Η πτώση τού δύο σε ένα

Ενα ζευγάρι χωρίζει και έρχεται η συντέλεια. Ο Πάνος πηγαίνει στη Νορβηγία για να ρεμβάσει τους πάγους, η Μαρία σπάει την κλειδαριά στην πόρτα της ταράτσας και μένει να χαζεύει τον ουρανό. Δεν χρειαζόταν να το κάνει, το κλειδί ήταν πάνω στην κλειδαριά

3' 43" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

ΦΩΤΗΣ ΜΑΝΙΚΑΣ
«Δεν υπήρχε πιο πιστό επιχείρημα ότι ήταν ζευγάρι από τον τρόπο που κοιτάξανε τον ουρανό»
εκδ. Μεταίχμιο, 2026
σελ. 296

Ενα ζευγάρι χωρίζει και έρχεται η συντέλεια. Ο Πάνος πηγαίνει στη Νορβηγία για να ρεμβάσει τους πάγους, η Μαρία σπάει την κλειδαριά στην πόρτα της ταράτσας και μένει να χαζεύει τον ουρανό. Δεν χρειαζόταν να το κάνει, το κλειδί ήταν πάνω στην κλειδαριά. Ο Πάνος ρημάζεται από ρίγη, από ένα εσώτατο βουητό που τον τράνταζε σύγκορμο. «Το μαύρο πράγμα έχωνε νύχια στο στέρνο του». Η λύπη παραμόρφωνε την πραγματικότητα, απλώνοντας στο βλέμμα του σουρεαλιστικά τοπία. Ομως του ήταν αναγκαία η λύπη. «Δεν είχε τίποτε άλλο πέρα από αυτή τη λύπη. Μόνο όταν τον έπιανε ένιωθε πραγματικός». Η Μαρία κοιτούσε τον ουρανό και συντριβόταν. «Ο ουρανός της έκανε κακό. Η φαντασία της την οδηγούσε σ’ εκείνον».

Στο δεύτερο μυθιστόρημά του ο Φώτης Μανίκας (Αθήνα 1982) διεκτραγωδεί τη συμφορά του χαμένου έρωτα. Σε αντίθεση με τους ήρωές του, ο ίδιος δεν φαίνεται να παίρνει στα σοβαρά την κατάστασή τους. Μια υπόρρητη γελοιογράφηση δυναμιτίζει τον οδυρμό. Σε κάθε εκδήλωση πένθους παρεισφρέει η ειρωνεία. Ο Πάνος και η Μαρία θρηνούν με κλοουνίστικα φερσίματα. Φέρονται σαν αλλόφρονες παλιάτσοι, εξόριστοι από καθετί καθημερινό, εγκλωβισμένοι στις φάρσες που στήνουν στον εαυτό τους. Αποζητούν με μανία το γέλιο. Κινούνται αλλοπρόσαλλα στον χώρο, δίχως κανέναν προσανατολισμό, διαγράφοντας ασυνάρτητες τροχιές, μολονότι και οι δύο ξέρουν πως μόνο μία διαδρομή υπάρχει, μια ισιάδα που οδηγεί στο άπειρο, στην ανυπαρξία.

Οπου και αν πάνε, αμέσως συνειδητοποιούν πως δεν μπορούν να διαφύγουν ο ένας από τον άλλο. Ο Πάνος στέκεται δίπλα στη Μαρία στην ταράτσα. «Το καθετί μπορούσε να γίνει Πάνος. Οχι μόνο στην ταράτσα. Παντού». Αλλά και η Μαρία βρίσκεται παντού στο Οσλο. Με τα καμώματά τους, βουτηγμένοι σε μια σωματική και ψυχική δίνη, δοκιμάζονται σε ασκήσεις λήθης. Αν και περίλυποι, δείχνουν τρομερά κωμικοί. «Πόσο αστεία γίνονται τα πράγματα όταν δεν αντέχεις;».

Το βράδυ του ταξιδιού του ο Πάνος είδε στην Ακαδημίας ένα τσούρμο παιδιά να σπάνε ένα γυναικείο άγαλμα. Η Μαρία θρυμματιζόταν σε θρύψαλα. Ωστόσο, λίγες μέρες αργότερα την είδε ξανά μπροστά του, ακέραιη. Η Μαρία ανασταινόταν αενάως μέσα από τα διαμελισμένα μάρμαρα, έσπαγε τη μαρμάρινη κρούστα και ανέθρωσκε σαν φρέσκο λουλούδι. Πάντως η αληθινή Μαρία απολάμβανε ένα όργιο μαυρίλας, τριγύριζε στα νεκροταφεία, στολίζοντας με στόμφο τον παραδαρμό της. Ο Πάνος «της έλειπε συνολικά και μοιραία». Εκλαιγε και οδυρόταν πάνω από τις μαρμάρινες πλάκες, έβλεπε τον Πάνο στα οστεοφυλάκια, να γλείφει τη σκόνη από τα κουτιά με τα κόκαλα, συλλογιζόταν πως με το ζόρι ζούσε, «πόναγε μέχρι τα νύχια των ποδιών της». Κάποια στιγμή διακόπτει τον ολοφυρμό και αναρωτιέται: «Εγώ γιατί ζω το δράμα που ζω;».

Η πτώση τού δύο σε ένα-1

Κάποτε ο Πάνος και η Μαρία κοιτούσαν τον ίδιο ουρανό. «Δεν υπήρχε πιο πιστό επιχείρημα ότι ήταν ζευγάρι από τον τρόπο που κοιτάξανε τον ουρανό». Το επίθετο «πιστό» είναι κραυγαλέο λάθος, όχι όμως για τους δύο ερωτευμένους, οι οποίοι δεν νοιάζονται να πείσουν αλλά να πιστέψουν, να ανακτήσουν την πίστη τους στις δυνατότητες της ζωής, στο ενδεχόμενο να είναι κάτι καλύτερο από σκέτη πλήξη. Η Μαρία στέκεται κάτω από τον ήλιο και φωνάζει πως θέλει να κρατήσει για πάντα τη ζεστασιά του. «Αυτό που φώναξε έμοιαζε απίστευτα με πίστη». Μακριά της, σε μια παγωμένη χώρα, όπου ο ήλιος είχε για πάντα σβήσει, ο Πάνος συνέχιζε να κλαίει με αναφιλητά. «Τον πήρανε τα ζουμιά για τον εαυτό του που ήταν έτσι χωρίς πίστη».

Η γραφή συνιστά το μείζον προτέρημα του μυθιστορήματος, αλλά και το πιο σοβαρό πρόβλημα. Ο Μανίκας συνθέτει μια αφήγηση τριακοσίων περίπου σελίδων από μικρότατες φράσεις. Στην αρχή υπάρχει ρυθμός, ο οποίος βαθμιαία αποδυναμώνεται από τις διαρκείς παύσεις. Οι σύντομες φράσεις μπορούν να φανούν χρήσιμες δραματικά σε περιορισμένη έκταση, όπως, λόγου χάριν, στα παραμιλητά των δύο ηρώων, που εκφέρονται σε άπταιστη παραφορά. Ομως δεν γίνεται ένα εκτενές κείμενο να έχει τόσο πολλές τελείες, καταντά εξουθενωτικό και μοιάζει ξεχαρβαλωμένο. Από την άλλη, η θραυσματική γραφή αποδίδει τέλεια την υπαρξιακή διχοτόμηση του Πάνου και της Μαρίας. Από τη στιγμή που χώρισαν, έγιναν σμπαράλια. Η κοφτή γραφή αναπαριστά αυτόν ακριβώς τον διαμελισμό, ο οποίος επηρεάζει και την εικονοποιία του βιβλίου. Ο χώρος διασπάται σε αποσπασματικές, διακεκομμένες εικόνες, χάνοντας κάθε επίφαση αληθοφάνειας.

Αν ο Μανίκας έλεγχε πιο προσεκτικά την αφηγηματική οικονομία της μυθοπλασίας, θα αναδείκνυε τη βασική αρετή της γραφής του, τη γλωσσική πρωτοτυπία. Ακόμα και στις σύντομες φράσεις, οι συνδυασμοί των λέξεων συχνά αιφνιδιάζουν, δανειζόμενοι ενίοτε τη φαεινή αυθαιρεσία της ποίησης. Εν ολίγοις, ο Μανίκας κατέχει την τέχνη των λέξεων. Μένει να δείξει πόσο ικανός είναι στην τελειότερη αξιοποίησή τους.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT