Μια εκτεταμένη έρευνα των New York Times αποκάλυψε χθες ότι η κυβέρνηση του Ισραήλ διεξήγαγε πολυεπίπεδη, κρατικά χρηματοδοτούμενη καμπάνια επιρροής γύρω από τη Eurovision, μετατρέποντας τον διαγωνισμό σε εργαλείο ήπιας ισχύος σε μια περίοδο έντονης διεθνούς πίεσης λόγω του πολέμου στη Γάζα. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει η εφημερίδα, η ισραηλινή κυβέρνηση δεν περιορίστηκε σε επικοινωνιακή υποστήριξη, αλλά αξιοποίησε διπλωματικά δίκτυα, κρατικά κονδύλια και οργανωμένες καμπάνιες ψήφου για να διασφαλίσει τη συμμετοχή της χώρας και να ενισχύσει τη δημόσια εικόνα της, πρακτικές που έρχονται σε αντίθεση με το πνεύμα του διαγωνισμού, ο οποίος απαγορεύει την άμεση κυβερνητική εμπλοκή.
Η έρευνα δείχνει ότι ήδη από το φθινόπωρο Ισραηλινοί διπλωμάτες επικοινωνούσαν με ευρωπαϊκούς ραδιοτηλεοπτικούς φορείς, καθώς αρκετές χώρες ζητούσαν τον αποκλεισμό του Ισραήλ και απειλούσαν με μποϊκοτάζ του διαγωνισμού. Παράλληλα, οικονομικά αρχεία που εξετάστηκαν αποκαλύπτουν ότι το Ισραήλ δαπάνησε τουλάχιστον 1 εκατ. δολάρια για την προώθηση της συμμετοχής του, με σημαντικό μέρος των χρημάτων να προέρχεται από το γραφείο «hasbara» του πρωθυπουργού (ένας μηχανισμός κρατικής επικοινωνίας στο εξωτερικό, σύμφωνα με τους New York Times). Το 2024, στο Μάλμε, η ισραηλινή κυβέρνηση δαπάνησε, σύμφωνα με την εφημερίδα, περισσότερα από 800.000 δολάρια σε διαφημίσεις σχετικές με τη Eurovision.
Το ισραηλινό υπουργείο Εξωτερικών δεν απάντησε στα αιτήματα για δηλώσεις και σχόλια πάνω στην έρευνα της εφημερίδας, ενώ εκπρόσωπος του γραφείου του Ισραηλινού πρωθυπουργού Μπέντζαμιν Νετανιάχου ανέφερε στους New York Times ότι θα εξετάσει το ενδεχόμενο απάντησης, κάτι που όμως δεν συνέβη μέχρι τη δημοσίευση της έρευνάς τους χθες, Δευτέρα 11 Μαΐου. Από την πλευρά της Eurovision, ο διευθυντής Μάρτιν Γκριν δήλωσε ότι οι ενέργειες του Ισραήλ ήταν «υπερβολικές», αλλά δεν θεωρεί ότι επηρέασαν τη δεύτερη θέση που κατέλαβε η χώρα πέρυσι και πρόπερσι.
Ωστόσο, η έρευνα των NYT καταγράφει ότι η ισραηλινή συμμετοχή κέρδισε το κοινό σε χώρες όπου οι δημοσκοπήσεις δείχνουν έντονα αρνητική στάση απέναντι στο Ισραήλ, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις μερικές εκατοντάδες ψήφοι θα αρκούσαν για να ανατραπεί το αποτέλεσμα. Παρότι δεν υπάρχουν αποδείξεις πως το Ισραήλ χρησιμοποίησε παράνομα μέσα, όπως bots, οι διοργανωτές της Eurovision κράτησαν τα πλήρη στοιχεία της ψηφοφορίας μυστικά και δεν διερεύνησαν ποτέ εις βάθος την καμπάνια ψήφου που έκανε η ισραηλινή κυβέρνηση.
Αντιμέτωποι με αντιδράσεις από ευρωπαϊκούς ραδιοτηλεοπτικούς φορείς και ταυτόχρονα με πιέσεις από φιλοϊσραηλινές χώρες να μην αποκλειστεί το Ισραήλ, οι διοργανωτές, σύμφωνα με την εφημερίδα, υποβάθμισαν το θέμα και απέφυγαν να το δημοσιοποιήσουν. Συγκεκριμένα, όπως γράφει η έρευνα, προχώρησαν σε μια εσωτερική αξιολόγηση για το πώς βλέπουν οι ευρωπαϊκοί σταθμοί τη συμμετοχή του Ισραήλ και κράτησαν αυτή την έκθεση μυστική. Προκήρυξαν μάλιστα ψηφοφορία για το αν το Ισραήλ θα παραμείνει στον διαγωνισμό, αλλά την ακύρωσαν ξαφνικά και αποθάρρυναν τους σταθμούς από το να μιλούν με δημοσιογράφους. Ο διευθυντής της Eurovision Μάρτιν Γκριν δήλωσε ότι η Eurovision εισήγαγε νέους κανόνες στην ψηφοφορία επειδή είδε προωθητικές δραστηριότητες που δεν ταίριαζαν με τη φύση του διαγωνισμού. «Η ισραηλινή κυβέρνηση έχει οικειοποιηθεί τη Eurovision», δήλωσε στους New York Times ο Στέφαν Γιον Χάφσταϊν, πρόεδρος του Δ.Σ. του δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού φορέα της Ισλανδίας. Φέτος ο διαγωνισμός, που ξεκινάει αύριο με την ημιτελική φάση του, κλείνει τα 70 χρόνια του και βρίσκεται αντιμέτωπος με πολλές προκλήσεις, παρά το γεγονός ότι διατείνεται πως η πολιτική δεν έχει θέση σε αυτόν.

