«Η γλυπτική είναι η τέχνη που αγαπώ».
Δημήτρης Χατζής
Τι είναι η γλυπτική; «Η νίκη της εναντίωσης του ανθρώπου απέναντι στην τυχαία του φύση», απαντά ο Δ. Χατζής στο διήγημά του με τίτλο «Το φονικό της Ιζαμπέλας Μόλναρ» (1976), αναζητώντας ένα σημείο συνάντησης ανάμεσα στη ζωή και στην τέχνη.
Η γλύπτρια Ιζαμπέλα Μόλναρ είναι ένα πρόσωπο φανταστικό, πλασμένο από τη «χειρότερη ανθρώπινη ποιότητα», την ευτελέστερη «ανθρώπινη πάστα», μια ψυχικά διαταραγμένη προσωπικότητα, δέσμια της ψυχοπαθολογίας της, μια γυναίκα χυδαία, αντικοινωνική, κακότροπη, προσβλητική για τους άλλους, αλλά και ταπεινωτική για τον ίδιο της τον εαυτό. Αν και η ζωή της είναι ένα μαρτύριο, δημιουργεί γλυπτά εξαιρετικής ομορφιάς και εσωτερικής αρμονίας, γλυπτά που διακρίνονται για τις αναλογίες μιας απόλυτης γεωμετρικής συμμετρίας και αισθητικής απλότητας. Ο γάμος «έβαλε τάξη» στην προσωπική της ζωή, στην εξωτερική της εμφάνιση, στις κοινωνικές συναναστροφές, την οδήγησε στη σύμβαση μιας τακτοποιημένης συζυγικής ζωής, εναρμονισμένης με την ευπρέπεια, τη νομιμότητα και την ειλικρινή έκφραση των συναισθημάτων της. Η ισορροπία λειτούργησε παραδόξως και αντιστρόφως ανάλογα προς την καλλιτεχνική της δημιουργία. Η αφαίρεση έγινε αυθαιρεσία. Ολα έμειναν μετέωρα. Δυσαναλογίες στους άξονες, ανισορροπίες στη σύνθεση. «Κάτι ξέφευγε από παντού». Οι μυστικές αντιστοιχίες των έργων της δεν εντοπίζονταν πια σε κανένα από τα έργα των δύο χρόνων του έγγαμου βίου. Τα γλυπτά της έγιναν περίπλοκα, απρόσιτα, άμορφα κι εντέλει άσχημα. Η Ιζαμπέλα θα σκοτώσει με σφυρί τον άνδρα της και θα καταστρέψει με το ίδιο φονικό όργανο όλα τα έργα της τελευταίας περιόδου. Καταδικάστηκε ισόβια σε φρενοκομείο, όπου συνέχισε την παλιά ζωή της αταξίας και «της αντιδικίας με τους άλλους – μάλωνε μέρα και νύχτα με τις κρατούμενες και τους φύλακες, τους γιατρούς, τους νοσοκόμους και τους τρελούς…».
Δύσκολο εγχείρημα
Το εγχείρημα της δραματοποίησης ενός διηγήματος είναι εκτεθειμένο σε πολλές δυσκολίες κυρίως όσον αφορά τη διατήρηση μιας ενιαίας δραματικής φόρμας, δυναμικής, ευμετάβλητης και σταδιακά εξελισσόμενης. Είναι δύσκολη και η σκηνοθετική διαχείριση του αφηγηματικού μέρους με τρόπο που να μην υπονομεύσει τη διαλογική συνθήκη, να μην καταργήσει την ψευδαίσθηση της μυθοπλασίας και να εξασφαλίσει τη συνοχή της όποιας θεατρικής δράσης, ώστε ο θεατής να έχει την αίσθηση της θεατρικής συνθήκης και την αίσθηση της αληθοφάνειας.
Η Στεφανία Γουλιώτη ανέλαβε το σύνθετο τρίπτυχο: δραματοποίηση – σκηνοθεσία – υποκριτική. Το βάρος της σκηνικής απόδοσης της «Ιζαμπέλας» έπεσε στον συντονισμό των τριών διαδοχικών φάσεων της ζωής της γλύπτριας και της σύνθεσης των μεταστροφών των δραματικών καταστάσεων όπως ορίζονται με χρονικό ορόσημο τον γάμο της.
Η Γουλιώτη προτάσσει την αισθητική ερμηνεία και επεξεργάζεται την εικαστική όψη της παράστασης, δημιουργώντας εικόνες μεγάλης αισθητικής δύναμης, έντονου συμβολικού φορτίου διανθισμένου με ψήγματα ισχυρού φιλοσοφικού στοχασμού περί του ρόλου της γλυπτικής στη διαχρονική πινακοθήκη των τεχνών. Το «Φονικό της Ιζαμπέλας Μόλναρ» είναι μια παράσταση-γλυπτό, καθώς η διάταξη των σωμάτων των δύο ηθοποιών μέσα στο εργαστήριο της γλύπτριας και το απόκοσμο στοιχείο του σκηνικού χώρου, όπως τον σχεδίασε με ιδιαίτερη γοητεία η Φιλάνθη Μπουγάτσου, υπονομεύουν την οποιαδήποτε ρεαλιστική συνθήκη.
Η ίδια η ηθοποιός συνθέτει από πηλό ένα «γύναιο αδιανόητο» και χυδαίο που φλυαρεί ασυνάρτητα, σφυρηλατεί εμμονικά τα γλυπτικά της έργα, κινούμενη διαρκώς στο όριο της ψυχικής γαλήνης που αχρήστευσε το έργο της.
Βιάζεται μονίμως, παραληρεί, μονολογεί ασυνάρτητα νοήματα, γκρινιάζει, φοβάται. «Πνίγομαι!» είναι το μότο της.
Ο Φώτης Στρατηγός στον ρόλο του αφηγητή, του φιλότεχνου θαυμαστή της Ιζαμπέλας, διατηρεί σταθερά μια μετωπική σύνδεση με το κοινό, ακροβατώντας στο ίδιο μονότονο νήμα της γραμμικής αφήγησης, της εξιστόρησης των συμβάντων με ύφος ακαδημαϊκού δασκάλου που παραδίδει μάθημα θεωρίας της τέχνης σε υποψιασμένους ακροατές.
Η έκρηξη συντελείται μόνο χάρη στην υποκριτική δύναμη της Γουλιώτη, στη δύναμη του γυμνού της σώματος να αναπλάθει ακόμα και σε εμβρυακή στάση τα γλυπτά της Ιζαμπέλας, να διαλέγεται με τα σκηνικά σημεία των φωτισμών του Σάκη Μπιρμπίλη, της δυνατής μουσικής του Γιώργου Πούλιου και της κινηματογραφικής οπτικής του βίντεο που δημιούργησε τις ατμοσφαιρικές συντεταγμένες ενός φοβογόνου σκηνικού (Ιγνάτιος Σκανδάλης, Θωμαΐς Τριανταφυλλίδου).
Καταστροφή και λύτρωση
Η παράσταση κορυφώνεται στο φινάλε, όπου τουλάχιστον για πέντε λεπτά η Ιζαμπέλα γίνεται ένα με τον πηλό και ως σκοτεινή μορφή καταγόμενη από το «Αγνωστο αριστούργημα» του Μπαλζάκ σφυροκοπά μανιωδώς ένα ένα όλα της τα αγάλματα, αναζητώντας τη λύτρωση μέσα στην καταστροφή.
Παρορμητική, ψυχωσική, παραληρητική ηρωίδα, η Ιζαμπέλα συντρίβεται στο πλαίσιο της παρερμηνευτικής και ετεροκαταστροφικής συμπεριφοράς της.
Παρά τις δυνατές στιγμές της, η παράσταση μοιάζει να εγκλωβίζεται στον βαρυφορτωμένο εικαστικό πλούτο της αλλά και στην ίδια την πρόθεση της Γουλιώτη να επιτύχει και θεατρικότητα και σημειολογικό συμβολισμό. Η σκηνοθέτις συνθέτει ένα σκηνικό σύμπαν που γοητεύει τον θεατή με τους οπτικούς του αντικατοπτρισμούς, αλλά η ένταση των εικόνων δεν συνοδεύεται από την αντίστοιχη δραματουργική πυκνότητα, με αποτέλεσμα σε ορισμένα σημεία την κούραση αλλά και την πλήξη του θεατή.
*Η κ. Ρέα Γρηγορίου είναι διδάκτωρ Ιστορίας – Δραματολογίας ΑΠΘ.

