Ο Αγγλος συγγραφέας Τζόναθαν Κόου δεν έχει ιδέα γιατί οι Ελληνες αναγνώστες τον αγαπούν τόσο πολύ. Πριν από λίγες μέρες κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πόλις η «Μαρία, η γυναίκα των συμπτώσεων», το πρώτο βιβλίο που έγραψε στα 23 του. Είναι από τα λίγα δικά του που αντέχει να ξανακούσει σε audiobook. Λίγο προτού έρθει στα Χανιά στο πλαίσιο του 5ου Φεστιβάλ Βιβλίου (22-28 Ιουνίου) για να συζητήσουμε από κοινού με τη μόνιμη μεταφράστριά του Αλκηστι Τριμπέρη για το έργο του, ο Κόου απάντησε στις ερωτήσεις της «Κ».
– Οι Ελληνες αναγνώστες θα διαβάσουν το πρώτο σας μυθιστόρημα αφού έχουν ήδη διαβάσει όλο το πρόσφατο έργο σας. Τι πιστεύετε ότι θα ανακαλύψουν;
– Θα τους δώσει μια εικόνα του συγγραφέα που ήμουν πριν βρω τη δική μου φωνή. Υπάρχει κάτι από το χιούμορ που συναντά κανείς στα μεταγενέστερα μυθιστορήματά μου, αλλά απουσιάζουν εντελώς η πολιτική και η κοινωνική διάσταση. Την εποχή που το έγραφα ήμουν βαθιά βυθισμένος στην αγγλική λογοτεχνία του 18ου αιώνα και στα μυθιστορήματα του Σάμιουελ Μπέκετ. Αυτές είναι οι βασικές επιρροές του βιβλίου. Του δίνουν μια πολύ διαφορετική γεύση από εκείνη των πιο γνωστών μυθιστορημάτων μου, όπως το «Τι ωραίο πλιάτσικο!».
– Γράφετε στον πρόλογο ότι το πρώτο σας βιβλίο είναι από τα λίγα που σας ενδιαφέρει να ξανακούσετε (σε audiobook). Μήπως δεν αναγνωρίζετε τον εαυτό σας και γι’ αυτό το αντιμετωπίζετε με μια ελαφρώς εξωτική ματιά; Oπως όταν ακούμε τη νεανική μας φωνή σε μια ηχογράφηση και αναρωτιόμαστε: «Είμαι πράγματι εγώ αυτός;».
– Ναι, αυτή είναι η σωστή περιγραφή. Με τα άλλα μου βιβλία διαπιστώνω ότι δεν μπορώ ούτε να τα ξαναδιαβάσω ούτε να τα ακούσω σε audiobook, γιατί εξακολουθώ να νιώθω πολύ κοντά τους (ακόμη κι αν τα έγραψα πριν από περισσότερα από τριάντα χρόνια). Oμως η «Μαρία» μοιάζει πραγματικά σαν να γράφτηκε από κάποιον άλλον άνθρωπο κι έτσι μπορώ να την προσεγγίσω με κάποια αντικειμενικότητα.
– Επιλέγετε να μπείτε στη θέση μιας νεαρής γυναίκας ηρωίδας. Πόσο εύκολο είναι αυτό; Ξέρω ότι το έχετε κάνει και άλλες φορές. Ωστόσο δεν μπορώ να μην παρατηρήσω ότι εδώ μοιάζει σαν να τη λυπάστε κάπως. Είναι θύμα, ο μοναδικός της στόχος είναι να παντρευτεί. Μου φαίνεται μια κάπως ξεπερασμένη προσέγγιση.
– Hμουν είκοσι τριών ετών όταν έγραψα το βιβλίο και νομίζω πως είναι δίκαιο να πω ότι δεν ήξερα σχεδόν τίποτα για τις γυναίκες (ή μάλλον, ακόμη λιγότερα απ’ όσα ξέρω σήμερα). Επομένως, αν προσεγγίσει κανείς το μυθιστόρημα αναζητώντας μια διεισδυτική και συμπονετική αποτύπωση της κοινωνικής θέσης των γυναικών στη βρετανική κοινωνία της δεκαετίας του ’80, πιθανότατα θα απογοητευθεί. Iσως είναι καλύτερο να το διαβάσει ως μια σχεδόν αφηρημένη άσκηση λογοτεχνικού παιχνιδιού. Πρόκειται για ένα παιχνίδι γάτας και ποντικιού ανάμεσα στον αφηγητή και στην πρωταγωνίστρια, η οποία τυχαίνει να είναι γυναίκα. Η Μαρία δεν μπορεί να συγκριθεί, για παράδειγμα, με τη Ρόζαμοντ στο «Σαν τη βροχή πριν πέσει» (εκδ. Πόλις, 2012), ένα μυθιστόρημα που έγραψα στα σαράντα μου, όταν είχα αποκτήσει πολύ μεγαλύτερη εμπειρία ζωής.
Το «Μαρία, η γυναίκα των συμπτώσεων» μοιάζει σαν να γράφτηκε από κάποιον άλλον άνθρωπο. Υπάρχει κάτι από το χιούμορ που συναντά κανείς στα μεταγενέστερα μυθιστορήματά μου, αλλά απουσιάζουν εντελώς η πολιτική και η κοινωνική διάσταση.
– Στο βιβλίο αυτό απουσιάζει η πολιτική. Ηταν σκόπιμο αυτό;
– Δυσκολεύομαι να θυμηθώ τι ακριβώς είχα στο μυαλό μου όταν το έγραφα. Το μόνο που μπορώ να πω με βεβαιότητα είναι ότι δεν υπάρχουν πολιτικές αναφορές ούτε στα δύο (ανέκδοτα) μυθιστορήματα που προηγήθηκαν. Η πολιτική άρχισε να μπαίνει στα βιβλία μου μόνο με το επόμενο, το «A Touch of Love», που δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά. Δεν είναι λοιπόν ότι δεν με ενδιέφερε η πολιτική· απλώς δεν είχα βρει ακόμη έναν τρόπο να την ενσωματώσω στη μυθοπλασία μου. Επίσης πρόκειται για ένα πολύ σύντομο μυθιστόρημα σε σύγκριση με τα μεταγενέστερα έργα μου, οπότε ίσως ένιωθα ότι δεν υπήρχε χώρος για μια κοινωνική διάσταση παράλληλα με την ατομική.
– Καταλαβαίνω από τον πρόλογο ότι επιμείνατε πολύ μέχρι να εκδοθεί το βιβλίο σας. Πώς καταλαβαίνει κάποιος ότι θέλει να γίνει συγγραφέας;
– Κοιτάζοντας πίσω, με εκπλήσσει το πόση αυτοπεποίθηση είχα και πόσο αποφασισμένος ήμουν να εκδώσω βιβλία. Δεν ξέρω από πού προερχόταν αυτό, πέρα από το ότι είχα ένα δάσκαλο στο σχολείο, τον Τόνι Τροτ, ο οποίος πίστευε πολύ στη γραφή μου και έλεγε εξαιρετικά ενθαρρυντικά πράγματα γι’ αυτήν. Ούτε καταλαβαίνω γιατί ήθελα τόσο πολύ να γράφω. Στην πραγματικότητα δεν «ήθελα να γίνω συγγραφέας», δεν είχα κάποιο σχέδιο. Απλώς απολάμβανα πάρα πολύ τη γραφή και συνέχισα να το κάνω. Και πάλι, δεν ξέρω από πού προήλθε αυτή η παρόρμηση. Εμφανίστηκε όταν ήμουν περίπου οκτώ ετών και –σε αντίθεση με τους περισσότερους συμμαθητές και συνομηλίκους μου– δεν την ξεπέρασα ποτέ.
– Στο βιβλίο σας συχνά απευθύνεστε άμεσα στον αναγνώστη. Δεν είναι αυτό μια μορφή «λογοτεχνικού λαϊκισμού»;
– Δεν καταλαβαίνω πραγματικά γιατί αυτό θα έπρεπε να θεωρείται «λογοτεχνικός λαϊκισμός». Oπως είπα, όταν έγραφα τη «Μαρία» ήμουν πολύ επηρεασμένος από τους Βρετανούς μυθιστοριογράφους του 18ου αιώνα. Αλλωστε, αυτοί αποτέλεσαν και το θέμα της διδακτορικής μου διατριβής. Με γοήτευε ιδιαίτερα ο τρόπος με τον οποίο ο Χένρι Φίλντινγκ απευθυνόταν άμεσα στον αναγνώστη και το πώς αυτό δημιουργούσε μια ισχυρή δυναμική ανάμεσα στον αφηγητή και στον αναγνώστη, λειτουργώντας ως αντίστιξη στις σχέσεις των ίδιων των μυθοπλαστικών χαρακτήρων. Για μένα πρόκειται για μια απολύτως θεμιτή λογοτεχνική τεχνική, η οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί είτε με εκλεπτυσμένο είτε με λαϊκιστικό τρόπο. Βέβαια, το 1984, όταν έγραψα το μυθιστόρημα, ελάχιστοι συγγραφείς χρησιμοποιούσαν αυτή την τεχνική, οπότε θα μπορούσε κανείς να με κατηγορήσει για αναχρονισμό.
– Ο Τζούλιαν Μπαρνς δήλωσε ότι έγραψε το τελευταίο του βιβλίο. Θα μπορούσατε να κάνετε κάτι παρόμοιο;
– Δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς να γράφω. Iσως όμως να αισθάνομαι διαφορετικά σε δέκα ή δεκαπέντε χρόνια. Προς το παρόν είμαι γεμάτος ιδέες για καινούργια βιβλία.
– Πόσο συστηματικά γράφετε; Πώς επιλέγετε τα θέματά σας;
– Το γράψιμό μου δεν είναι ιδιαίτερα συστηματικό. Μια καλή μέρα μπορεί να περάσω έξι ή επτά ώρες στο γραφείο μου, αλλά μεγάλο μέρος αυτού του χρόνου αφιερώνεται στο διάβασμα, στην περιήγηση στο Διαδίκτυο ή απλώς στο να κοιτάζω στο κενό. Oταν ολοκληρώνω ένα βιβλίο, συνήθως χρειάζομαι μερικούς μήνες μέχρι να αποκτήσω μια ισχυρή αίσθηση για το τι θέλω να γράψω στη συνέχεια. Προσπαθώ να επιλέγω κάτι εντελώς διαφορετικό, κάτι που θα λειτουργεί ως αντίδραση στο προηγούμενο μυθιστόρημά μου. Μόλις ολοκλήρωσα ένα μυθιστόρημα για τους συνθέτες Ραβέλ και Βον Γουίλιαμς (σ.σ. κυκλοφορεί τον Νοέμβριο με τίτλο «Lessons in harmony», εκδ. Penguin) και ήταν μία από τις πιο απολαυστικές συγγραφικές εμπειρίες της ζωής μου. Τώρα που τελείωσε, αισθάνομαι ένα είδος κενού.

– Υπάρχει κάποιος νέος συγγραφέας που σας έχει εντυπωσιάσει ή σας έχει καταλάβει αυτή η κάπως κυνική αίσθηση ότι όλα έχουν ήδη γραφτεί και ειπωθεί;
– Ναι, όλα έχουν γραφτεί κι ειπωθεί, αλλά αυτό δεν εμποδίζει τους συγγραφείς να βρίσκουν νέους και ενδιαφέροντες τρόπους για να τα πουν ξανά. Μου αρέσει να διαβάζω νέους Βρετανούς συγγραφείς, γιατί με συναρπάζει να βλέπω ανθρώπους να προσπαθούν να επανεφεύρουν τη μορφή του μυθιστορήματος και να παρατηρώ πώς η γραφή προσαρμόζεται στις μεταβαλλόμενες εποχές.
– Στο «Ο κύριος Γουάιλντερ κι εγώ» (εκδ. Πόλις 2020) η πλοκή εκτυλίσσεται στην Κέρκυρα και στη Μαδουρή, απέναντι από τη Λευκάδα. Ωστόσο δεν είχατε επισκεφθεί κανένα από τα δύο μέρη μέχρι τότε. Είχατε πει ότι βασιστήκατε στο Google. Είδατε τον πρόσφατο θόρυβο όταν η Oλγκα Τοκάρτσουκ παραδέχθηκε ότι χρησιμοποιεί ΑΙ για να αντλεί λεπτομέρειες σχετικά με τον τόπο και τον χρόνο όπου εκτυλίσσεται η ιστορία της; Ποια είναι η άποψή σας;
– Δεν έχω χρησιμοποιήσει ποτέ ChatGPT – δεν θα ήξερα καν από πού να αρχίσω. Βέβαια, σήμερα, ακόμη και όταν απλώς κάνεις μια αναζήτηση στο Google, η πρώτη απάντηση που λαμβάνεις είναι συχνά παραγόμενη από ΑΙ. Δεν έχω πρόβλημα να χρησιμοποιείται για ερευνητικούς σκοπούς, αλλά ακόμη κι έτσι πρέπει να διασταυρώνεις τα πάντα, γιατί κάνει πάρα πολλά ανόητα λάθη. Η ιδέα όμως ενός μυθιστορήματος γραμμένου από ΑΙ δεν με ενδιαφέρει καθόλου, ούτε ως αναγνώστη ούτε ως συγγραφέα. Για μένα η διαδικασία της γραφής είναι ένα όμορφο και αναγκαίο κομμάτι της ζωής μου (ακόμη κι αν κάποιες μέρες δεν πηγαίνει καθόλου καλά). Γιατί να ήθελα να αφήσω μια μηχανή να μου το στερήσει αυτό; Και ως αναγνώστης θεωρώ ότι η πρόζα που παράγεται από ΑΙ είναι κακή· την αναγνωρίζεις από χιλιόμετρα, με τις κλισέ διατυπώσεις και τον αδέξιο ρυθμό της. Πάντως δεν έχετε απολύτως δίκιο, γιατί έχω επισκεφθεί την Κέρκυρα πολλές φορές. Oσο για τη Μαδουρή, θα ήθελα πολύ να είχα πάει, αλλά τότε οι συνθήκες δεν μου το επέτρεψαν. Παρηγορήθηκα σκεπτόμενος ότι μόλις είχα διαβάσει ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα για εξερευνητές στον Αρκτικό Κύκλο, γραμμένο από κάποιον που δεν είχε βρεθεί ποτέ εκεί.
Η ιδέα ενός μυθιστορήματος γραμμένου από ΑΙ δεν με ενδιαφέρει καθόλου, ούτε ως αναγνώστη ούτε ως συγγραφέα. Για μένα η γραφή είναι ένα όμορφο και αναγκαίο κομμάτι της ζωής μου. Γιατί να ήθελα να αφήσω μια μηχανή να μου το στερήσει αυτό;
– Ποια είναι η σχέση σας με την Ελλάδα; Eχετε ένα φανατικό αναγνωστικό κοινό εδώ.
– Eχω κάποιους καλούς Eλληνες φίλους που ζουν πλέον στην Πελοπόννησο, αλλά πέρα από αυτό δεν έχω κάποια ιδιαίτερη προσωπική σύνδεση με την Ελλάδα. Κάθε φορά όμως που έρχομαι για παρουσιάσεις, συγκλονίζομαι από τη θερμή υποδοχή των Ελλήνων αναγνωστών μου. Γιατί αγαπούν τόσο πολύ τα βιβλία μου –ίσως περισσότερο και από τους Βρετανούς αναγνώστες– δεν κατάφερα ποτέ να το καταλάβω πλήρως, αλλά τους είμαι βαθύτατα ευγνώμων γι’ αυτό. Aλλωστε η Ελλάδα είναι η γενέτειρα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, οπότε δεν υπάρχει καλύτερο μέρος για να νιώθει ένας συγγραφέας ευπρόσδεκτος.

