Ηταν το 1954 όταν οι εκδόσεις της Οξφόρδης εξέδωσαν «Τα Απαντα του Αριστοτέλη» σε μια ολοκληρωμένη αγγλόφωνη μετάφραση που επί δεκαετίες αποτέλεσε σημείο αναφοράς για τους μελετητές του έργου του μεγάλου Ελληνα φιλοσόφου.
Σήμερα, 72 χρόνια μετά, το εγχείρημα επαναλαμβάνεται με τους «όρους» της νέας εποχής. Η νέα έκδοση με τίτλο Aristotle: Complete Works (Indianapolis, Hackett Hackett: 2025), υπό την επιστημονική επιμέλεια του καθηγητή Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Πατρών Παύλου Κόντου και του Ιρλανδού φιλοσόφου Ντέιβιντ Ριβ (David Reeve) από το Πανεπιστήμιο της Βόρειας Καρολίνας, έρχεται να αντικαταστήσει εκείνη την παλιά έκδοση. Το δίτομο έργο -συνολικά 2.770 σελίδων- ολοκληρώθηκε έπειτα από 10 χρόνια εργασίας και φιλοδοξεί να καθιερωθεί ως η νέα διεθνής μετάφραση αναφοράς στο έργο του Αριστοτέλη.
Η δυσκολία του εγχειρήματος
«Η έκδοσή μας είναι σύγχρονη και αυτό σήμαινε μια τριπλή πρόκληση: πρώτον, να επιλέξουμε την καλύτερη κριτική έκδοση του αριστοτελικού κειμένου, να ενσωματώσουμε την πιο σύγχρονη ερμηνεία των αριστοτελικών έργων όπως αυτή αποτυπώνεται στη διεθνή βιβλιογραφία και να χρησιμοποιήσουμε μια ρέουσα αγγλική γλώσσα που απευθύνεται στον τωρινό μέσο αγγλόφωνο αναγνώστη, για παράδειγμα, τον μέσο φοιτητή», σημειώνει στην «Κ» ο κ. Κόντος προσθέτοντας πως κατά τη διάρκεια της διαδικασίας χρειάστηκε να συμβουλευτούν ακόμη και εκδόσεις που παραμένουν μέχρι και σήμερα αδημοσίευτες.
«Μόνον όταν πιάσαμε τους δύο τόμους στα χέρια μας συνειδητοποιήσαμε τι είχαμε δημιουργήσει».
Ο ίδιος περιγράφει το εγχείρημα ως μια εξαντλητική εργασία που απαίτησε χιλιάδες ώρες επιστημονικού μόχθου, συνεχείς διασταυρώσεις και επανελέγχους. «Οπως συνηθίζω να λέω, το έργο δεν τελείωσε ποτέ. Γιατί ποιος θα ήταν τόσο αιθεροβάμων ώστε να βάλει την υπογραφή του κάτω από μια υπεύθυνη δήλωση ότι τάχα ολοκλήρωσε οριστικά μια τέτοια έκδοση και μετάφραση του Αριστοτέλη, ότι δεν χρειάζεται να την επανελέγξει, να κάνει διορθώσεις, να επιβεβαιώσει κάποια χωρία, να συμβουλευτεί άλλη μια κριτική έκδοση, άλλη μια μονογραφία, τη γνώμη ενός ακόμη ειδικού;», αναρωτιέται ο Ελληνας καθηγητής. «Απλώς, κάποια στιγμή μαζί με τον Ριβ αποφασίσαμε ότι έφθασε η ώρα να το παραδώσουμε στην κρίση των ειδικών και του αναγνωστικού κοινού. Μόνον όταν πιάσαμε τους δύο τόμους στα χέρια μας συνειδητοποιήσαμε τι είχαμε δημιουργήσει», προσθέτει ο ίδιος.

Πώς, λοιπόν, μεταφράζει κανείς σήμερα έννοιες όπως η «ευδαιμονία», η «φρόνηση» ή η «αρετή» χωρίς να χάνονται το βάθος και η σημασία τους; «Ηταν πάντοτε, και παραμένει, αδύνατον να βρεθεί μια ακριβής αγγλική -ή και νεοελληνική- απόδοση των αρχαιοελληνικών όρων», απαντά ο καθηγητής. «Μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι και για τον ίδιο τον αρχαίο Ελληνα αναγνώστη ή ακροατή, οι φιλοσοφικοί όροι του Αριστοτέλη χρειάζονταν “μετάφραση”, δηλαδή, δεν αντιστοιχούσαν ακριβώς στο νόημα που είχαν οι λέξεις στην καθημερινή ομιλία».
Οι σημερινές λέξεις έχουν ένα εννοιολογικό φορτίο που τις απομακρύνει αθεράπευτα από τη σημασία των αντίστοιχων αριστοτελικών όρων.
Ο καθηγητής αναφέρει ενδεικτικά τον όρο «ευδαιμονία», τον οποίο αποδίδουμε στα αγγλικά ως «happiness». «Χάνεται δηλαδή εδώ και το πρόθεμα “εὐ-“, χάνεται και η αναφορά στο “δαίμων”. Πολύ περισσότερο, ο αγγλικός όρος παραπέμπει σε μια πολύ επιφανειακή έννοια ευτυχίας, που ταιριάζει σε διατυπώσεις όπως “Happy birthday”, “Happy New Year”, ενώ ο Αριστοτέλης ορίζει την ευδαιμονία ως “ενέργεια της ψυχής σύμφωνα με την αρετή”, δηλαδή, ως έλλογη δραστηριότητα με εγγενή αξία που γίνεται με τον αντικειμενικά καλύτερο δυνατό τρόπο. Ο σύγχρονος άνθρωπος χρειάζεται πολλές επεξηγήσεις για να κατανοήσει ακόμη και την περίφραση που μόλις διατύπωσα. Οι σημερινές λέξεις, λοιπόν, έχουν ένα εννοιολογικό φορτίο που τις απομακρύνει αθεράπευτα από τη σημασία των αντίστοιχων αριστοτελικών όρων», εξηγεί ο καθηγητής. Για τον ίδιο, ωστόσο, το ενδιαφέρον γύρω από τον Αριστοτέλη δεν αφορά μόνο τη φιλολογική ή ιστορική σημασία του έργου του. Αντίθετα, όπως λέει, η αριστοτελική σκέψη παραμένει βαθιά παρούσα στις πιο κρίσιμες συζητήσεις της εποχής μας, από την πολιτική και τη δημόσια σφαίρα μέχρι την τεχνητή νοημοσύνη και την κρίση αξιών.

«Χωρίς καμιά υπερβολή, ο Αριστοτέλης είναι σήμερα ο πιο επιδραστικός φιλόσοφος. Πέρα από το ότι είναι -από ιστορική οπτική- ο θεμελιωτής της σύγχρονης αντίληψης για τη μεθοδολογία της επιστήμης και θεμελιωτής επιμέρους επιστημών όπως η βιολογία κ.ά., η σκέψη του είναι επίκαιρη με έναν πολύ πιο συναρπαστικό τρόπο. Κανείς, σήμερα, το 2026, δεν διανοείται να γράψει ένα βιβλίο ηθικής ή πολιτικής φιλοσοφίας χωρίς να αναμετρηθεί με την αριστοτελική φιλοσοφία», εξηγεί και αναφέρεται σε δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα:
«Η αριστοτελική ανάλυση για τη σχέση πολιτικής και οικονομίας -δηλαδή για το ποια από τις δύο έχει προτεραιότητα και πρέπει να καθοδηγεί την άλλη- και η ανάλυσή του για τη σχέση ρητορικής και πολιτικής -δηλαδή για το πώς πρέπει να ρυθμίσουμε τους όρους της δημαγωγίας- δίνουν ουσιαστικές λύσεις στα αντίστοιχα αδιέξοδα που βιώνουμε σήμερα».
Η φιλοσοφία ξανά στο προσκήνιο
Στην εποχή των ραγδαίων τεχνολογικών εξελίξεων και της τεχνητής νοημοσύνης, ο ίδιος πιστεύει ότι η φιλοσοφία καλείται να επιστρέψει στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης. Οπως τονίζει, σε περιόδους βαθιών αλλαγών όπως η σημερινή «σήμανε και πάλι η ώρα της».
«Η φιλοσοφία οφείλει να αναλύσει και να εξηγήσει ποιες αξίες διακυβεύονται, ποιοι και πώς τις υπονομεύουν σκόπιμα, ποιο θα είναι το τίμημα της απόσυρσής τους, ποιες νέες αξίες εισάγουν οι ιθύνοντες της τεχνολογικής πρωτοπορίας, με ποια ρητορική μετατρέπεται η τεχνολογική πρωτοπορία σε ρυθμιστή της πολιτικής τάξης και της ατομικής μας ευδαιμονίας. Οφείλει, επίσης, να θέσει και πάλι το ριζικό ερώτημα: εάν αυτό είναι ο άνθρωπος…».

Τα εμπόδια
Στην παρουσίαση της νέας έκδοσης στο Μουσείο της Ακρόπολης, ο Παύλος Κόντος δήλωσε υπερήφανος που το Aristotle: Complete Works φέρει τη σφραγίδα του Πανεπιστημίου Πατρών, υπογραμμίζοντας πως στο εγχείρημα συμμετείχαν συνάδελφοί του με διεθνώς αναγνωρισμένο έργο. Την ίδια στιγμή, όμως, περιγράφει με ιδιαίτερα επικριτικό τρόπο τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει σήμερα το ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο. «Φοβάμαι ότι το ελληνικό πανεπιστήμιο ως δομή, ως σύστημα, και η επόπτευση -αν όχι ο στραγγαλισμός του- από το κράτος αποτελούν εμπόδιο στο έργο αυτών των ανθρώπων. Αυτό αποτυπώνεται σε μια σειρά από προβλήματα που ξεκινούν από τις ταπεινωτικές απολαβές των καθηγητών πανεπιστημίου και φθάνουν στις ελλειμματικές ερευνητικές υποδομές, την υποχρηματοδότηση και την υποστελέχωση του δημόσιου πανεπιστημίου», επισημαίνει και στέκεται στο πρόσφατο παράδειγμα ενός ερευνητικού προγράμματος που -όπως υποστηρίζει- είναι ενδεικτικό της στάσης του κράτους απέναντι στο δημόσιο πανεπιστήμιο.
«Προκηρύχθηκε ένα ερευνητικό πρόγραμμα με τον βαρύγδουπο τίτλο “Εμπιστοσύνη στα αστέρια μας”, υποβλήθηκαν πάνω από 1.000 ερευνητικές προτάσεις, στις οποίες συμμετείχαν τουλάχιστον 15.000 άνθρωποι και αναλώθηκαν, κατ’ ελάχιστον, 100 εργατοώρες ανά πρόταση. Το υπουργείο καθυστέρησε για μήνες την κρίση των προτάσεων, ανέθεσε σε μια επιτροπή να προκρίνει κάποιες λίγες προτάσεις, ανακοινώθηκαν τα επίσημα αποτελέσματα, οι ερευνητές δρομολόγησαν τη ζωή τους ανάλογα, και 12 μήνες αργότερα η συνολική διαδικασία ακυρώθηκε, πετώντας στα σκουπίδια 100.000 εργατοώρες “αριστείας” ανάλγητα και με περιφρόνηση», καταλήγει με νόημα, καθώς περιγράφει μια ακαδημαϊκή πραγματικότητα που -όπως λέει- συχνά στηρίζεται περισσότερο στην προσωπική αντοχή και λιγότερο στη θεσμική υποστήριξη.

