Τραγουδώντας Μάλερ με το λυκόστομα

Το ελεύθερο γαλλογερμανικό κανάλι Αrte φημίζεται για τα ντοκιμαντέρ του και ειδικά για τα πορτρέτα προσωπικοτήτων

4' 50" χρόνος ανάγνωσης

«GRAUTS»
Φεστιβάλ Αθηνών – Πειραιώς 260 Η
Κείμενο – σκηνοθεσία: Γιάννης Μαυριτσάκης
Δραματολόγος παράστασης: Τζωρτζίνα Κακουδάκη
Μουσική σύνθεση – διασκευές – ενορχηστρώσεις – ηχητικός σχεδιασμός – ηχητική διάδραση: Τηλέμαχος Μούσας
Κίνηση – χορογραφία: Σοφία Μαυραγάνη
Σκηνικά: Κατερίνα Βλάχμπεη
Κοστούμια: Εύα Γουλάκου
Σχεδιασμός φωτισμού: Ελίζα Αλεξανδροπούλου
Παίζουν: Μιχάλης Βαλάσογλου (παρουσιαστής), Κλεοπάτρα Μάρκου (αρχηγός σέκτας), Μπλέιν Ρέινινγκερ (τραγουδιστής), Μαρία Βούρου (καμεραγούμαν), Ελένη Καστανιώτη (μακιγιέζ), Σταύρος Κώττας (φλορ μάνατζερ)
Μουσικοί επί σκηνής: Δημήτρης Κουλεντιανός, κοντραμπάσο, Γιώργος Κωνσταντελάκης, πληκτρόφωνα, Στράτος Παπαϊωάννου, τύμπανα

Το ελεύθερο γαλλογερμανικό κανάλι Αrte φημίζεται για τα ντοκιμαντέρ του και ειδικά για τα πορτρέτα προσωπικοτήτων. Σ’ εκείνο για τον Γιούργκεν Χάμπερμας (1929-2026) αναφέρεται ότι ο σημαντικότερος μεταπολεμικός Γερμανός φιλόσοφος γεννήθηκε με σχιστία της υπερώας, δηλαδή, με δυσπλασία της στέγης της στοματικής κοιλότητας, που αφήνει ένα κενό στον ουρανίσκο, το λεγόμενο λυκόστομα. Το πρόβλημά του αντιμετωπίστηκε χειρουργικά, σε μικρή ηλικία, αλλά του άφησε μια ένρινη, δύσκολη φωνή, ώστε να νιώθει από τα πρώτα σχολικά του χρόνια ότι δεν μπορούσε να γίνει εύκολα κατανοητός. Δηλαδή, ο Χάμπερμας συνέλαβε βιωματικά πόσο υπαρξιακής τάξεως σημασία έχει η ανθρώπινη επικοινωνία, ακριβώς επειδή οι σχέσεις των ανθρώπων οικοδομούνται πάνω στις αλληλεξαρτήσεις τους. Κι έτσι επέκτεινε τη δημοκρατική λογική του αφιερώνοντας δυνάμεις στο θέμα, που είχε γίνει πια αγαπημένο του και που ήταν η επικοινωνία χωρίς περισπασμούς. Καθότι κατανοούσε ότι εάν κάποιος δεν μεταφέρει αυτό που θέλει να πει στον άλλον, ο άλλος ούτε θα του απαντήσει επ’ αυτού, ούτε και θα αποδεχθεί ποτέ αυτό που του έχει προτείνει.

Χωρίς νόημα

Κατά τα άλλα, υπάρχει και η πιο χρυσή από τις χρυσές συμβουλές για θεατές θεάτρου, που προτρέπει να μην επιλέγεις ποτέ παράσταση που δεν καταλαβαίνεις τι σημαίνει ο τίτλος της. Συνεπώς, το «GRAUTS» του Γιάννη Μαυριτσάκη, που το σκηνοθέτησε επίσης ο ίδιος, δεν θα περνούσε από το κόσκινο αυτής της συμβουλής. Είχε εξαρχής, πάντως, διευκρινιστεί ότι επρόκειτο για μια κατασκευασμένη λέξη χωρίς νόημα. Αν όμως ένας θεατής, μετά την παράσταση, ανέτρεχε ξανά στον τίτλο, ίσως κατέληγε στο ότι του προανακοίνωνε τα πάντα γι’ αυτήν. Και πρώτα απ’ όλα ότι αυτό που θα δει δεν θα μπορέσει να το βάλει σε κάποια ξεκάθαρη λογική τάξη.

Ωστόσο, ο Γιάννης Μαυριτσάκης δεν είναι καλλιτέχνης για να τον προσπερνά κάποιος στα γρήγορα. Ηταν σπουδαίος ηθοποιός μέχρι που αποφάσισε να εγκαταλείψει τη σκηνή. Και μετά αποδείχθηκε εξαιρετικός συγγραφέας θεατρικών έργων και μυθιστορημάτων. Στην ηλικιακή του κλάση, ίσως είναι ο σπουδαιότερος αυτήν τη στιγμή στην Ελλάδα. Κι επιπλέον, είναι αυτός που έχει ακόμη συγγραφικές δυνάμεις και «στοκ» έμπνευσης και το σθένος για να προβάλει το έργο του. Γι’ αυτό και το «GRAUTS» ήταν πολυαναμενόμενο.

Το έργο τοποθετείται χρονικά στην περίοδο εκτόξευσης των διαστημοπλοίων Voyager, το 1977. Και όλα εξελίσσονται σε ένα πλατό όπου γυρίζεται μια τηλεοπτική συνέντευξη. Παρόντες οι δύο πρωταγωνιστές: ο παρουσιαστής, η προσκεκλημένη του που είναι αρχηγός σέκτας και μαζί τους, μια καμεραγούμαν που μαγνητοσκοπεί τη συζήτησή τους, μια μακιγιέζ, ένας διευθυντής σκηνής και μια ορχήστρα. Ολα ξεκινούν όπως θα συνέβαιναν στην πραγματικότητα και συνεχίζουν έτσι μέχρις ενός σημείου, από το οποίο και μετά γίνονται μόνο πιο παράξενα. Ή ενδεχομένως να δείχνουν παράξενα, επειδή, για απροσδιόριστο λόγο, ο θεατής βλέπει τι συμβαίνει μέσα στο μυαλό των πρωταγωνιστών. Ωστόσο, υπάρχει στίξη στην εξέλιξη του έργου. Και αυτή τοποθετείται από την ερμηνεία ενός περίφημου συνόλου τραγουδιών του Γκούσταβ Μάλερ «Τα τραγούδια των πεθαμένων παιδιών» – διασκευασμένα, όμως, από τον Τηλέμαχο Μούσα, σε μάλλον ροκ τόνο.

Πρόκειται για έναν γνωστό κύκλο συνθέσεων του Μάλερ, που επενδύουν ποιήματα του Γερμανού ρομαντικού ποιητή Φρίντριχ Ρίκερτ.

Ο Μάλερ δημιούργησε με αυτά τα τραγούδια μια ενότητα, χωρίς να τα συνδέει κάποια κεντρική ιδέα ή ξεκάθαρη πρόθεσή του να συνιστούν ένα όλον. Είναι τραγούδια τα οποία συναντιούνται μόνο στο ότι βασίζονται σε θολές αναμνήσεις προσωπικών εμπειριών και σε διερευνητικές ενδοσκοπήσεις του συνθέτη.

Το ότι μια παράσταση μπορεί να δείχνει αξιοθαύμαστη εκ των υστέρων δεν σημαίνει ότι δεν ήταν και άλλο τόσο αφόρητη κατά τη διάρκειά της.

Για ένα απ’ αυτά ο Μάλερ είχε σημειώσει ότι αποδίδει το συναίσθημα που ανεβαίνει έως τα χείλη, αλλά δεν τα ξεπερνά ώστε να μπορέσει να εκφραστεί και να εισακουστεί. Και συμπλήρωσε ότι αυτό περιγράφει το πώς είναι ο εαυτός του.

Εάν η παράσταση ήθελε να αποδώσει το συναίσθημα που ο Μάλερ περιγράφει στη σημείωσή του, τότε είναι γεγονός ότι το εξέφρασε περίφημα.

Υπαρξιακό «χάσιμο»

Και όποιος θεατής κατάφερε να φτάσει σε αυτό το σημείο αποκρυπτογράφησής της ενόσω αυτή παιζόταν ή και εκ των υστέρων, σίγουρα θα συγκινήθηκε με αυτήν την απόφαση του Γιάννη Μαυριτσάκη να παρουσιάσει τον βαθμό τυχαιότητας και παραδοξότητας με τον οποίο ράκη μνήμης ή και ακέραιες αναμνήσεις συγκολλούνται μεταξύ τους και δημιουργούν κάτι που δεν μπορεί να εκφραστεί από τον λόγο, ενώ επιθυμεί να τα καταφέρει. Και το κάτι αυτό θα ήταν ένα ιδιότυπο υπαρξιακό «χάσιμο», ανάλογο ίσως εκείνου που πετυχαίνει κάποιος με παραισθησιογόνες ουσίες. Και αυτό να μην μπορεί ούτε καν να το εξωτερικεύσει. Αλλά ακόμη κι αν το κατάφερνε, δεν θα βρισκόταν κάποιος άλλος για να το παραλάβει.

Αυτά τα ζητήματα είναι ικανά να κεντρίσουν το ενδιαφέρον του θεατή και να ενεργοποιήσουν τη στοχαστική σκέψη του. Και τελικά, να τον οδηγήσουν στη συγκίνηση. Επειδή θα έχει αναλογιστεί ότι αυτό που είδε ήταν μια αλυσίδα της οποίας ο κάθε κρίκος ήταν ένα επιμέρους μη αίσιο τέλος.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, το ότι η παράσταση μπορεί να δείχνει αξιοθαύμαστη εκ των υστέρων δεν σημαίνει ότι δεν ήταν και άλλο τόσο αφόρητη κατά τη διάρκειά της.

Οφείλει κάποιος να αναγνωρίσει, ωστόσο, ότι οι διασκευές των συνθέσεων του Μάλερ ήταν ενδιαφέρουσες, όπως και η ερμηνεία των τραγουδιών από τον πάντα συγκλονιστικό Μπλέιν Ρέινινγκερ των Tuxedo Moon. Η σημαντικότερη στιγμή του έργου ήταν εκείνη όπου η ηθοποιός Κλεοπάτρα Μάρκου, που υποδύεται την αρχηγό της σέκτας, λέει ένα τραγούδι με την ορχήστρα. Ηταν μια ευπρόσδεκτη αποζημίωση για τον θεατή, που μέχρι τότε παρακολουθούσε την ηθοποιό να ερμηνεύει τον ρόλο της με μονότονη οίηση που προκαλούσε συσσωρευόμενη κόπωση. Ο Μιχάλης Βαλάσογλου στον ρόλο του παρουσιαστή ήταν πολύ καλός. Και η ορχήστρα ήταν εξαιρετική.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT