Πολύ κίμτσι (και τηγανίλα) για το απόλυτο τίποτα

Πολύ κίμτσι (και τηγανίλα) για το απόλυτο τίποτα

Στη σκηνή βρισκόταν μια καντίνα από τις χαρακτηριστικές στη Νότια Κορέα, που σερβίρουν επίσης ποτά και κοκτέιλ και που η ποιότητα του φαγητού είναι αξιοπρεπέστερη

4' 51" χρόνος ανάγνωσης

«Haribo Kimchi»
Σύλληψη – κείμενο – σκηνοθεσία – μουσική – ήχος – βίντεο: Τζάχα Κου
Δραματουργία: Ντρις Ντουιμπί
Σκηνογραφία – συνεργάτης ερευνητής – χειρισμός μέσων: Γιουνγκιόνγκ Τζονγκ
Καλλιτεχνικός σύμβουλος: Πολ Χέιβαερτ
Τεχνικός συντονισμός: Κορνέιλ Κούσενς
Τεχνική υποστήριξη: Μπαρτ Χάιμπρεχτς, Τομ Ντάνιελς, Γιάσε Βερχάουβε
Συντονισμός παραγωγής: Βιμ Κλάπντορπ
Επιμέλεια αγγλικού κειμένου: Τζέισον Ρούμπελ
Animation (σαλιγκάρι): Βενσάν Λίνεν
Παίζουν: Gona, Haribo, Eel, Τζάχα Κου και δύο καλεσμένοι.
Το έργο παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ Αθηνών στις 16 και 17 Ιουνίου.
 
Στη σκηνή βρισκόταν μια καντίνα από τις χαρακτηριστικές στη Νότια Κορέα, που σερβίρουν επίσης ποτά και κοκτέιλ και που η ποιότητα του φαγητού είναι αξιοπρεπέστερη. Θα λέγαμε μια «καντίνα-σνακ μπαρ», χάρη στην οποία ο Τζάχα Κου προτείνει έναν γαστριμαργικό περίπατο σε αναμνήσεις, αντί στεφάνου προς όσους αφανείς μικροήρωες-μετανάστες έπεσαν ή διασώθηκαν, μαχόμενοι καθημερινά, στις επάλξεις της πολιτισμικής τους ξενιτιάς. 

Ξεκινώντας, ο καλλιτέχνης προσκάλεσε δύο θεατές στην καντίνα του για να τους ετοιμάσει παραδοσιακό κορεάτικο δείπνο, με αντάλλαγμα εκείνοι να προσφέρουν στις αφηγήσεις του τα ευήκοα ώτα τους. Δείχνοντας περιποιητικός και φιλόφρων, έπεισε εύκολα δύο άτομα ν’ ανέβουν στη σκηνή. Στην πορεία όμως ήταν τόσο απασχολημένος που ξέχασε τους εθελοντές στα άβολα χαμηλά σκαμπό τους (μέσα στην τηγανίλα, καθότι ο καλλιτέχνης θεωρεί ότι φέρνει κάτι θετικό στην ατμόσφαιρα η μαγειρική χωρίς απορροφητήρα). 

Ο Τζάχα Κου –που τα κάνει όλα μόνος του, τουτέστιν είναι συγγραφέας, σκηνοθέτης, μουσικοσυνθέτης και βιντεοκαλλιτέχνης– έχει πει ότι με την παράσταση αυτή παρουσιάζει «προσωπικές ιστορίες μαριναρισμένες σε γλυκόξινη μελαγχολία». Για να καταλήξει στο ότι η εμπειρία της μετοίκησής του στην Ευρώπη θα περιγραφόταν από ένα «Haribo kimchi», δηλαδή σαν kimchi –που είναι το κορεάτικο τουρσί– καπελωμένο από ένα ζελεδάκι σε σχήμα χαριτωμένου αρκουδιού, από τα πολύ γνωστά της διάσημης γερμανικής φίρμας Haribo, η οποία ειδικεύεται στις καραμέλες και στα ζαχαρωτά και που δικαίως θα μπορούσε να θεωρείται δευτερεύον (αν όχι τριτεύον) χαριτωμένο δείγμα ευρωπαϊκής πολιτιστικής κληρονομιάς.

Το σαλιγκάρι

Ξεκίνησε λοιπόν με μία αφήγηση που συγκίνησε χάρη στη φιλευσπλαχνία της για ένα σαλιγκάρι. Συνέχισε με πιο στενάχωρες «αλληγορίες γεύσεων», σχετικές με την απόσχιση ενός μετανάστη από το πολιτισμικό φόντο του. Και κατέληξε στη σκέψη ότι ο άνθρωπος που αφήνει τα πάτρια οφείλει να συμβιβαστεί με την ιδέα ότι θα είναι σαν το χέλι που αποζητά τη γενέτειρα θάλασσά του, κολυμπώντας πάντα μακριά της. 

Στο πλαίσιο μιας τέτοιας αλληγορίας, το φαγητό –η μαγειρική του τόπου καταγωγής– παραμένει η πιο ασφαλής πρόσδεση ενός μετοίκου στον πολιτισμό που αναγνωρίζει ως πρωταρχικά δικό του.

Οι μακρόταλοι μονόλογοι του Τζάχα Κου διανθίζονταν από πανέμορφα βίντεο και μουσικές στο στυλ της K-pop, δηλαδή της χαρούμενης κορεάτικης ποπ που ξετρελαίνει παγκοσμίως τις εφηβείες κάθε ηλικίας. Κι αυτή η μείξη όμορφων εικόνων και μουσικής έκανε να ηχούν σαν απαλότερες οι αφηγήσεις των κάπως πιο δυσάρεστων αναφορών του σε περιστατικά όπου έρχεται αντιμέτωπος με μειωτικές ξενοφοβικές αντιδράσεις και με μικροατυχήματα με kimchi.

Στην αρχή, ο θεατής τα παρακολουθεί όλα αυτά με συμπάθεια. Με ενδιαφέρον επίσης, χάρη στις γαργαλιστικές μικροδόσεις σασπένς στον λόγο του Τζάχα Κου. 
Σύντομα όμως βγαίνει απ’ αυτήν την ύπνωση και αντιλαμβάνεται ένα κατηχητικό μεμψιμοιρίας. Επίσης, διακρίνει ότι η μάσκα της στοχαστικής ταπεινότητας κρύβει πίσω της αλαζονεία. Για να καταλήξει στο ότι ο περφόρμερ δεν σταμάτησε ούτε στιγμή να υποψάλλει ηθικοπλαστικές, δακρύβρεχτες, ψιλοϋστερικές κοινοτοπίες. Συνοφρυωνόταν παραπονετικά και γλυκά, με άνεση, λόγω του ότι τον διακατείχε η αφοβία απέναντι στον θεατή. Διότι, η μαγειρική του ήταν σαν να έριχνε τα χαρτιά που θα έδειχναν παρελθόν, παρόν και μέλλον, με μια τράπουλα που όλα τα φύλλα της ήταν μπαλαντέρ και φανέρωναν μόνο ό,τι ήταν αυτό που ήταν και μαζί χαριτωμένο (καθώς επίσης και σερβιρισμένο με σος σάχλας).

Επρόκειτο για αποπλάνηση του θεατή, ώστε να παρακολουθεί με ηδονικώς προσηλωμένο βλέμμα και τυφλό θαυμασμό την αποθέωση του φαγητού ως ύστατου καταφυγίου ανάπαυσης από το πολιτισμικό χάσμα. Ο μόχθος της επιβίωσης, το αμφίβολο βάρος της ιστορίας, οι ιδιορρυθμίες του άλλου που δεν καταπίνονται, η κατάρα της απομόνωσης και όσα άλλα δεινά υπομένουν οι μετοικούντες, αποδίδονταν ψημένα στον ατμό ενός ήπιου «υπο-θυμού». Κι ας είναι βέβαιο ότι η κουζίνα του εκάστοτε τόπου καταγωγής είναι η πιο ισχυρή αλυσίδα που κρατάει το άτομο δέσμιο της εθνικής του ταυτότητας και της αναπόφευκτα συνεπαγόμενης εθνικοφροσύνης του. 

Είναι η υπεράνω πάσης υποψίας γενεσιουργός αιτία του «τραγικού αιτίου» του κάθε μετανάστη για να νιώθει τη νοσταλγία που θα τον καθηλώνει στον διχασμό του «εδώ και πριν» του.

Ο Τζάχα Κου δεν πήρε θέση απέναντι σ’ αυτό, ώστε να ζυγίσει ο θεατής κατά πόσο κύκλωνε σφαιρικά το ζήτημα. Με αποτέλεσμα να έχει έναν ακόμη λόγο να θεωρεί ρηχή κι ασήμαντη την κοινοτοπία των απόψεων του δημιουργού. Θα όφειλε ο Τζάχα Κου να παρουσιάζει σε αυτήν την παράστασή του κάποιο ίχνος αυτοαμφισβήτησής του. Προκειμένου να πείσει ότι δεν αγκιστρώνεται στη λαϊκίστικη αντίληψη των πραγμάτων. 

Βραβείο Ιψεν

Θα όφειλε να το κάνει και λόγω του ότι φέτος απέσπασε το βραβείο Ιψεν, που απονέμεται ανά διετία και διεκδικεί το υψηλότερο κύρος στο πεδίο του θεάτρου. Πριν απ’ αυτόν το πήραν η Αριάν Μνουσκίν, ο Κριστόφ Μαρτάλερ, ο Πέτερ Χάντκε και άλλοι διεθνώς σπουδαίοι δημιουργοί, που δεν θα καταδέχονταν να προτείνουν από σκηνής με ακράδαντη πεποίθηση ότι ισχύει μια βραχύσωμη σκέψη τους. 

Δεν θα συναινούσαν στο να παρουσιάζουν με ένα μπεμπεκίζον πλαστικό φωτεινό χέλι την ιδέα ότι ως μέτοικος σήμερα «μπορείς να αντέχεις να κουβαλάς τις ρίζες σου μαζί σου, γιατί οι διαδρομές είναι πιο σημαντικές από τις ρίζες». Γιατί, τελικά, εκεί καταλήγει ο Τζάχα Κου: στην «Ιθάκη» του Καβάφη, αλλά μέσω άχαρης διασκευής της με χέλια.

Ο Τζάχα Κου καταλήγει στην «Ιθάκη» του Καβάφη, αλλά μέσω μιας άχαρης διασκευής της με χέλια. «Μπορείς να αντέχεις να κουβαλάς τις ρίζες σου μαζί σου, γιατί οι διαδρομές είναι πιο σημαντικές από τις ρίζες».

Κατόπιν τέτοιων συμπτωμάτων, θα καταλήξουμε να θυμόμαστε το 2026 ως τη χρονιά που οι διεθνείς βραβεύσεις δαφνοστεφάνωσαν μόνο ράφτες του αυτοκράτορα τον οποίο τόσο όμορφα κατέγραψε ο Αντερσεν. Παραλείποντας ωστόσο να διευκρινίσει στον μύθο του ότι ο αυτοκράτορας έριξε τις ευθύνες στον ράφτη του, για να μη φανεί ότι ο ίδιος είχε μια παλαβή όρεξη να εμφανιστεί γυμνός. 

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT