Νίκος: Eφαγα όλο το νησί για να σε βρω!
Τζένη: Το έφαγες; Και όταν θα βγεις βουλευτής, τι θα φας;
Το παζλ ενός επιφανειακά ανέμελου καλοκαιριού στις Σπέτσες εν μέσω της δεκαετίας του ’60 συνέθεσε με νοσταλγική διάθεση και ποιητικό ρεαλισμό ο Νίκος Καραθάνος με τη θεατρική μεταφορά της κλασικής ταινίας «Τζένη – Τζένη». Η παράσταση χαρακτηρίζεται ως ένα «ηλιόλουστο ρέκβιεμ» για το τέλος της χρυσής κινηματογραφικής εποχής, αλλά και μια ευφρόσυνη επέτειος για τη διαχρονική αίγλη που της χάρισε η μικρή οθόνη.
Το ευφάνταστο, πολύμορφο, δυναμικά μεταβαλλόμενο σκηνικό του Κωνσταντίνου Σκουρλέτη, συνδυαστικά με τους πολύχρωμους φωτισμούς της Ελίζας Αλεξανδροπούλου και τα κοστούμια του Αγγελου Μέντη, πρωταγωνιστεί στο μουσικό υπερθέαμα. Εντυπωσιάζει με την οριζόντια διάταξη και την έκθεση κατά παράταξη αμέτρητων επίπλων – τηλεοράσεων χωρίς σήμα, μια σημειολογική παραπομπή στις άπειρες στιγμές που αφιερώθηκαν στην «ελληνική ταινία» του Σαββατόβραδου, βιώματα που μπορεί να αγνοεί η γενιά Ζ, αλλά έχουν αποτυπωθεί από την προηγούμενη στο συλλογικό «εγώ» ενός ευρέος κοινού.
Τα σενάρια των δημοφιλών κωμωδιών της Φίνος Φιλμ προέρχονταν στην πλειονότητά τους από θεατρικούς συγγραφείς ασκημένους άριστα στη γαλλική τεχνική του «καλοφτιαγμένου έργου». Τα συγγραφικά δίδυμα των Πολύβιου Βασιλειάδη – Νίκου Τσιφόρου, Χρήστου Γιαννακόπουλου – Αλέκου Σακελλάριου και Ασημάκη Γιαλαμά – Κώστα Πρετεντέρη διέπρεψαν στο είδος της κωμωδίας με θεατρικές καταβολές.
Τα θεματικά μοτίβα της «Τζένης – Τζένης», σχηματικά έως και κοινότοπα. Η ευνοιοκρατία και η οικογενειοκρατία στο πεδίο της πολιτικής, το πελατειακό σύστημα, η οικονομική και κοινωνική παρακμή της ελληνικής επαρχίας, η τοκογλυφία, οι λευκοί γάμοι, η πολιτική πόλωση και στο βάθος ο εξιδανικευμένος έρωτας, που με τη δύναμή του υπερνικά τις δυσκολίες και καταρρίπτει τον κόσμο της διαφθοράς.
Εύστοχη η διασκευή και δραματουργική επεξεργασία του Γιάννη Αποσκίτη. Διατηρεί το νήμα σύνδεσης με το πρωτότυπο σενάριο και αναδεικνύει όλα τα προηγούμενα μοτίβα, αποφεύγοντας το μελό των ελληνικών ταινιών και την τυποποίηση των ρόλων, δίνοντας έμφαση στην κωμική δύναμη των διαλόγων και στην αλλαγή των δραματικών καταστάσεων. Γρήγορος, έξυπνος, ενίοτε συγκινητικός διάλογος, με αιφνίδιες ανατροπές και εμφανή τα στοιχεία ενός λαϊκού γκροτέσκο, που αποτυπώνει τα ήθη της εποχής.
Η διασκευή διατηρεί το νήμα σύνδεσης με το πρωτότυπο σενάριο, αποφεύγοντας το μελό των ελληνικών ταινιών και την τυποποίηση των ρόλων.
Ο Νίκος Καραθάνος σκηνοθέτησε το «Τζένη – Τζένη» με σύνθετο τρόπο: προσπάθησε να εκσυγχρονίσει το έργο με όχημα τη σκηνογραφία, να προχωρήσει δειλά προς την κατεύθυνση του μιούζικαλ με την πολύτιμη συμβολή της Αμάλια Μπένετ στην κίνηση και οργάνωση των χορευτικών συνόλων και του Αγγελου Τριανταφύλλου στη μουσική σύνθεση και, τέλος, να αναπλάσει την εποχή του. Διερεύνησε ιστορικά το κλίμα και έδωσε ένα συνεχή ρυθμό στην παράσταση συνομιλώντας διαρκώς με τους πρωταγωνιστές της ταινίας, την Τζένη Καρέζη, τον Διονύση Παπαγιαννόπουλο, τον Λάμπρο Κωνσταντάρα, τον Ανδρέα Μπάρκουλη, οι οποίοι είναι παρόντες σε γιγαντοαφίσες, ως κινηματογραφικά «φαντάσματα» που πλαισιώνουν τους ήρωες στο σκηνικό παρόν.
Ο Καραθάνος σκηνοθέτησε μια εξωστρεφή πολυπρόσωπη κωμωδία γεμάτη τρυφερότητα, σαρκασμό, ειρωνεία, απόγνωση και πολλές χυμώδεις δόσεις χιούμορ. Κυρίως, όμως, σκηνοθέτησε το έργο με άξονα την υποκριτική δύναμη της χαρισματικής ηθοποιού Γαλήνης Χατζηπασχάλη.
Μια άλλη «Τζένη»
Η κίνηση του λεπτού σώματός της, οι μορφασμοί του προσώπου της, οι αυξομειώσεις κι εντάσεις της φωνής της, αλλά και οι χορευτικές της δεξιότητες στο χασάπικο, κέρδισαν τις εντυπώσεις. Η Χατζηπασχάλη υπήρξε έξοχη στον ομώνυμο ρόλο, σαρκάζουσα και αυτοσαρκαζόμενη, πλήρως διαφοροποιημένη από το πρότυπο της Τζένης Καρέζη. Επλασε μια δική της «Τζένη» θεατρική, με ρεαλιστική απλότητα, αληθινά συγκινητική. Δίνει ρεσιτάλ κωμικής ερμηνείας.
Ο Νίκος Καραθάνος σκηνοθέτησε μια εξωστρεφή κωμωδία γεμάτη τρυφερότητα, σαρκασμό, ειρωνεία, απόγνωση και πολλές χυμώδεις δόσεις χιούμορ.
Ο ίδιος ο Καραθάνος στον ρόλο του Κοσμά Σκούταρη, πατέρα της Τζένης, αντανακλά και ερμηνευτικά τις σκηνοθετικές του προθέσεις. Εξαιρετικός ο Αγγελος Παπαδημητρίου στον ρόλο της θείας Ματίνας, η Ιωάννα Μαυρέα ως φαύλη μητέρα που ανατρέφει τη φαύλη κόρη υπερτονίζει τις κωμικές αποχρώσεις του ρόλου της, ενώ ο Χρήστος Λούλης συνομιλεί διαρκώς με τον Ανδρέα Μπάρκουλη, κυρίως στο κινησιολογικό επίπεδο.
Μας έλειψε ένα πρόγραμμα παράστασης. Πώς είναι δυνατόν μια τόσο ακριβή παραγωγή να μην έχει επιμεληθεί ένα πρόγραμμα για τους θεατές; Εστω ψηφιακό.
*Η κ. Ρέα Γρηγορίου είναι διδάκτωρ Ιστορίας – Δραματολογίας ΑΠΘ.

