Το διφορούμενο εφέ της ηχογαβάθας

Οι περισσότερες δημοσιογραφικές αναφορές στον Κουρό Τανίνο ξεκινούν από το ότι είναι γιος ψυχαναλυτών και ψυχίατρος. Στέκονται στο ότι εξ ανατροφής και τυπικών προσόντων ίσως γνωρίζει κάτι παραπάνω για τον ανθρώπινο ψυχισμό

4' 50" χρόνος ανάγνωσης

«Sleeping Fires»
Κείμενο – Σκηνοθεσία: Κουρό Τανίνο
Παίζουν: Σουσούμου Ιγκάτα, Ινέκο Καβάι, Τακάο Σιμπάτα, Ρίο Σεκίμπα, Νατσούε 
Χιακουμότο
Αφήγηση: Γιοσίε Τανικάουα
Σκηνικά: Μιτσίκο Ινάντα
Μουσική διεύθυνση: Γιου Οκούντα
 
Το έργο παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ Αθηνών στις 27 και 28 Ιουνίου.

Οι περισσότερες δημοσιογραφικές αναφορές στον Κουρό Τανίνο ξεκινούν από το ότι είναι γιος ψυχαναλυτών και ψυχίατρος. Στέκονται στο ότι εξ ανατροφής και τυπικών προσόντων ίσως γνωρίζει κάτι παραπάνω για τον ανθρώπινο ψυχισμό. Ενώ το ότι είναι καλλιτέχνης συνιστά καλύτερη εγγύηση γι’ αυτό. Σίγουρα πάντως, κατά την τελευταία δεκαετία, ο Τανίνο αναγνωρίζεται, σε ευρωπαϊκές θεατρικές σκηνές και φεστιβάλ, ως ανατέλλων ήλιος από τη χώρα του ανατέλλοντος ηλίου.

Συγχρόνως, φημίζεται για το ότι ξέρει να δημιουργεί μια μορφή κενού, μέσα στο οποίο βουλιάζει η εκάστοτε παράσταση και μαζί της παρασύρεται και κάθε θεατής που προβάλλει αντιστάσεις στο να βιώσει το κενό.

Ο τίτλος «Sleeping fires» (βλ. «Κοιμώμενες φωτιές») είναι η απόδοση μιας ιαπωνικής λέξης που περιγράφει το κάρβουνο, που, αν και δείχνει εντελώς καμένο, σιγοκαίει μέσα του μια φλόγα – μια αόρατη δύναμη εν υπνώσει, που είναι ικανή, ξυπνώντας, να ανακτήσει το πλήρες εύρος της.

Στην εποχή Εντο

Το έργο διαδραματίζεται σε μια απομακρυσμένη ορεινή τοποθεσία της Ιαπωνίας, περί τα τέλη της εποχής Εντο (βλ. γύρω στο 1840). Οι κοινωνίες στην Ιαπωνία, παρά τη φεουδαλική δομή τους, γνώριζαν ευμάρεια και πολιτισμική ακμή ανεπηρέαστη ακόμα από τη Δύση.

Κεντρικά πρόσωπα είναι η Ικού και ο αψύς, καλοπερασάκιας σύζυγός της Μανκίτσι. Η Ικού είναι εκ γενετής τυφλή και όπως συχνά συνέβαινε τότε, τα άτομα που στερούνταν όρασης επιβίωναν κάνοντας μασάζ και θεραπευτική οστεοπαθητική. Κάποια μέρα, μία νεαρή τυφλή, ονόματι Σαγιό, που δηλώνει πλανόδιος μουσικός, χτυπάει την πόρτα της Ικού και του Μανκίτσι και ζητά να μαθητεύσει στη χειροπρακτική. Εκείνοι τη δέχονται και όλα φαίνεται να κυλούν όμορφα. Βέβαια, οι ζωές όλων τους δείχνουν μίζερες. Αλλά και τι μ’ αυτό, από τη στιγμή που μοιάζουν να ξέρουν πώς να φαίνονται δυνατοί; Συνεπώς, όλα προμηνύουν διαρκή βουνίσια καλοπέραση.

Στην πορεία όμως, η Σαγιό εκμυστηρεύεται στην Ικού ότι τυφλώθηκε στα οκτώ της από άνδρα που βίασε και σκότωσε την γκέισα μητέρα της. Η Ικού είναι βέβαιη πια ότι ο Μανκίτσι ήταν ο άνθρωπος που αναζητούσε η Σαγιό και ότι εκείνη είχε έρθει στο σπίτι τους μόνο για να εκδικηθεί. Ωστόσο, δεν προφυλάσσει τον Μανκίτσι. Και η Σαγιό εκδικείται, καίγοντάς του τα μάτια με αναζωπυρωμένο κάρβουνο.

Είναι μια ιστορία όπου όλα είναι παράξενα, αλλά όχι ανησυχητικά παράξενα.

Για την ακρίβεια, το πιο ανησυχητικά παράξενο είναι ότι ο σκηνοθέτης επέλεξε τυφλές ηθοποιούς για τους αντίστοιχους ρόλους.

Στα ενδιάμεσα διαστήματα μεταξύ των σκηνών του έργου ακολουθείται ένα επιθεωρησιακού χαρακτήρα «τελετουργικό» προανακοίνωσης του τι έπεται στη συνέχεια, το οποίο γίνεται πομπώδες, με δήθεν «βάθος».

Για να διερευνήσει, όπως είπε στην ανοικτή συζήτηση που ακολούθησε την πρεμιέρα, το πώς βιώνει τον κόσμο ο άνθρωπος που δεν βλέπει και πώς διεκδικεί τη θέση του, χωρίς αυτοοικτιρμό. Αλλά και επειδή, αν οι ηθοποιοί είχαν την όρασή τους, θα διακατέχονταν από το άγχος να αποδείξουν ότι δεν βλέπουν. Ενώ έτσι, το κέντρο βάρους της υποκριτικής τους εστιαζόταν στο ότι διακατέχονταν από τα ίδια ακριβώς συναισθήματα με τους ανθρώπους χωρίς αναπηρία: είναι εξίσου δυνατές, αποφασισμένες, απειλητικές, τρομερές κι αδίστακτες.

Ωστόσο, στα ενδιάμεσα διαστήματα μεταξύ των σκηνών του έργου, ακολουθείται ένα επιθεωρησιακού χαρακτήρα «τελετουργικό» προανακοίνωσης του τι έπεται στη συνέχεια. Δηλαδή, ένα αφανές δραματικό πρόσωπο –μια φωνή κονφερανσιέ– που περιγράφει τι θα ακολουθήσει. Εκεί τα πράγματα δυσκολεύουν κάπως. Γιατί το ενδιάμεσο των εικόνων γίνεται πομπώδες, με δήθεν «βάθος». Τόσο «φουσκωτό» που είναι πια cult – λόγω φαταλιστικού στόμφου, στο μήκος κύματος που προτιμά το φολκλόρ. Αν συνυπολογίσουμε το ηχοτοπίο στο φόντο, που κι αυτό αυξάνει βάθος και βάρος κι αν προσυπολογίσουμε τις λέξεις «ηχογαβάθα» και «κουδουνάκι» που επανεμφανίζονται κάθε τόσο στον υπερτιτλισμό, η κατάσταση χειροτερεύει. Σίγουρα, δεν διατίθενται σπουδαία υποκατάστατα γι’ αυτές τις λέξεις. Αλλά ειδικά η «ηχογαβάθα», επειδή είναι τόσο συνδεδεμένη με τη βύθιση σε διαλογισμό και άλλα τινά από τα πεδία του εσωτερισμού και του μυστικισμού, το όλον βαραίνει τόσο, που ο θεατής παρασύρεται από τη φυγόκεντρο που τον πετάει έξω από την ψευδαίσθηση που γεννά η παράσταση. Κι έτσι καταλήγει στο απρόσφορο συναίσθημα που είναι γέλιο σε σίγαση.

Ωστόσο, και παρά την εκπαραθύρωση από την ψευδαίσθηση, συμβαίνει και η επανεισαγωγή σ’ αυτήν. Oχι επειδή η ιστορία είναι πρωτότυπη (τουναντίον, είναι προβλέψιμη) αλλά επειδή αιχμαλωτίζεται εκ νέου η προσοχή του χάρη στη βραδύτητα των εξελίξεων και το μυστήριο που της επιπροσθέτουν η υποκριτική και κάποιο υπόρρητο που μοιάζει να πλανάται άπιαστο παντού.

Το μήνυμα παραλαμβάνεται, αλλά το περιεχόμενό του δεν διατίθεται.

Εις άτοπον απαγωγή

Το αποτέλεσμα: ο θεατής καταφεύγει σε ερμηνεία διά της εις άτοπον απαγωγής. Κι αν καταλήγει στο τέλος με κάποια καλή εντύπωση για την παράσταση, αυτή δημιουργείται από το ότι η εκδίκηση –η οποία είναι ένα από τα πιο ισχυρά κίνητρα του ανθρώπου για να οδηγείται στην αυτοδικία– προκύπτει από το έργο ως αποδεκτή, επειδή θεωρείται ενυφασμένη στην πρωτόγονη αντίληψη του δικαίου. Αρα το αρχετυπικό ρητό «οφθαλμόν αντί οφθαλμού» δεν θα έπρεπε να σκανδαλίζει.

Είναι πιθανό ο Κουρό Τανίνο να λέει στο δυτικό κοινό ότι ενδεχομένως να μην είμαστε αυτοί που νομίζουμε, λόγω έκπτωσης αξιών.

Καθρεφτιζόμαστε πλέον στην εποχή Εντο. Κατά την οποία, η δυτική αντίληψη για το δίκαιο και την αξία του ανθρώπου δεν είχε αγγίξει ακόμη την Ιαπωνία.

Με άλλα λόγια, η Δύση σήμερα ενδίδει στη «ζούγκλα» και στους νόμους της αγριότητας, από την οποία προήλθε. Αν, λοιπόν, ο Τανίνο προβάλλει, μέσω παραβολής, μια κατάντια του δυτικού κοινού, τότε το θάρρος του ως δημιουργού είναι τεράστιο. Και το σχήμα μεταφοράς που προτείνει, μέσω του απλού μύθου που επέλεξε, επειδή προέρχεται από τη δική του εθνική παράδοση και ιστορία, περιέχει μία ευπρέπεια – μία ευγενική διάθεση να μη μας θίξει με τη διατύπωση της άποψής του.

Αν όμως δεν ισχύει αυτή η ερμηνεία και η δραματουργία του πελαγοδρόμησε στην αναζήτηση της δύναμης μιας αρχαϊκής πρόσδεσης του ανθρώπου στη φύση, τότε η παράστασή του ήταν σκέτο φολκλόρ.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT