«Εδώ λοιπόν συμβαίνουν όλα», λέω στον Τζούλιαν Μπαρνς όταν καθόμαστε να μιλήσουμε. Βρισκόμαστε στο σπίτι του, μια κλασική ψηλοτάβανη διώροφη αγγλική μονοκατοικία στο βόρειο Λονδίνο. Με έχει οδηγήσει στον πάνω όροφο, σε ένα μεγάλο δωμάτιο περικυκλωμένο με βιβλιοθήκες. Βιβλία υπάρχουν και στο πάτωμα, καθώς επίσης πίνακες που στηρίζονται στον τοίχο, πού και πού δίσκοι –βινύλια– κλασικής μουσικής.
Εκείνος κάθεται σε μια πολυθρόνα που κοιτάζει προς το μεγάλο παράθυρο, πίσω μου. «Εδώ συμβαίνουν λοιπόν όλα», του λέω, προσπαθώντας να οργανώσω τα χαρτιά μου και το σύστημα ηχογράφησης. Σαν να ξαφνιάζεται. «Εννοείς αν δουλεύω εδώ; Οχι, το γραφείο μου είναι ακριβώς δίπλα. Εδώ όμως βρίσκονται σχεδόν όλα τα βιβλία μου. Και εδώ έπαιζα σνούκερ παλιά. Εχω ένα τραπέζι σνούκερ αν κοιτάξεις πίσω μου».
Πράγματι, δεν το είχα παρατηρήσει, στο κέντρο του δωματίου βρίσκεται ένα τραπέζι σνούκερ. Δεν το είχα προσέξει διότι είναι όλο καλυμμένο με βιβλία. «Επαιζα παλιά με φίλους, αλλά μου βγήκε ένα πρόβλημα στον ώμο και τα παράτησα. Κι άρχισα να βάζω βιβλία πάνω του. Τώρα πια έχει καλυφθεί τελείως», λέει γελώντας.

Χαμογελάει και αστειεύεται εύκολα, αλλά μπορείς να διακρίνεις μια κάποια λύπη στο βλέμμα του. Οι πληροφορίες έλεγαν ότι ο θάνατος της συζύγου του, της Πατ Κάβανο, τον κλόνισε βαθιά. Η απώλειά της του ενέπνευσε, εξάλλου, το τιμημένο με Μπούκερ «Ενα κάποιο τέλος», όπως επίσης το λιγότερο γνωστό αλλά έξοχο μείγμα δοκιμίου, εξομολόγησης και χρονικού, «Τα τρία επίπεδα της ζωής», αλλά και το πιο πρόσφατο βιβλίο του, που επίσης κινείται σε αυτό το υβριδικό είδος λογοτεχνίας, τις «Αναχωρήσεις» (μτφρ. Κατερίνα Σχινά).
Με αυτό το βιβλίο ο 80χρονος πλέον Μπαρνς «έσπασε την πένα» του: αυτό ήταν το τελευταίο του βιβλίο. «Το δηλώνω, αλλά κανένας δεν με πιστεύει», μου λέει γελώντας.
Στις «Αναχωρήσεις», ο Μπαρνς δοκιμάζει μία ακόμη παραλλαγή αυτού που είχε ξεκινήσει με το μυθιστόρημα-σταθμό στην πορεία του, τον «Παπαγάλο του Φλομπέρ»: εντάσσει μια ιστορία –πιθανότατα μυθοπλαστική– για τη μακροχρόνια, και με μεγάλες διακοπές, ερωτική σχέση δύο φίλων του, της Τζιν και του Στιβ (τους οποίους μάλιστα σύστησε ο ίδιος) στις προσωπικές του σκέψεις και αναμνήσεις, τους στοχασμούς του πάνω στους πάσης φύσεως οριστικούς αποχαιρετισμούς.
Στο βιβλίο ο Μπαρνς μιλάει εκτενώς και για την πρόσφατη περιπέτεια με την υγεία του· διαγνώστηκε καταμεσής της πανδημίας με μια μορφή λευχαιμίας. «Τώρα είμαι καλά», μου λέει (και δείχνει όντως πολύ καλά), «δεν έχω θεραπευθεί ακριβώς, αλλά η νόσος είναι σε ύφεση. Μπορεί να επανέλθει, αν και η πρόγνωση είναι καλή. Παίρνω ένα χάπι, χημειοθεραπεία είναι στην ουσία, και θα το παίρνω μέχρι να πεθάνω. Οπότε ίσως η νόσος πεθάνει κι αυτή μαζί μου και όχι εγώ εξαιτίας της», καταλήγει γελώντας.
Ισως επειδή με έκανε γρήγορα να νιώσω άνετα, του μιλάω για τη λευχαιμία της τετράχρονης τότε κόρης μας, την ίδια ακριβώς χρονική περίοδο. Με ακούει με ενδιαφέρον και ρωτάει να μάθει σχετικά με την υγεία της σήμερα. Επειτα κάνει μια παύση και λέει με πιο κατηγορηματικό ύφος: «Σε ένα τηλεοπτικό σόου στην Ιρλανδία, ο Στίβεν Φράι ρωτήθηκε αν τελικώς δει τον Θεό μπροστά του και πειστεί ότι υπάρχει, τι θα του πει; Ο Φράι: “Παιδικός καρκίνος, μπάσταρδε;”».

Διαβάζοντας τις «Αναχωρήσεις» θυμήθηκα μια πολύ ωραία βίντεο εγκατάσταση, κάμποσα χρόνια πριν, στο Ωδείο Αθηνών: η οθόνη αποτυπώνει μια αίθουσα αναχωρήσεων σε ένα αεροδρόμιο. Οι συρόμενες πόρτες ανοίγουν και κλείνουν και άνθρωποι –επιβάτες– χάνονται πίσω από αυτές. Η επανάληψη –η λούπα– της κίνησης έχει κάτι ανησυχαστικό, αλλά και γαλήνιο, έτσι όπως γίνεται υπό τη μουσική υπόκρουση του εμβληματικού «Miserere» του Γκρεγκόριο Αλέγκρι. Με τις «Αναχωρήσεις» δεν σκέφτεσαι όμως μονάχα το απευκταίο που αφορά όλους· σκέφτεσαι και την οριστική αναχώρηση του Τζούλιαν Μπαρνς ως συγγραφέα. Βεβαίως, σε ένα αεροδρόμιο έχουμε και την αίθουσα των αφίξεων. «Δεν είναι η περίπτωσή μας εδώ», σχολιάζει χαμογελώντας. «Θέλω να πω, πολύς κόσμος πιστεύει ότι τον θάνατο ως αναχώρηση διαδέχεται η μετά θάνατον ζωή ως άφιξη. Oχι για μένα. Ποτέ δεν πίστεψα σε αυτό. Αλλά, για να ξέρετε, δεν είναι κάτι που απεχθάνομαι. Απλώς, δεν νομίζω ότι πρόκειται να συμβεί».
– Είστε αγνωστικιστής ή άθεος;
– Κάτι ανάμεσα σε αυτά τα δύο. Μάλλον είμαι αγνωστικιστής διότι δεν μπορείς να είσαι σίγουρος ότι δεν υπάρχει κάτι εκεί έξω. Είμαι όμως και άθεος με την έννοια ότι καμία από τις υπάρχουσες θρησκείες δεν με έχει πείσει, ειδικά σε ό,τι αφορά την αιώνια ζωή μετά τον θάνατο.
Πολύς κόσμος πιστεύει ότι τον θάνατο διαδέχεται η μετά θάνατον ζωή. Ποτέ δεν πίστεψα σε αυτό. Δεν είναι κάτι που απεχθάνομαι. Απλώς δεν νομίζω ότι πρόκειται να συμβεί.
– Πώς βιώσατε το γεγονός ότι αυτές οι λέξεις στις «Αναχωρήσεις» ήταν οι τελευταίες σας;
– Ως αυτό που έπρεπε να είναι. Νομίζω ήταν η σωστή απόφαση. Είπα αυτά που είχα να πω. Επαιξα όλες μου τις μελωδίες. Δεν υπάρχει τίποτα πιο αποκαρδιωτικό, πνευματικά μιλώντας, από την εικόνα ενός γηραιού συγγραφέα να κουτσογράφει δίχως σταματημό. Εντάξει, αν γράψω κάτι ξανά θα εκδοθεί, αλλά αυτός δεν είναι ένας επαρκής λόγος για να συνεχίσω να το κάνω. Αγαπώ το γράψιμο, αλλά αυτό είναι κάτι άλλο από το να συνειδητοποιείς ότι δεν έχεις πια φρέσκες ιδέες. Ξέρεις, έχω ένα σκασμό σημειωματάρια γεμάτα ιδέες για βιβλία. Βιβλία που θα μπορούσα να είχα γράψει τα τελευταία είκοσι χρόνια. Καμία δεν είναι ζωντανή πια.
– Δεν σας γεμίζουν πια;
– Οταν αισθάνεσαι ότι οι ιδέες σου δεν είναι κάτι ιδιαίτερο, δεν έχει νόημα. Και δεν μου αρέσει να επαναλαμβάνομαι.
– Οπότε τελειώσατε με το ζήτημα της έκδοσης. Με το ίδιο το γράψιμο, όμως;
– Τελείωσα με το γράψιμο υπό την έννοια ενός μεγάλου, αυτόνομου βιβλίου. Θα συνεχίσω να γράφω δοκίμια και κριτικές βιβλίου – αρκεί να μου το ζητήσει κάποιος. Πέραν αυτού, έχω ένα τεράστιο ημερολόγιο το οποίο θα συνεχιστεί. Αλλά το έχω βάλει σε εμπάργκο: αν είναι να βγει, να γίνει 20 χρόνια μετά τον θάνατό μου. Ολα τα προσωπικά μου αρχεία τα έχω αφήσει στο Πανεπιστήμιο του Οστιν, στο Τέξας, στο Κέντρο Χάρι Ράνσομ (σ.σ. μεγάλο μουσείο, αρχείο και βιβλιοθήκη, ειδικευμένο στη συγκέντρωση αρχείων συγγραφέων από όλο τον κόσμο). Εκεί όποιος ενδιαφέρεται θα έχει πρόσβαση στο υλικό αυτό. Θα είναι ανοιχτό στους ερευνητές. Θα έχει και διάφορα άλλα πράγματα, όπως ημερολόγια διακοπών, αλλά αυτά τα πράγματα είναι ανούσια. Το μόνο που μετράει είναι τα βιβλία που έχω γράψει, τίποτε άλλο.

– Σαφές.
– Οχι και τόσο. Πολλοί με ρωτούν ακόμη πότε θα γράψω το επόμενο βιβλίο μου. Μου λένε, είσαι ένας παιχνιδιάρης συγγραφέας και όλο αυτό είναι ένα από τα παιχνίδια που παίζεις. Και επειδή πρόκειται για μυθιστόρημα, δεν είσαι υποχρεωμένος να μας λες την αλήθεια.
– Σας απασχολεί το θέμα της μνήμης;
– Πολύ. Πάντοτε με απασχολούσε. Η μνήμη είναι ό,τι πιο κοντινό στη φαντασία, στον μύθο. Το κατάλαβα καλά αυτό γράφοντας το «Χωρίς να φοβάμαι τίποτα πια». Oπως διάβασα δε τελευταία, όταν ανασύρεις κάτι με τη μνήμη σου, συγκεκριμένες συνάψεις στον εγκέφαλό σου ενεργοποιούνται και στην πραγματικότητα αλλάζουν την ανάμνηση. Σου αλλάζουν την ιστορία κανονικά. Κάτι άλλο με το οποίο έχω εμμονή είναι η εσφαλμένη ιδέα ότι μπορούμε να ελέγχουμε τον εγκέφαλό μας. Αλλά ο εγκέφαλος είναι που στέλνει μηνύματα σε εμάς. Oταν είσαι παιδί νομίζεις πως ο κόσμος, η πραγματικότητα, είναι κάτι σταθερό. Και δεν είναι καθόλου έτσι. Oταν έγραφα το βιβλίο, ένας γιατρός φίλος μου μετέφερε μια εμπειρία του. Την έβαλα μέσα, μνημονεύοντάς τον. Το διαβάζει η γυναίκα του και μου λέει: Αυτό συνέβη σ’ εμένα, όχι σε εκείνον. Ισως το διορθώσω στη δεύτερη έκδοση. Αλλά ίσως και να το αφήσω ως έχει. Είναι παράξενο και ωραίο την ίδια στιγμή.
– Πείθουμε τους εαυτούς μας για το αφήγημα της ζωής μας;
– Ναι. Συχνά θυμόμαστε πράγματα τα οποία όμως δεν έχουμε ζήσει. Ή απλώς, έχουμε τέτοια σφοδρή επιθυμία για αφηγήματα που μετατρέπουμε τα πάντα σε αφηγήματα – ενώ μπορεί να μην είναι. Αλλιώς νομίζουμε ότι δεν υπάρχουμε. Και αυτό δεν αφορά μονάχα τους συγγραφείς.
– Εχετε κάνει και δημοσιογραφία, σωστά;
– Ω, ναι. Ξεκίνησα γράφοντας κριτικές βιβλίου, αλλά μετά πιο μεγάλα κομμάτια και για πέντε χρόνια ήμουν ο ανταποκριτής στο Λονδίνο του The New Yorker. Είχα γράψει για την πτώση της Θάτσερ, για την έλευση του Τόνι Μπλερ. Αλλά δεν κράτησε πολύ αυτό. Δούλεψα και στο περιοδικό The New Statesman για 2-3 χρόνια.

– Ναι, έχω διαβάσει ότι στις συσκέψεις ήσαστε πάντοτε σιωπηλός…
– Ω, ναι, ναι, ήμουν πολύ ντροπαλός. Δεν μπορούσα να πιστέψω πώς όλος αυτός ο κόσμος γύρω μου μιλούσε με τόση άνεση. Εγώ απλώς άκουγα. Με τα χρόνια, σιγά σιγά, απέκτησα μια κάποια αυτοπεποίθηση. Σήμερα μπορώ πια να μιλάω σε περισσότερους ανθρώπους και όχι μόνο σε έναν.
– Πείτε μου δυο λόγια για το ζευγάρι στις «Αναχωρήσεις», τον Στιβ και την Τζιν.
– Λοιπόν, κάθε τόσο ο ένας αναχωρεί από τη ζωή του άλλου. Υπάρχει ένα μεγάλο κενό στην ιστορία τους, καθώς χάνονται για πολλά χρόνια. Πώς, λοιπόν, λες μια ιστορία που έχει μια τεράστια τρύπα στη μέση; Αλλά αυτό δεν είναι η ζωή; Θυμάσαι, μεγαλώνοντας, τις αναμνήσεις της νιότης σου και μετά όσα σου συνέβησαν πρόσφατα. Και τελειώνεις τη ζωή σου με μια μεγάλη τρύπα κάπου στη μέση.
– Αυτός που μιλάει σε πρώτο πρόσωπο στο βιβλίο είστε εσείς ή κάποιος άλλος σαν εσάς;
– Μερικές φορές εγώ, μερικές φορές κάποια εκδοχή μου. Γι’ αυτό βάζω την Τζιν να με προσβάλλει.
– Oταν λέει ότι δεν της αρέσουν τα υβριδικά βιβλία που γράφετε. Oταν λέει ότι προτιμάει τα βιβλία σας με πιο γραμμική, παραδοσιακή αφήγηση.
– Σωστά.
– Αυτό όμως, η υβριδική αφήγηση, είναι το σήμα κατατεθέν σας ως συγγραφέα.
– Μου προσφέρει μεγάλες ελευθερίες. Το πρωτόκανα με τον «Παπαγάλο του Φλομπέρ» και από τότε το καθιέρωσα. Με αυτό βρήκα τη φωνή μου και το κοινό μου. Την ίδια στιγμή, πιστεύω ότι μια χαρά μπορεί κάποιος να γράψει ένα, ας πούμε, συμβατικό ως προς τη δομή του και την αφηγηματική του γραμμή μυθιστόρημα. Δεν είμαι καθόλου κατά αυτού. Οταν η ιστορία σου λειτουργεί έτσι, μια χαρά. Ο ίδιος το έκανα αυτό στον «Αχό της εποχής», το βιβλίο μου για τον Σοστακόβιτς. Εκεί δεν υπάρχει τίποτα το υβριδικό.

– Εκπληκτικό βιβλίο.
– Το αγαπώ πολύ αυτό το βιβλίο. Και δεν χρειάστηκε να κάνω εκεί κανένα μεταμοντέρνο κόλπο.
– Απλώς αφηγείσαι την ιστορία.
– Ναι, λες την ιστορία και θες να βγάλεις το συναίσθημα του τι σήμαινε για αυτούς τους ανθρώπους να ζουν εκείνη την εποχή.
– Θα μπορούσε πάντως να τον είχε εκτελέσει ο Στάλιν σε δύο περιπτώσεις, όταν έπεσε σε δυσμένεια λόγω της μουσικής του. Κάπως έτσι είχε εκτελέσει το 1940 τον μεγάλο διηγηματογράφο Ισαάκ Μπάμπελ.
– Ναι. Νομίζω ο Σοστακόβιτς είχε τρία συρτάρια με παρτιτούρες. Δεν ξέρω αν το αναφέρω στο βιβλίο.
– Το αναφέρετε, ναι.
– Λοιπόν, στο ένα συρτάρι είχε μουσικές που προορίζονταν για το κόμμα. Είχε αυτή την ικανότητα να είναι απίστευτα παραγωγικός. Εγραφε εύκολα μουσική και γρήγορα. Επειτα, στο άλλο συρτάρι συνθέσεις καθαρά δικής του έμπνευσης που πίστευε ότι θα μπορούσε το κόμμα να τις επιτρέψει. Και στο τελευταίο συρτάρι είχε τις πιο προσωπικές του συνθέσεις, αυτές όπου ήταν απολύτως ο εαυτός του.

– Τα κουαρτέτα εγχόρδων κυρίως.
– Ναι, σωστά, εκεί ο Σοστακόβιτς είναι απολύτως ελεύθερος.
– Τι ακριβώς ήταν όμως αυτό που σας τράβηξε εξαρχής στον Σοστακόβιτς;
– Ημουν 18 ετών και μάθαινα ρωσικά και με ενδιέφερε η κλασική μουσική. Μπήκα σε ένα δισκοπωλείο και αγόρασα την 5η Συμφωνία του Σοστακόβιτς. Ηταν από την τσεχική εταιρεία Σουπραφόν, με τον Καρλ Ανσερ να διευθύνει τη Φιλαρμονική της Τσεχίας. Στο εξώφυλλο είχε μια φωτογραφία του Κρεμλίνου με τον ποταμό από κάτω. Αυτό μου τράβηξε την προσοχή. Και όταν άκουσα τη συμφωνία ενθουσιάστηκα. Ωστόσο, δεν με ενδιαφέρουν οι βιογραφίες των συνθετών. Αφού διάβασα το περίφημο βιβλίο του Βολκόφ για τον Σοστακόβιτς (σ.σ. Solomon Volkov: «Testimony. The Memoirs of Shostakovich») κατάλαβα πόσο ενδιαφέρουσα περίπτωση ήταν, όχι μόνο ως μεγάλος συνθέτης αλλά και για το πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο της εποχής του.
Οι άνθρωποί μου έχουν χαθεί. Εζησα μαζί τους όμορφα
Τα σίξτις, ο έρωτας και η woke κουλτούρα
– Στις «Αναχωρήσεις» υπόσχεστε στην Τζιν και στον Στιβ ότι δεν θα κάνετε βιβλίο τις σχέσεις τους. Η υπόσχεση αυτή όμως αθετείται. Από εσάς. Ή από την περσόνα σας στο βιβλίο. Αυτή η αναξιοπρέπεια, η αδιακρισία, είναι τελικώς αναπόσπαστο κομμάτι ενός συγγραφέα;
– Ναι, γι’ αυτό και κανένας δεν με πιστεύει όταν λέω ότι δεν θα ξαναγράψω βιβλίο. Ηταν ένας Πολωνός νομπελίστας που έλεγε ότι από τη στιγμή που γεννιέται ένας συγγραφέας σε μια οικογένεια, ο Θεός να λυπηθεί αυτή την οικογένεια.
– Ο Τσέσλαβ Μίλος!
– Ακριβώς, αυτός, ναι. Αλλά όταν όσα ακούς από τους γύρω σου γίνονται «υλικό» μέσα σου, αυτό που μετά ποθείς απεγνωσμένα είναι να δώσεις μορφή, σχήμα σε αυτό το υλικό. Αυτή είναι μια εμμονή από την οποία δεν γλιτώνεις ως συγγραφέας – και δεν γλιτώνουν και μερικοί από τους ανθρώπους που κινούνται γύρω σου, με αυτή την έννοια. Εξ ου και η ρήση του Μίλος. Eπειτα, οι άνθρωποι πάντοτε θα βρίσκουν κάτι από τη ζωή τους σε αυτό που γράφεις – ακόμη και όταν δεν το συνειδητοποιούν ότι κάτι τους «έκλεψες».
– Δηλαδή;
– Εχω μια φίλη αγαπημένη, τη Μαρίνα Γουόρνερ. Θαυμάσια συγγραφέας. Μελετάει τον φεμινισμό και τότε μπορεί να γίνει αφόρητα πληκτική. Αλλά η ευφυΐα της είναι σπάνια. Σε ένα δείπνο, λοιπόν, είπε κάποτε κάτι ενδιαφέρον: αν θα μπορούσαν να υπάρξουν δύο τελείως διαφορετικοί μεταξύ τους άνδρες, οι οποίοι όμως να κάνουν έρωτα με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Το έθεσε ως ερώτημα και μου έμεινε. Το πέρασα σε μια ιστορία, νομίζω ήταν στο «Cross Channel». Το σκεπτικό ήταν αυτό: εάν σου δέσουν τα μάτια, θα μπορείς να καταλάβεις με ποιον κάνεις έρωτα; Oταν λοιπόν κυκλοφόρησε το βιβλίο, το ανέφερα στη Μαρίνα. Της είπα, ορίστε η ιδέα σου. Με κοίταξε παράξενα. Μου είπε: Οχι μόνο δεν θυμάμαι να είπα ποτέ κάτι τέτοιο, αλλά δεν θυμάμαι να το σκέφτηκα ποτέ. Θαυμάσιο, δεν είναι;

– Υπάρχει αυτό το υπέροχο αίσθημα ελευθερίας στη μυθοπλασία.
– Ναι, είσαι μόνος όταν το κάνεις, βγαίνει από μέσα σου και με έναν θαυμαστό τρόπο φτάνει σε κάποιον άλλο. Δεν μπορείς να το προβλέψεις. Μια φορά μια Γερμανίδα από τον Μέλανα Δρυμό μού είπε όταν διάβασε το πρώτο μου βιβλίο, το «Metroland», που είναι για το βαθύ Λονδίνο, ότι έτσι ήταν και η ζωή στον Μέλανα Δρυμό! Η μέρα με τη νύχτα. Αλλά συμβαίνει το εξής: έχεις μια ιστορία, αλλά έχεις και το αίσθημα που αναδύει αυτή η ιστορία. Ενα είδος επινοημένης ζωής, στην οποία μερικές φορές οι άνθρωποι αναγνωρίζουν τους εαυτούς τους.
– Είστε γεννημένος το 1946, άρα το 1966 ήσασταν 20 ετών. Ζήσατε το Swinging London;
– Λυπάμαι, αλλά οι περισσότεροι δεν βίωσαν τα σίξτις στα σίξτις. Στα σίξτις, οι περισσότεροι ζούσαμε ακόμη τα φίφτις. Το ίδιο κι εγώ. Μερικοί δεν έζησαν τα σίξτις παρά μόνο στα σέβεντις. Μας αρέσει να πακετάρουμε τις δεκαετίες. Αλλά οι περισσότεροι από εμάς διαβάσαμε για το Swinging London στις εφημερίδες. Εγώ ήμουν στο πανεπιστήμιο από το 1964 έως το 1968. Μόνο έναν άνθρωπο ήξερα που πήρε ναρκωτικά. Ηξερα και κάποιον ακόμη που μιλούσε για ναρκωτικά. Ημασταν μεσοαστοί Αγγλοι, θέλαμε να ζήσουμε πράγματα, αλλά κυρίως πίναμε. Ελάχιστα ναρκωτικά και ελάχιστο σεξ. Πολλοί αργότερα κατέκριναν τις καταχρήσεις των σίξτις.
– Στα σίξτις υπήρχε ελευθεριότητα, σήμερα έχουμε πολιτική ορθότητα και woke κουλτούρα. Πολλοί νέοι συγγραφείς σκέφτονται ξανά προτού γράψουν μια πρόταση, μην τυχόν και προσβάλουν κάποιον.
– Νομίζω πως έτσι είναι και είναι τρομερό. Πριν από καιρό άκουσα μια ιστορία για έναν Βρετανό μυθιστοριογράφο από τη νότια Ινδία. Eγραψε ένα μυθιστόρημα και ο εκδότης αποφάσισε προτού βγάλει το βιβλίο να το περάσει από μια «ανάγνωση περί ευαισθησίας» (sensitivity reading). Ξόδεψαν λεφτά σε αυτό, θέλω να πω. Ε, όταν μπαίνεις σε τέτοιες διαδικασίες, σίγουρα θα βρεις κάτι περίεργο σε ένα κείμενο. Αυτό που του είπαν ήταν ότι αδικεί τους ανθρώπους της νότιας Ινδίας. Τους λέει, «μιλάω απλώς για την οικογένειά μου». Το βιβλίο κυκλοφόρησε, δεν ξέρω τι άλλαξαν, αλλά πάντως ο εκδοτικός οίκος συμπεριέλαβε στον προϋπολογισμό του αυτό το sensitivity reading. Μου φαίνεται γκροτέσκο.

– Εσείς αντιμετωπίσατε ανάλογα προβλήματα;
– Δεν θα το έλεγα. Εγώ έζησα σε πιο γενναιόδωρη εποχή. Θυμάμαι το «Metroland» είχε απαγορευτεί στη Νότια Αφρική του απαρτχάιντ – αλλά αυτό είναι τίτλος τιμής. Οταν έγραψα το μυθιστόρημα «Ελίζαμπεθ Φιντς» έδωσα μια συνέντευξη στους Sunday Times όπου έλεγα ότι στην καρδιά του βιβλίου βρίσκεται η καταπίεση της αρχαίας ελληνικής και ρωμαϊκής κουλτούρας από τον χριστιανισμό. Στη συνέντευξη έλεγα ότι οι χριστιανοί μάλλον θα μισήσουν αυτό το βιβλίο. Ηταν λοιπόν να κάνω μια παρουσίασή του στο Αββαείο του Μπαθ, όπου γίνονταν λογοτεχνικές εκδηλώσεις – και με έκοψαν! Είπα, κανένα πρόβλημα, θα γίνει η παρουσίαση σε βιβλιοπωλείο. Μόνο αυτά είχα, τίποτε άλλο.
Εζησα μια λογοτεχνική ζωή, τόσος κόσμος με βοήθησε – μια ολόκληρη γενιά ανθρώπων που σχεδόν όλη έχει πια χαθεί. Αλλά η απουσία είναι και με έναν τρόπο παρουσία πια.
– Πλησιάζει η ώρα της δικής μου αναχώρησης. Προτού φύγω, σε ό,τι αφορά τη δική σας αναχώρηση ως συγγραφέα, κάποιος απολογισμός;
– Χμ. Χάθηκαν άνθρωποι που αγάπησα πολύ. Αλλά έζησα μαζί τους όμορφα χρόνια. Εζησα το λογοτεχνικό Λονδίνο, έζησα μια λογοτεχνική ζωή, τόσος κόσμος με βοήθησε – μια ολόκληρη γενιά ανθρώπων, που σχεδόν όλη έχει πια χαθεί. Αλλά η απουσία είναι και με έναν τρόπο παρουσία πια. Μέσα σου. Αυτή είναι μια από τις μελαγχολικές αλήθειες όταν γερνάς.

