Ο Εμφύλιος έχει λήξει, όχι και οι συνέπειές του. Η επιχείρηση εκδίκησης των νικητών επί των ηττημένων, το μετεμφυλιακό, με άλλα λόγια, καθεστώς τρόμου έχει εγκατασταθεί στον τόπο μας. Μετά όμως μια οκταετή Κατοχή και Εμφύλιο, οι άνθρωποι όπως όπως προσπαθούν να σταθούν στα πόδια τους. Αυτή είναι η ιστορία στο μυθιστόρημα «Η καγκελόπορτα» (1962) του Αντρέα Φραγκιά (1921-2002), μια περιπέτεια που εκτυλίσσεται στα μέσα της δεκαετίας του ’50 αναπλάθοντας τον ασθματικό ρυθμό που γεννάει το άγχος της επιβίωσης σε μια γκρεμισμένη χώρα που αρχίζει δειλά δειλά να ανοικοδομείται. Παραλυτικός φόβος, αχνές ελπίδες, παράλογα όνειρα, σπασμωδικές κινήσεις – αυτά νιώθουν οι άνθρωποι που ζουν γύρω από την αυλή μιας φτωχογειτονιάς στην πολύπαθη αθηναϊκή πρωτεύουσα.
Οπως και τα υπόλοιπα μυθιστορήματα του αριστερού συγγραφέα της, η «Καγκελόπορτα» είναι έργο πολυπρόσωπο. Διότι εκείνο που περισσότερο απασχολεί τον δημιουργό τους είναι όχι η ατομική μοίρα, αλλά τα πάθη της κοινότητας –του Αγγελου, της Ισμήνης, του Αντώνη, του Ευτύχη, της Αλίκης, του Θόδωρου, του Στάθη, της Βαγγελίας–, ανθρώπων που είναι υποχρεωμένοι να στήσουν τη ζωή τους εξαρχής.
«Ψυχογραφία της ήττας»
Με την έμπειρη πένα του, ο Φραγκιάς κατορθώνει να πλάσει μια μοναδική, όπως την έχει χαρακτηρίσει ο κριτικός Δημήτρης Ραυτόπουλος, «κοινωνική ψυχογραφία της ήττας σε έναν μικρόκοσμο αντιπροσωπευτικά λαϊκό, με ζουμ στην ατομική ψυχολογία του φόβου και του πανικού του αδιεξόδου». Δημιουργεί έτσι πληθώρα χαρακτήρων που υπήρξαν ήρωες στον πόλεμο και που έχουν σήμερα γονατίσει, αλλά και συνεργατών των Γερμανών που μετά την απελευθέρωση πέτυχαν να συναριθμούνται και πάλι στους νικητές.

Γνωρίζουμε πόσο δύσκαμπτο υπήρξε το Κομμουνιστικό Κόμμα όταν έκρινε την ελληνική λογοτεχνία μέσα από το πρίσμα των αρχών του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, θεωρώντας πως κάθε έργο πρέπει να είναι αναγκαστικά αισιόδοξο, συμβάλλοντας στη μελλοντική οικοδόμηση του κομμουνισμού.
Ενα ερώτημα που ανακύπτει είναι: «Η καγκελόπορτα» κυκλοφορεί στο απόγειο της σύγκρουσης των Ελλήνων αριστερών διανοουμένων για το κατά πόσον τα δύο πρώτα μέρη της τριλογίας του Στρατή Τσίρκα, «Η Λέσχη» και η «Αριάγνη», παραβιάζουν τις αρχές του επίσημου σοβιετικού δόγματος για το πώς πρέπει να γράφεται η σωστή κομμουνιστική τέχνη. Πώς και δεν ενέπλεξαν στη διαμάχη τους ούτε το πρώτο μυθιστόρημα του Φραγκιά, «Ανθρωποι και σπίτια» (1955), ούτε εν συνεχεία την «Καγκελόπορτα», παρότι και τα δυο τους αναπλάθουν ζωές αγωνιστών που έχουν συντριβεί από τα πρόσφατα πολεμικά και εμφυλιοπολεμικά δεινά; Ή αλλιώς, όπως παρατηρεί ο Σταύρος Ζουμπουλάκης στον πρόλογο της «Καγκελόπορτας», η επανασύνδεση του Αγγελου με τη ζωή έπειτα από επτά χρόνια ντροπιαστικού φόβου για την ερήμην εις θάνατον καταδίκη του, δεν θα γίνει μέσω της επανασύνδεσής του με το επαναστατικό κίνημα. Το θάρρος για να ξεπεράσει τον διαρκή τρόμο και την ντροπή που στο τέλος νιώθει, θα του το δώσει η δουλειά του ως πολιτικού μηχανικού. Πώς, με άλλα λόγια, τα μυθιστορήματα του Φραγκιά απέφυγαν να εισπράξουν τον χαρακτηρισμό «λογοτεχνία της ήττας», που κατά κόρον επιφυλάχθηκε για ορισμένα ποιητικά και πεζά έργα αριστερών της ίδιας περιόδου;
Χαραμάδες ελπίδας
Η απάντηση ενδεχομένως βρίσκεται στο ότι μες στο συνολικό κλίμα ζόφου, ο συγγραφέας αφήνει κάποιες χαραμάδες απ’ τις οποίες εισβάλλουν αχτίδες φωτός που θα μπορούσαν να παραπέμπουν σε ένα σοσιαλιστικό μέλλον. «Δεν φτάνει μόνο ν’ αγαπάς το παρελθόν σου», λέει ένας από τους ήρωες, «αλλά περισσότερο το μέλλον σου. Τόσα χρόνια είχα ξεχάσει ότι υπάρχει και αύριο. Υπάρχει και για όλο τον κόσμο, αλλά και για τον καθένα χωριστά. Το αύριο αυτό είναι ο καλύτερος εαυτός του. Η ανθρωπότητα, σαν σύνολο, είχε βρει τη λύση στο πρόβλημά της. Μένει να την κερδίσουμε και μεις, μερικοί καθυστερημένοι».
Κι ακόμα η φράση του Αγγελου προς τον Ευτύχη όταν ο τελευταίος δηλώνει ότι θα σκοτώσει τον συνεργάτη των Γερμανών Θόδωρο, που, έχοντας αποκτήσει και πάλι το πάνω χέρι, απειλεί να τον καταστρέψει. «Δεν θα το κάνεις», του λέει ο Αγγελος, «η αιτία βρίσκεται αλλού». Αυτό το «αλλού» είναι ίσως τα δεινά του καπιταλιστικού συστήματος, και η «λύση» του προβλήματος που η ανθρωπότητα έχει βρει «στο σύνολό της» είναι ο σοσιαλισμός. Ως έμπειρος πεζογράφος, ο Φραγκιάς δεν παιανίζει τις ιδεολογικές θέσεις του καθιστώντας την πρόθεση της κομμουνιστικής στράτευσης εμφανή, πράγμα που θα κατέστρεφε το μυθιστόρημά του. Αφήνει μόνο διφορούμενους υπαινιγμούς. Και αυτός είναι ο λόγος που απέφυγε μάλλον να βρεθεί στο μάτι του κυκλώνα της ενδοκομμουνιστικής διαμάχης. Σε κάθε περίπτωση, σήμερα εμείς διαβάζουμε ένα μυθιστόρημα που στα εξήντα χρόνια της ζωής του σφράγισε την ελληνική λογοτεχνία.

