Η σκηνή που έχει στηθεί προσωρινά, για τις ανάγκες των προβών, στο Σχολείο «Ειρήνη Παπά» του Εθνικού Θεάτρου, είναι κυρτή, έχει μια διαρκή αίσθηση αστάθειας. Ολα εδώ τείνουν προς την πτώση. «Με τον σκηνογράφο Κωνσταντίνο Σκουρλέτη φανταστήκαμε ένα χώρο όπου η ζωή είναι κάτι ρευστό, γλιστερό, επικίνδυνο στην ισορροπία. Ο θάνατος βρίσκεται διαρκώς επί σκηνής –είναι εξάλλου το πρώτο έργο στο οποίο εμφανίζεται ως πρόσωπο– και είναι σαν εκείνος να κουβαλάει τη ζωή, η οποία είναι έτοιμη να πέσει», εξηγεί ο Δημήτρης Καραντζάς.
Φυσικά, αυτή που τελικά «πέφτει» είναι η Αλκηστις. Παρασύροντας όμως μαζί της και την κοινωνία που ενέκρινε τη θυσία της, λέει ο σκηνοθέτης, ο οποίος ετοιμάζεται να ανεβάσει το έργο του Ευριπίδη στην Αρχαία Επίδαυρο. Και αν οι μελετητές δεν είναι απολύτως σύμφωνοι για το αν πρόκειται για τραγωδία ή τραγικωμωδία, ο Δημήτρης Καραντζάς αποδέχεται αυτή την αμφισημία. «Διότι είναι για μένα το πιο άναρχο και τολμηρό ύφος γραφής που έχω διαβάσει σε επίπεδο αρχαίας λογοτεχνίας».
Το λογοτεχνικό είδος, βέβαια, είναι ίσως φιλολογικό πρόβλημα. Εκείνο που θα επιχειρήσουν να «λύσουν» στην Επίδαυρο ο σκηνοθέτης και οι ηθοποιοί της παράστασης (οι Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης, Δήμητρα Βλαγκοπούλου, Γιώργος Ζυγούρης, Ηρώ Μπέζου, Γιάννης Νιάρρος, Κώστας Νικούλι, Αινείας Τσαμάτης και Θεοδώρα Τζήμου) μοιάζει ακόμη πιο σύνθετο: Πώς διαβάζεται σήμερα ο θάνατος μιας γυναίκας που στόχο έχει να σώσει τη ζωή ενός άνδρα;
– Κάποτε, σε ένα φίλο σεναριογράφο περιέγραφαν μια χλιαρή σεναριακή ιδέα. Στο τέλος ρώτησε: «Ναι, αλλά το πρόβλημα με τον ήρωα ποιο είναι;». Θα ήθελα, τηρουμένων των αναλογιών, να ρωτήσω ποιο είναι το «πρόβλημα» με την Αλκηστι.
– Το πρόβλημα δεν είναι με την Aλκηστι, είναι με την κοινωνία. Υπάρχει μια μοίρα θανάτου για τον σύζυγό της, τον Aδμητο –ξέχασε τις απαραίτητες θυσίες στην Aρτεμη, για αυτό τιμωρείται–, όμως η Aλκηστη είναι η τελευταία που ερωτάται εάν δέχεται να πεθάνει στη θέση του. Είναι σύζυγος βασιλιά και αν αρνηθεί να θυσιαστεί, αν δεν διασώσει έναν ηγεμόνα που θεωρείται επιτυχημένος, θα πάρει στον λαιμό της μια κοινωνία. Το οξύμωρο είναι ότι ο Χορός –που είναι φίλοι του Aδμητου, άρα upper class– συμπονά και τους δύο. Εκείνη τη βλέπουν ως ανώτερη όλων των γυναικών, μια ηρωοποίηση που τη διαβάζω σήμερα ως κάτι προκλητικό: αφορά ένα πρόσωπο που μας σώζει, αλλά δεν το προστατεύουμε. Και από την άλλη, ο Χορός στέκεται στο πόσο δύστυχος θα είναι ο Aδμητος, όχι στο τι υφίσταται μια γυναίκα για να σώσει έναν άνδρα. Νομίζω ότι ο Ευριπίδης κάνει μια αιχμηρή τοποθέτηση για την ηθική παρακμή της κοινωνίας του, της Αθήνας του 438 π.Χ., όπου όλα φαίνονται, πριν από τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, να ακμάζουν, μέσα σε μια αυτοκρατορική ευμάρεια. Σε όλον αυτόν τον πλούτο, σε όλη αυτή την ευτυχία, κάνει μια μικρή κίνηση, για να πει ότι η κοινωνία από μέσα ήταν άρρωστη.

– Γράφοντας για τον Aδμητο, ο ελληνιστής Aλμπιν Λέσκι αναρωτιόταν: «Πώς να πάρουμε στα σοβαρά τον άνδρα που αφήνει τη γυναίκα του να πεθάνει για αυτόν, ικετεύοντας ταυτόχρονα την ετοιμοθάνατη να μην τον εγκαταλείψει;». Πώς βλέπετε εσείς τη στάση του;
– Νομίζω ότι στην περίπτωση του Aδμήτου μιλάμε για μια ουσιαστική αποποίηση ευθύνης και μοίρας, κάτι που ο ίδιος το καταλαβαίνει πολύ μετά. Για να συνεχίσει να εκπληρώνει τις προσωπικές του φιλοδοξίες, βλέπει μόνο τη δική του διαδρομή. Πρέπει όμως να τον πάρουμε απολύτως στα σοβαρά. Γιατί πραγματικά αγαπάει την Aλκηστι, πραγματικά θρηνεί για τον θάνατό της, αλλά δεν μπορεί να κάνει τίποτα, δεν μπορεί να αφήσει χώρο μέσα του για αυτήν. Ακολουθεί μια δική του, χρυσή διαδρομή, που τον τυφλώνει. «Αδάμαστος», αυτό σημαίνει το όνομά του. Και με αυτή την έννοια, ο Aδμητος είναι αυτός που δεν έχει εκπαιδευθεί, που δεν έχει μπει στη ζωή, που στο τέλος τού λέει ο Χορός «μέσα στην ευτυχία σε βρήκε το κακό, άμαθος ήσουν στον πόνο». Είναι σαν να ακολουθεί τυφλά τη ζωή της ευμάρειας, ενώ δεν έχει καταλάβει τίποτα για την προσωπική και κοινωνική του ευθύνη.
– Θεωρητικά, πάντως, το έργο έχει αίσιο τέλος. Δεν θα ζήσει ευτυχισμένο το ζεύγος;
– Αποκλείεται να έχει ευτυχές τέλος όλο αυτό. Το έργο είναι διττό, ξεκινάει ως αμιγής τραγωδία, όπου έχουμε να θάψουμε ένα νεκρό, και έπειτα βάζει τον Ηρακλή, ως φορέα της ζωής, ως Διόνυσο, σχεδόν αριστοφανικό, να νικάει τον Θάνατο και να φέρνει την Aλκηστι πίσω στη ζωή. Ο Aδμητος αρθρώνει τότε μια επιθυμία θανάτου. Ο τελικός θρήνος του είναι σαν ο Χορός να του λέει «πρέπει να συνεχίσουμε» και εκείνος να μην αντέχει. Νομίζω μάλιστα ότι από τη στιγμή που η Aλκηστι τελικά ερωτάται, κάτι σπάει ανάμεσα στο ερωτευμένο ζευγάρι. Από τη στιγμή που ο ένας ρωτάει «θα πέθαινες για εμένα;» –όχι με τον νεορομαντικό, καταραμένο τρόπο, αλλά «επειδή φοβάμαι εγώ να πεθάνω»– τότε ο άλλος αυτομάτως καταργείται. Και νιώθω ότι η πράξη της Aλκηστης έχει μια ελευθερία· ζητάει από τον Aδμητο να δεσμευθεί ότι τα παιδιά τους δεν θα έχουν μητριά, αλλά θα γίνουν κύριοι του σπιτιού της. Είναι από τα λίγα πράγματα που μπορεί να κάνει μια γυναίκα στην εποχή του Ευριπίδη, όπου οι γυναίκες δεν συμμετείχαν στα κοινά και ο λόγος τους ακουγόταν μόνο στα έργα, έστω σαν ευχή. Η Aλκηστις αντιδρά σε αυτή την κοινωνία. Για αυτό όταν ανασταίνεται δεν ανοίγει καν το στόμα της: διότι της πήραν πίσω τη μοναδική πράξη στην οποία είχε δικαίωμα. Η εκκωφαντική σιωπή της μάλλον δεν θα σταματήσει ποτέ, θα υπάρχει σαν μνήμη ενοχής. Πιστεύω ότι και ο συγγραφέας δίνει αυτό το περιθώριο. Αν ήθελε να γράψει ένα αμόλυντο happy end, είχε τα εργαλεία να το κάνει.
– Στο μεταξύ και ο Aδμητος με τον πατέρα του διαφωνούν για το ποιος θυσιάστηκε για ποιον. Νομίζω ότι και σήμερα ανταλλάσσουμε συχνά αυτό το αιματηρό χρέος της θυσίας. Το συναντάμε στην οικογένεια, στη θρησκεία, στην Ιστορία…
– Πρόσφατα ακούσαμε ότι και οι νεκροί των Τεμπών θυσιάστηκαν για να γίνουν καλύτερες οι μεταφορές. Η θυσία, αναλόγως του ηθικού αναστήματος και του μεγέθους της σκληρότητας που έχεις μέσα σου, μπορεί να πάρει πολλές εκφάνσεις. Για αυτό και το πρόσωπο που θυσιάζεται στο έργο δεν είναι ο ήρωας, αλλά το θύμα. Σαν να αποφασίζουμε να θυσιάσουμε έναν άνθρωπο ή κάποιες αξίες, ώστε να μη χαθεί ένα κεκτημένο, μια φόρα, μια ανάπτυξη που τη θεωρούμε κρισιμότερη από τη ζωή κάποιου. Νομίζω ότι όντως έχουμε μεγαλώσει με αυτή την ενοχή στην Ελλάδα, με αυτή την αγιοποίηση εκείνου που θυσιάζεται. Σαν να μας αρκεί μάλιστα ότι τον ηρωοποιούμε, γιατί έτσι ελαφραίνουμε τη συνείδησή μας. Και επιστρέφουμε διαρκώς σε αυτήν του την πράξη, την οικειοποιούμαστε, ώστε να δείχνουμε και ευσυγκίνητοι απέναντι σε αυτήν τη θυσία.
– Να διαβάζουμε τα αρχαία έργα ως άνθρωποι που ζουν στο τώρα, στην εποχή τους. Μήπως όμως υπάρχει και ο κίνδυνος να ζητάμε από τα έργα να μας επιβεβαιώσουν;
– Νομίζω ότι ένας τρόπος για να μη στριμώξεις ένα έργο στις επιθυμίες σου, είναι να σεβαστείς τη λογοτεχνία του, την ποίησή του, τη φιλοσοφική του στάση. Αν κρατήσεις τη διαδρομή του λόγου, την επιχειρηματολογία του, αν δεν προσπαθήσεις να δείξεις επιπόλαια στο κοινό ότι «να, ο Aδμητος είναι ένας πολιτικός του σήμερα» ή ότι «η Aλκηστις είναι μια γυναίκα στην κουζίνα», τότε δεν προδίδεις ένα κείμενο που υπήρχε πολύ πριν από εμάς και που υπάρχει ακόμη γιατί μας ειδοποιεί για κάτι που το αντιλαμβανόμαστε μέχρι σήμερα, ειδάλλως θα παύαμε να ασχολούμαστε. Με πολλά έργα έχουμε πάψει να ασχολούμαστε. Ο σημερινός αναγνώστης, βέβαια, θα διαβάσει ενδεχομένως διαφορετικά τον Προυστ από έναν αναγνώστη της εποχής του, όπως θα διαβάσει διαφορετικά και τον Αισχύλο. Και ο σκηνοθέτης δεν έχει μεγάλη διαφορά από τον αναγνώστη ενός βιβλίου. Αν καταφέρει να μη στραγγαλίσει τη δυναμική των έργων, αν συμπορευθεί μαζί τους για να ανοίξει ένα διάλογο, τότε νομίζω ότι αυτός είναι ο τρόπος να ανεβαίνουν τα έργα. Με εκνευρίζει το «σεβάστηκα το κείμενο», «άκουσα το κείμενο». Δεν συνιστά ακριβώς αναπαραστατική τέχνη. Το να σεβαστεί κανείς ένα κείμενο χωρίς να πάρει θέση, το να το ανεβάσει με την παρατακτική του σειρά, μου φαίνεται ύπουλος συντηρητισμός.

– Πιστεύετε στην «ιερότητα» της Επιδαύρου;
– Θεωρώ την Επίδαυρο ένα χώρο που κουβαλάει τρομερές μνήμες. Δεν ξέρω ποιες μπορεί να έχει ή να πλάθει ο καθένας, αλλά η Επίδαυρος αφήνει ένα τρομερό αποτύπωμα, που κάνει τον καθένα να νιώθει διαφορετικά. Εμένα δεν με κάνει να νιώθω ότι είναι χώρος ιερός, γιατί το ιερό είναι κάτι στο οποίο είσαι πιστός, νιώθεις υπακοή και υποταγή απέναντί του. Δεν νιώθω έτσι για τίποτα στη ζωή μου. Αλλά νιώθω πολύ μεγάλη έλξη για την Επίδαυρο. Νομίζω ότι είναι το πιο ωραίο θέατρο στον κόσμο και το λέω έτσι, με εθνικιστικές κορώνες σχεδόν. Είναι ευτυχία να βρίσκεσαι εκεί. Μπορεί κάποιος να θεωρεί ότι στην Επίδαυρο βρίσκει τη μνήμη του Αισχύλου. Εγώ βρίσκω τη μνήμη μιας φράσης που έχει ειπωθεί με έναν συγκεκριμένο τρόπο και την έχω θαυμάσει. Μιας μουσικής που ακούστηκε και με έχει στοιχειώσει. Μιας φαντασίας ανθρώπων που έχουν επισκεφθεί ξανά και ξανά αυτό το μέρος, με την ίδια λαχτάρα και την ίδια απορία.
*Το Εθνικό Θέατρο θα παρουσιάσει την παράσταση «Αλκηστις» του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά, στις 17 και 18 Ιουλίου, στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου.

