Χρήστος Θεοδωρίδης: Πώς πενθείς στην εποχή των τρολ;

Χρήστος Θεοδωρίδης: Πώς πενθείς στην εποχή των τρολ;

Η πρώτη αναμέτρηση με το αρχαίο δράμα, με τους «Πέρσες» στην Επίδαυρο, και η σπουδή στις καταστροφές

3' 33" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Οι άνθρωποι βρίσκονται ήδη εκεί. Πριν εμφανιστεί η Ατοσσα με το λαμπρό βασιλικό φόρεμα, πριν ακουστεί η είδηση της πανωλεθρίας του Ξέρξη στη Σαλαμίνα, ο Χορός των Περσών ζει μέσα σε μια παρατεταμένη αναμονή. Είναι μια κατάσταση που μοιάζει οικεία σήμερα: η αίσθηση πως κάτι ολέθριο έχει συμβεί κάπου μακριά και ότι τα νέα έρχονται προς το μέρος μας αναπόφευκτα.

Αυτός είναι ο κόσμος που θέλει να φωτίσει ο Χρήστος Θεοδωρίδης στην πρώτη του συνάντηση με την αρχαία τραγωδία. Η πορεία του στο θέατρο δεν προδίκαζε μια στροφή προς το αρχαίο δράμα. Οι πιο πρόσφατες δουλειές του τον τοποθετούν σταθερά ανάμεσα στους δημιουργούς με έντονα σύγχρονα αντανακλαστικά. Την περασμένη σεζόν έκλεισε το πρόγραμμα του Εθνικού Θεάτρου με την «Ιεροτελεστία» του Γκιγιόμ Πουά, ένα έργο που γεννήθηκε από εκατοντάδες συνεντεύξεις ανθρώπων την περίοδο της πανδημίας και επίσης έχει ανεβάσει στη θεατρική σκηνή το σκληρό αυτοβιογραφικό κείμενο «Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου» του Εντουάρ Λουί. Και στις δύο περιπτώσεις, ο πυρήνας της παράστασης βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο η ατομική εμπειρία μετατρέπεται σε συλλογική αφήγηση. Οι «Πέρσες», που σκηνοθετεί στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου (6 -7 Ιουλίου), με έναν παράδοξο τρόπο, συνεχίζουν αυτή την αναζήτηση.

«Ας το πούμε φόβο», απαντά όταν τον ρωτάμε γιατί έως τώρα δεν είχε συναντηθεί με τους Τραγικούς. «Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι φοβόμουν να ασχοληθώ με το είδος. Περισσότερο ότι δεν το καταλάβαινα. Παρότι στις σπουδές μου είχα φωτισμένους δασκάλους που με εισήγαγαν στον κόσμο της αρχαίας τραγωδίας, και παρότι με γοήτευε πολύ σε θεωρητικό επίπεδο, στην πράξη, ως θεατής, συχνά έφευγα από τις παραστάσεις αρχαίου δράματος μισός. Ενιωθα σαν να παρακολουθώ ιστορίες που ήδη γνωρίζω, τοποθετημένες μέσα σε ένα πλαίσιο με πολύ συγκεκριμένες συνθήκες –έντονη εκφορά λόγου, καθαρές κινήσεις–, μια σειρά από θεατρικές συμβάσεις που, στα δικά μου μάτια, δεν επικοινωνούσαν πραγματικά με το κοινό».

Κάποια στιγμή, όμως, σε ένα ταξίδι στη Θεσσαλονίκη, την πόλη του, πήρε μαζί του τους «Πέρσες» στη μετάφραση του φιλολόγου Παναγιώτη Μουλλά. «Τους διάβασα ξανά, αυτή τη φορά με άλλα μάτια, και θυμάμαι ότι συγκινήθηκα από την πρώτη ανάγνωση. Το έργο έμεινε μέσα μου για πέντε χρόνια. Και όταν τελικά μου δόθηκε η ευκαιρία να το σκηνοθετήσω, είπα αμέσως: Αυτό θέλω πολύ να το κάνω», εξηγεί ο σκηνοθέτης. Ο Χορός, στην παράστασή του, δεν αποτελείται από σεβάσμιους γέροντες, όπως αναφέρεται στο αρχαίο κείμενο. Είναι άνθρωποι διαφορετικών ηλικιών, φύλων και καταβολών. ένας λαός που παρακολουθεί τις αποφάσεις της εξουσίας και τελικά πληρώνει το τίμημά τους. Η βασιλομήτωρ Ατοσσα, που υποδύεται η Μαρία Ναυπλιώτου, ο Δαρείος του Δημήτρη Καταλειφού και κυρίως ο Ξέρξης, που ενσαρκώνει ο Αναστάσης Ροϊλός, «είναι φορείς πολιτικών επιλογών που έχουν συνέπειες», αναφέρει ο κ. Θεοδωρίδης.

Η κληρονομιά του Ξέρξη

Ο Ξέρξης επιστρέφει διαλυμένος και ρακένδυτος από τη Σαλαμίνα. Ο θρήνος του δεν αρκεί για να τον απαλλάξει από τις ευθύνες του. Κάτι έχει αλλάξει πλέον στη συνείδηση του λαού. «Ταυτόχρονα, όμως, προσπαθώ να διατηρήσω και την ανθρώπινη διάστασή του», σχολιάζει ο σκηνοθέτης. «Ο Ξέρξης είναι ο γιος ενός πατέρα με μεγάλο κύρος, που άφησε πίσω του βαριά κληρονομιά. Είναι όμως αψύς, θερμόαιμος, σχεδόν θρασύς, όπως τον περιγράφει η μητέρα του. Τον βλέπω σαν ένα παιδί που αντιμετωπίζει τα πράγματα με παρόρμηση, ίσως και με μια δόση κακομαθημένης αυτοπεποίθησης, αλλά ταυτόχρονα προσπαθεί διαρκώς να φανεί αντάξιος του πατέρα του. Για μένα είναι κάποιος που φέρει προσωπικές αδυναμίες και επιθυμίες, αλλά και μια εξουσία που οδηγεί τον λαό του στην καταστροφή».

Η ίδια πολυπλοκότητα χαρακτηρίζει και τη σκηνοθετική γλώσσα. Απόφοιτος υποκριτικής, με σημαντική εμπειρία στον χορό, ο Θεοδωρίδης αντιμετωπίζει το θέατρο ως ενιαία σύνθεση. «Η κίνηση μιλάει», λέει. «Στους “Πέρσες” δε, γίνεται σχεδόν ισότιμος αφηγητής με το κείμενο». Ετσι, μαζί με τη συνεργάτιδά του χορογράφο Ξένια Θεμελή επεξεργάστηκε μια σκηνική γλώσσα στην οποία τα σώματα μεταφέρουν νόημα, καταγράφουν συναισθήματα. Ισως γι’ αυτό η σκηνή παραμένει γυμνή, χωρίς σκηνικά που να διεκδικούν προσοχή των θεατών. Το πιο ουσιαστικό άνοιγμα προς το σήμερα πραγματοποιείται στη σκηνή του Αγγελιοφόρου. Εκεί η αφήγηση της καταστροφής στη Σαλαμίνα διασταυρώνεται με άλλες καταστροφές, άλλων εποχών και άλλων τόπων. Αποσπάσματα από νεότερα κείμενα εισέρχονται διακριτικά στην παράσταση, επεκτείνοντας το πεδίο της τραγωδίας πέρα από τα όρια της αρχαίας ιστορίας. «Πώς αντιμετωπίζεις μια καταστροφή όταν αυτή γίνεται πραγματικότητα; Πώς πενθείς σε μια εποχή όπου ακόμη και οι πιο τραγικές ειδήσεις κινδυνεύουν να γίνουν αντικείμενο τρολαρίσματος;» διερωτάται ο σκηνοθέτης.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT