Τι βιάστηκες, κλωνάρι μου, να ξεκορμίσεις;

Η ποιητική συλλογή «Είκοσι» του Παντελή Μπουκάλα, μια ελεγεία στη νιότη που δεν πρόφτασε να γεράσει, ένας τύμβος που κάθε διαβάτης γονατίζει να προσκυνήσει, μια σπαρακτική σπουδή στην απουσία

τι-βιάστηκες-κλωνάρι-μου-να-ξεκορμίσε-564281401 «Αφοβος» (ξυλογραφία του Φώτη Βάρθη). «Ερχεσαι ύστερα και ξεποδένεσαι/ αφήνεις τα αθλητικά/ βάζεις τα φτερουδάκια σου/ και φεύγεις/ δεν σε προλαβαίνω// Ακόμα και στο όνειρό μου φεύγεις/ ονειράκι μου», γράφει ο Παντελής Μπουκάλας στον Σπύρο του, που έφυγε στα είκοσι.
«Αφοβος» (ξυλογραφία του Φώτη Βάρθη). «Ερχεσαι ύστερα και ξεποδένεσαι/ αφήνεις τα αθλητικά/ βάζεις τα φτερουδάκια σου/ και φεύγεις/ δεν σε προλαβαίνω// Ακόμα και στο όνειρό μου φεύγεις/ ονειράκι μου», γράφει ο Παντελής Μπουκάλας στον Σπύρο του, που έφυγε στα είκοσι.
Φόρτωση Text-to-Speech...

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ
Είκοσι
εκδ. Αγρα, 2026
σελ. 76 

«Κι αν βιάζεσαι, διαβάτη, 
ή πάλι εύκαιρος είσαι,/ 
στάσου στον τάφο μου κοντά, 
να μάθεις τ’ όνομά μου». 

Aρχαίο ελληνικό επιτύμβιο επίγραμμα, Βιθυνία, 2ος αιώνας μ.Χ. Γυρισμένο στα νέα ελληνικά από τον Παντελή Μπουκάλα το μακρινό –πια– 1999. Θα το βρείτε στον «Επιτάφιο Λόγο» (εκδ. Αγρα), όπου ο Παντελής υπογράφει μετάφραση και επίμετρο. Είναι ένα από τα πολλά, πάρα πολλά μικρά διαμάντια που περιλαμβάνει αυτό το κομψό τομίδιο (έπειτα από τόσες δεκαετίες, νομίζω πως μπορούμε να πούμε ότι οι εκδόσεις Αγρα είναι για τον Παντελή Μπουκάλα κάτι σαν τον Ολυμπιακό: ισόβιο σημείο αναφοράς, στέγη – ή πιο ταιριαστά: λιμάνι).
Αλλιώς διάβασα αυτό το επίγραμμα στα είκοσι εννέα μου, αλλιώς το διαβάζω τώρα, στα πενήντα έξι. 

Ηδη όμως από τότε όλα τα σύντομα εκείνα κείμενα της έκδοσης είχαν γίνει το δικό μου σταθερό, προσωπικό σημείο αναφοράς. Αλλά, όπως και να το κάνεις, όταν το πρωτοδιάβασα η ζωή είχε ακόμα κάτι απατηλό: την εξαίσια απάτη της που δίχως αυτή δεν πορεύεσαι και που όταν πια σε αφήσει ξεσκέπαστο, αναπόφευκτα, νιώθεις αυτή την άγρια κρυάδα μέσα στη νύχτα. 

Με άλλα λόγια: όταν πρωτοδιάβασα τις μεταφράσεις του Παντελή στον «Επιτάφιο Λόγο» ζούσαν όλοι ακόμα. Πάνω απ’ όλα: δεν είχα κρατήσει παιδί στην αγκαλιά μου· δεν το είχα δει να μεγαλώνει. Δεν το είχα φροντίσει όταν αρρώστησε, τότε που πίστεψα, για λίγο, ότι μπορεί και να φύγει πριν από μένα. Το παιδί πριν από τον πατέρα…

Αλλος τότε, άλλος τώρα – ωστόσο, στο βάθος, παραμένω ο ίδιος εκείνος διαβάτης στον οποίο απευθύνεται ο πεθαμένος Μικρασιάτης από την αρχαία Βιθυνία. Ο ίδιος διαβάτης που καλείται να σταθεί πάνω από το μνήμα και που μετά από τούτη τη στάση δεν θα είναι ποτέ πια ο ίδιος.  

Σκέφτομαι τον Παντελή, μεταφραστή του επιτύμβιου επιγράμματος: άλλος ήταν το ’99 (οκτώ μόλις χρόνων ο Σπύρος του τότε), άλλος ως ποιητής των «Είκοσι», μετά τον μαύρο Αύγουστο του 2011 (όταν ο Σπύρος σκάλωσε για πάντα στα είκοσί του χρόνια). Ο ίδιος πατέρας όμως, ο ίδιος ποιητής στο μεδούλι του – αλλάζει ποτέ αυτό; 

Σκέφτομαι αυτή την ποιητική σύνθεση που ο Παντελής τιτλοφορεί «Είκοσι». Χρησιμοποιώ πληθυντικό αναφερόμενος σε αυτή διότι είναι τα είκοσι χρόνια του Σπύρου. Σκέφτομαι πως ίσως έχει κάτι ανάλογο: ο ποιητής είναι τώρα που απευθύνεται στους διαβάτες. Που σημαίνει: δεν μπορείς να προσπεράσεις το σημείο αυτό. Θα κοντοσταθείς στα «Είκοσι» για να αλλάξεις δέρμα, όπως τα φίδια το πουκάμισό τους. 

Λέξεις με δύναμη

Αυτό συμβαίνει με τη δύναμη των λέξεων του Παντελή. Ετσι όπως ο αναγνώστης/διαβάτης κοντοστέκεται –για την ακρίβεια: γονατίζει– μπροστά στα «Είκοσι», νιώθει λίγο ότι διεισδύει σε ένα μαντείο. Οχι της Δωδώνης ή των Δελφών, αλλά του Αχέροντα: εκεί όπου δεν ζητείται καμία προφητεία ή πρόβλεψη για το μέλλον, αλλά μια απέλπιδα επικοινωνία με αυτόν με τον οποίο δεν γίνεται και δεν επιτρέπεται να μιλήσεις ποτέ πια ξανά. Τα «Είκοσι» είναι μια σύγχρονη Νέκυια αλλά με μοναδικό αίμα εδώ, το αίμα των λέξεων.

Ο ποιητής μιλάει για τον γιο που χάθηκε ξαφνικά στα είκοσί του –τόσο πρόωρα, τόσο παράλογα–, καβάλα στο άλογο που ήταν η μηχανή του, επαναλαμβάνοντας, κατά κάποιον τρόπο, τον ξαφνικό χαμό του συνονόματου, παππού του, πολλές δεκαετίες πριν, που πήγε κι εκείνος νεότατος «απ’ τ’ άλογο». 

Ο ποιητής απευθύνεται στον γιο αλλά την ίδια στιγμή απευθύνεται στη μάνα και στον πατέρα του. Νεκροί και αυτοί, εννοείται. Αλλιώς γιατί να τους απευθυνθεί; Μα πρέπει κάποιος να προφυλάξει τον «άμαθο» γιο που «δεν ξέρει από σκοτάδι,/ δεν ξέρει από παγωνιά κι από το μαύρο χώμα». Και για «να μην του λείψει η αγάπη,/ γιατί δεν την εχόρτασε στον κόσμο τον απάνω. Σαν πεινασμένος κίνησε, σαν διψασμένος φτάνει». Οι νεκροί γονείς θα αναγνωρίσουν το νεκρό εγγονό «για ν’ ακουστούν πιο δυνατά όσα δεν έχουν ήχο». 

Ο διαβάτης βλέπει, ακούει, έναν πατέρα που λέει «ντρέπομαι για τη φωνή και την αναπνοή μου». Εναν πατέρα που λέει: «Μόνο τα ουρλιαχτά μου έχουνε σάρκα». 
Εκείνος είναι ακόμα εδώ· ο γιος όχι. 

Ο ποιητής απευθύνεται στον γιο, αλλά την ίδια στιγμή απευθύνεται στη μάνα και στον πατέρα του. Νεκροί και αυτοί, εννοείται. Μα πρέπει κάποιος να προφυλάξει τον «άμαθο» γιο που «δεν ξέρει από σκοτάδι,/ δεν ξέρει από παγωνιά κι από το μαύρο χώμα».

Είναι δυνατόν κάτι τέτοιο; Είναι φυσικό, λογικό; Ο γιος να βρίσκεται πια «στη χώρα του αμετάφραστου» και το μόνο που απομένει σε όσους άφησε πίσω να είναι οι αναμνήσεις, τα όνειρα; «Τότε που τελειώναμε τον Αχελώο/ και βγαίναμε στη θάλασσα»· τότε που «οι δυο μας στο αυτοκίνητο/ στης Πάργας τούς ανήφορους καλοκαιριάτικα/ σου έμαθα τους πέντε Ελληνες στον Αδη»· η μπάλα και το μπάσκετ, η «γαβροσύνη» φυσικά (η ομάδα: ιερός, άρρηκτος δεσμός ανάμεσα σε πατέρα και γιο)· τα τσίπουρα, «πάλι τα τσίπουρα/-μωρέ ξέρω και παραξέρω γιατί μου αρέσουν,/ είναι αποθλίμματα στεμφύλων,/ δες και το λεξικό,/ έχουν τη θλίψη μέσα τους, τη θλίψη μου»· τα νεογιλά δόντια («το γαλατένιο σου δοντάκι»), παιδικό ίχνος από τον εικοσάχρονο που θα μείνει για πάντα εικοσάχρονος· τα αθλητικά του παπούτσια, ορφανά πια, αυτά που ο πατέρας ονειρεύεται ότι τις νύχτες που επιστρέφει ο γιος και τα φοράει, τρέχει σαν άλλοτε στους δρόμους, ρίχνει και μερικά σουτάκια και το πρωί τα αφήνει πάλι στη θέση τους: «Ερχεσαι ύστερα και ξεποδένεσαι/ αφήνεις τα αθλητικά/ βάζεις τα φτερουδάκια σου/ και φεύγεις/ δεν σε προλαβαίνω// Ακόμα και στο όνειρό μου φεύγεις/ ονειράκι μου». Η στιγμή που έρχεται η αυγή και ξυπνά τον πατέρα υπενθυμίζοντάς του το αδιανόητο: στο 12ο τμήμα του Πρώτου Νεκροταφείου της Αθήνας έχει εξόριστο εκεί το σπλάχνο του. «Τι βιάστηκες, κλωνάρι μου,/ να ξεκορμίσεις;»

Που σημαίνει, στα δικά μου μάτια τουλάχιστον, ότι τα «Είκοσι» είναι μια σπουδή και πάνω στην απουσία. Το ποίημα, με όλους τους τρόπους που ξέρει καλά ο ποιητής Μπουκάλας (με το Δημοτικό τραγούδι, με τη Νεκρώσιμη Ακολουθία, με το λαϊκό άσμα, με τον αρχαίο ελληνικό παρατακτικό, δωρικό λόγο, και με το σπαρακτικό τόνο του ποιητή που νιώθει κάθε τόσο πως η ίδια του η τέχνη μοιάζει φτωχή –τι φτωχή, ανεπαρκής– απέναντι σε κάτι τόσο συντριπτικό και ανώμαλο, παράλογο και φρικώδες), είναι ένας αγώνας να ντύσει με λέξεις την απουσία: κάτι θα έπρεπε να είναι εκεί όπου πια δεν υπάρχει τίποτα. Αυτό που ο Ιρλανδός Γέιτς είχε περιγράψει ως: «Φαντάσματα έχω δει ίσαμε δεκαπέντε/ Το πιο τρομακτικό, ένα πανωφόρι κρεμασμένο στον καλόγερο».

Πληγές

Ο χρόνος, λένε, γιατρεύει τις πληγές. Η απουσία αποκτά έτσι μια γαλήνη, μια γλυκάδα μέσα στον πόνο της. Ισχύει όμως; Εχει κάποιο νόημα αυτή η φιλολογία όταν στο απουσιολόγιο έχει γραφτεί όχι το όνομα του πατέρα ή της μητέρας αλλά το όνομα του παιδιού; Εχω την αίσθηση ότι τα «Είκοσι» κονταροχτυπιούνται αλύπητα με αυτή τη βασανιστική, επίμονη διερώτηση. «Εχετε πάει ποτέ στον επιτάφιο/ καλοί μου/ και να ’ναι εντάφιος ο γιος σας;». 

Τι βιάστηκες, κλωνάρι μου, να ξεκορμίσεις;-1

Οταν αυτό που, αυθαίρετα έστω, έχουμε καταχωρίσει σαν επετηρίδα, σαν επετηρίδα της ίδιας της φύσης μάλιστα, όταν αυτή η σταθερά ανατρέπεται, αντιστρέφεται, και όλα γύρω και μέσα σου φαντάζουν σαν μια ειδεχθής ανωμαλία, οι λέξεις αντέχουν; Οταν, με άλλα λόγια, οι γονείς δεν φεύγουν πρώτοι αυτοί, όπως πιστεύουμε ακράδαντα, όπως νιώθουμε ότι οφείλουν να κάνουν, οι λέξεις στέκουν όρθιες;

Ειλικρινά, δεν ξέρω· περιδιαβάζοντας όμως μέσα στις λέξεις των «Είκοσι» καταλαβαίνω πως και άλλος τρόπος, άλλη οδός από τις λέξεις δεν υπάρχει. 

Το ποίημα έρχεται να μας θυμίσει πως ακόμα και όταν δεν πρόκειται για κάτι τόσο ανώμαλο όπως ο χαμός του παιδιού, και πάλι έχουμε ανάγκη από τις λέξεις μήπως και δώσουμε ένα, κατ’ επίφασιν έστω, νόημα σε όλο αυτό το παράλογο θαύμα που λέγεται ζωή. «Κι εγώ ποτίζω όλο ποτίζω/ ένα δεντράκι ξεραμένο./ Το ξέρω./ Δεν θα ξαναδώσει φύλλα,/ άνθη ή καρπούς./ Μα το ποτίζω./ Πώς αλλιώς».

Το μικρασιατικό φάσμα της Βιθυνίας από εκείνο το παλαιότερο μετάφρασμα του Παντελή (τότε που ο γιος ήταν οκτώ και, κυρίως, ήταν ΕΔΩ), θέλει να μοιραστεί με τον διαβάτη το όνομά του – αλλά δεν θα είναι τόσο απλό: είναι λες και του βάζει ένα αίνιγμα, ένα γρίφο να λύσει. Του μαρτυρεί τα εννιά γράμματα, τις τέσσερις συλλαβές του, «τα σύμφωνά του πέντε. Ο αριθμός του ονόματος, εκατοντάδες πέντε και δυο φορές το εφτά./ Αν όλα τούτα τα εξετάσεις, θα μάθεις πώς μ’ ονόμαζαν/ φίλος θα γίνεις των Μουσών και τη σοφία θα μοιραστείς». 

Οι λέξεις· πάντοτε οι λέξεις. Το απόλυτο αποτύπωμα της σκιάς. Ισως και ο μοναδικός τρόπος να αδράξεις, έστω και για λίγο, φευγαλέα, τη σκιά που συνεχώς σου ξεγλιστρά και χάνεται. 

Αλλάζεις

Ο διαβάτης των «Είκοσι» θα συνεχίσει τον δρόμο του. Αφού βρήκε τη δύναμη να το πράξει ο πατέρας και ποιητής, δεν θα το κάνει ο πάσα ένας διαβάτης; 

(Η ψυχούλα του πατέρα το ξέρει βέβαια…) 

Αλλά χάρη στις λέξεις κάτι γίνεται, κάτι γινόμαστε όλοι: «Φίλοι των Μουσών, μια μοιρασιά σοφίας»; Ποιος ξέρει. Το μόνο βέβαιο είναι πως άλλον εαυτό άφησες όταν πρωτάνοιξες τα «Είκοσι», άλλον βρήκες όταν τα έκλεισες. 

Διότι κάποτε το κλείνεις και το βιβλίο που διαβάζεις. Το κλείνεις μα δεν το αφήνεις πίσω σου. Δεν σε αφήνει αυτό. Οπως οι άνθρωποι που έφυγαν από κοντά μας. 

Θα τους συναντήσουμε ποτέ ξανά; Ολοι μας, πιστοί ή άθεοι, υγιείς ή ασθενείς, «βασιλείς ή στρατιώτες», ρωτάμε, επίμονα, εξακολουθητικά αυτό το πράγμα – μα απόκριση δεν παίρνουμε.  

«Το ’χει αυτό η ζωή./ Δεν σε ρωτάει».

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT