Τη χειμερινή σεζόν που μας πέρασε το «Τζένη Τζένη» έγινε sold out στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά και από Σεπτέμβριο το έργο των Πρετεντέρη – Γιαλαμά σε σκηνοθεσία Νίκου Καραθάνου θα επιστρέψει. Το δίδυμο Ρέππα – Παπαθανασίου ξανασκαλίζει αυτό το καλοκαίρι τα ’60s στο «Αλσος» με το «Του αγοριού απέναντι», με ένα all star –κυρίως τηλεοπτικό– καστ.
Στο TikTok μεμονωμένοι δημιουργοί περιεχομένου ανασυνθέτουν τις σκηνές από το «Ξύλο βγήκε από τον Παράδεισο» με εργαλεία ΑΙ, ενώ άλλοι παρουσιάζουν με τη μορφή «Επίκαιρων» τα δήθεν γυρίσματα της «Μανταλένας» και της «Παριζιάνας». Ειδικά «φίλτρα» αποκαλύπτουν ποιος ήρωας της «Finos Film» είσαι. Στη δική μου περίπτωση το φίλτρο απεφάνθη… Σαπφώ Νοταρά.
Μα πότε έγινε viral η «χρυσή εποχή» του ελληνικού σινεμά;

Η επιλογή της αναβίωσης από μόνη της δεν εκπλήσσει. Το «παλιό ελληνικό σινεμά» ήταν, άλλωστε, πάντα εδώ: στις οικογενειακές τηλεοπτικές συνάξεις, στις θεατρικές επανεκτελέσεις, σε κινηματογραφικά ριμέικ. Τα μέσα, όμως, μετασχηματίζονται. Πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτό της Finos Film που τα τελευταία χρόνια έχει επανασυστηθεί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με εφόδιο τη «χρυσή» κληρονομιά του παλιού ελληνικού κινηματογράφου. Κάπως έτσι οι παλιοί χαρακτήρες γίνονται… σχολιαστές της επικαιρότητας· από το πρόσφατο Final Four της Αθήνας («Εγώ ξέρετε, δεσποινίς και κύριέ μου, σκέφτομαι με φίλαθλον πνεύμα» του Χρόνη Εξαρχάκου) μέχρι τις εκλογές («Ψηφίζετε πρόοδο, ψηφίζετε, λέγω, αναγέννηση, ψηφίζετε ομαλότητα, ψηφίζετε… Γκόρτσο» του Διονύση Παπαγιαννόπουλου).
Ο ρόλος της τηλεόρασης
Τη χειμερινή θεατρική σεζόν που πέρασε ο Σταμάτης Φασουλής υπέγραψε τη σκηνοθεσία στην «Κόμισσα της φάμπρικας», έργο που έγραψαν οι Ασημάκης Γιαλαμάς και Κώστας Πρετεντέρης για το θέατρο, πριν μεταφερθεί στο σινεμά το 1969. «Γιατί ανατρέχουμε ξανά στη “χρυσή εποχή”;» τον ρωτάμε. «Δεν ξέρω αν εκείνο το ελληνικό σινεμά θα είχε τέτοια απήχηση στο τώρα αν δεν υπήρχε αυτή η αναγέννησή του μέσα από την τηλεόραση», ήταν το σχόλιό του στην «Κ».

Την επόμενη σεζόν, στη Νέα Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος» στο Εθνικό Θέατρο, η Αικατερίνη Παπαγεωργίου θα παρουσιάσει μια σύγχρονη διασκευή του «Δεσποινίς διευθυντής» –ξανά των Πρετεντέρη – Γιαλαμά–, με αφορμή τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Κώστα Πρετεντέρη. «Οι παλιές ελληνικές ταινίες λειτουργούν σχεδόν σαν συλλογικό ασυνείδητο. Είναι αποκαλυπτικές ως προς τα στερεότυπα, τις κοινωνικές αντιλήψεις και τις προσδοκίες με τις οποίες έχουν γαλουχηθεί διαδοχικές γενιές», λέει η ίδια στην «Κ», συμπληρώνοντας πως εξακολουθούμε να γιορτάζουμε μια «χρυσή εποχή» που έχει παρέλθει και λειτουργεί ως πεδίο νοσταλγίας. Στην περίπτωση του «Δεσποινίς διευθυντής», το ενδιαφέρον για εκείνη, όπως εξηγεί, βρισκόταν ακριβώς σε αυτή τη διπλή κίνηση. «Αφενός να συναντηθούμε με ένα έργο βαθιά εγγεγραμμένο στη συλλογική μνήμη και αφετέρου να το ξαναδιαβάσουμε μέσα από το βλέμμα του σήμερα, αναδεικνύοντας τη γοητεία αλλά και τις αντιφάσεις του».
Πέρα από την «αφέλεια»
Ζητάμε από τον Βρασίδα Καραλή, καθηγητή Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Σίδνεϊ και συγγραφέα του βιβλίου «Μια ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου» (εκδ. Δώμα), να σκιαγραφήσει τα βασικά χαρακτηριστικά του λεγόμενου «παλιού ελληνικού κινηματογράφου», πριν καταλήξουμε στην αποτίμηση της αναβίωσής του. Η «χρυσή εποχή», λέει, χαρακτηρίζεται από μια «αφέλεια» με την έννοια που έδινε ο Φρίντριχ Σίλερ στην αφελή ποίηση: δεν υπάρχει διάσταση ανάμεσα στον δημιουργό και στο δημιούργημα. «Οι σκηνοθέτες και κυρίως οι ηθοποιοί ήταν ταυτισμένοι με το θέμα της αναπαράστασης, δημιουργώντας στέρεες, αν και συνήθως μονοδιάστατες αφηγήσεις», παρατηρεί.
«Οι παλιές ελληνικές ταινίες λειτουργούν σχεδόν σαν συλλογικό ασυνείδητο. Είναι αποκαλυπτικές ως προς τα στερεότυπα, τις κοινωνικές αντιλήψεις και τις προσδοκίες με τις οποίες έχουν γαλουχηθεί διαδοχικές γενιές». -Αικατερίνη Παπαγεωργίου, σκηνοθέτις
Από την πλευρά της η Ελευθερία Θανούλη, καθηγήτρια Θεωρίας του Κινηματογράφου στο ΑΠΘ, εντοπίζει στον ΠΕΚ την τάση αναπαραγωγής ενός συγκεκριμένου κοινωνικού φαντασιακού. «Συχνά λειτουργεί καθησυχαστικά, προσφέροντας συμβολικές λύσεις σε πραγματικές κοινωνικές αντιφάσεις και καλλιεργώντας μορφές «ψευδούς συνείδησης». Με την έννοια ότι μετατρέπει βαθύτερες κοινωνικές συγκρούσεις σε ατομικά ή οικογενειακά δράματα με τελική συμφιλίωση», εξηγεί.

Οπως τονίζουν και οι δύο, μια προσέγγιση απόρριψης αυτής της κινηματογραφικής περιόδου θα ήταν άδικη. Επιστροφή στο «Τζένη Τζένη», με την κ. Θανούλη να σημειώνει: «Πιστεύω ότι βλέπουμε την ταινία ξανά και ξανά, όπως βλέπουμε την “Καζαμπλάνκα”, ψιθυρίζοντας τις ατάκες των ηθοποιών και περιμένοντας τα σημεία της πλοκής που μας κάνουν να νιώθουμε οικεία». Πέραν της οικειότητας, θα προσθέσει, πολλές ταινίες διατηρούν τη γοητεία τους επειδή διαθέτουν υψηλή καλλιτεχνική αρτιότητα.
Τίποτα, άλλωστε, δεν συμβαίνει εν κενώ. Αν δεν υπήρχε η «χρυσή εποχή» δεν θα υπήρχε η τομή του νέου ελληνικού κινηματογράφου. «Για να αποδομηθεί κάτι, χρειάζεται πρώτα να δομηθεί», λέει ο Βρασίδας Καραλής. «Αυτό που συνέβη με τον νέο ελληνικό κινηματογράφο προϋποθέτει το επίτευγμα της δομημένης αφήγησης που κατόρθωσαν οι “αφελείς” δημιουργοί του εμπορικού σινεμά. Αλλωστε, στις ταινίες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου συναντάει κανείς μια υπόρρητη και τραυματική κοινωνική εμπειρία. Ο επαρχιώτης που έρχεται στην πόλη υπονοεί την ερήμωση της υπαίθρου», σημειώνει. Στο ίδιο πνεύμα, η κ. Θανούλη σημειώνει πως για μεγάλο χρονικό διάστημα η ελληνική κινηματογραφική ιστοριογραφία παρέμεινε εγκλωβισμένη σε απλοϊκά δίπολα: ανάμεσα στην «τέχνη» και την «ψυχαγωγία», στον «εμπορικό» και τον «ποιοτικό» κινηματογράφο, στους λαϊκούς δημιουργούς και στον κινηματογράφο του δημιουργού.
Ενας κόσμος κατανοητός
Τελικά, το παλιό ελληνικό σινεμά αποτελεί καταφύγιο νοσταλγίας; Μια αφορμή αποδόμησης του χθες με το βλέμμα στο σήμερα; Ή ακόμη μία αντανάκλαση ενός «ακυρωμένου μέλλοντος» από το οποίο μόνη διαφυγή είναι το παρελθόν; Για τους μεγαλύτερους οι ταινίες αυτές λειτουργούν ως μνημονικές ανακλήσεις ενός ελπιδοφόρου παρελθόντος, το οποίο δεν μπορούμε να επισκεφθούμε χωρίς να συναντηθούμε με τα πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν σε αυτό, απαντάει ο κ. Καραλής. Η Βουγιουκλάκη, η Καρέζη, ο Κωνσταντίνου και η Λαμπέτη «συνιστούν κρυμμένες θεότητες του υποσυνειδήτου μας», συμπληρώνει.

Το ίδιο ερώτημα θέτουμε στη Finos Film. «Οι αποστάσεις μηδενίζονται μόλις μπουν στο πλάνο ο Παπαγιαννόπουλος, ο Κωνσταντάρας και η Αλίκη», αναφέρει στην «Κ» εκπρόσωπος της θρυλικής εταιρείας. «Οι παλιές ελληνικές ταινίες είναι μια επιστροφή σε κάτι τρυφερό. Λειτουργούν σαν ασφαλές καταφύγιο, επιστρέφεις κάπου γνώριμα. Ισως αυτό είναι και το μυστικό της επιτυχίας τους».
Η διαχρονικότητα εξηγείται σε πολλά και διαφορετικά επίπεδα, εκτιμά η κ. Θανούλη. Οι ταινίες αυτές, εξηγεί, άφησαν αποτύπωμα ως ψυχαγωγία, ως συλλογική μνήμη, ως ιδεολογικός μηχανισμός, αλλά και ως μορφή τέχνης που κατόρθωσε να αποτυπώσει με δύναμη τις αντιφάσεις και τις επιθυμίες της μεταπολεμικής ελληνικής κοινωνίας.
«Το ευτυχές τέλος της Αλίκης με τον Δημήτρη υπονοεί το άνοιγμα μιας δυνατότητας, ότι κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί και σε εμάς σήμερα». -Βρασίδας Καραλής, καθηγητής Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Σίδνεϊ.
Οι παλιοί νοσταλγούν, οι νέοι όμως; Για τον κ. Καραλή η ερμηνεία της δικής τους σύνδεσης βρίσκεται στην ανάγκη εντοπισμού μιας «συνέχειας με μια χαμένη ολοκληρία» – ανάγκη με βαθιά υπαρξιακή σημασία σε μια εποχή χωρίς καθημερινές τελετουργίες ή κοινά αφηγήματα. «Το ευτυχές τέλος της Αλίκης με τον Δημήτρη υπονοεί το άνοιγμα μιας δυνατότητας, ότι κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί και σε εμάς σήμερα». Ετσι ένας κόσμος δυσοίωνος γίνεται πιο ωραίος και –κυρίως– πιο κατανοητός.

