνιακούς λόγους, θέλει να έχει βάθος. Φαντάζομαι ότι αυτό στηρίζεται στη μνήμη, στην παρατηρητικότητα, στο καλό μουσικό αυτί.

