Μια «Αντιγόνη-χωρίς-αιτία» με μπεμπεκισμό και δάκρυα

Μια «Αντιγόνη-χωρίς-αιτία» με μπεμπεκισμό και δάκρυα

Είναι απολύτως φυσιολογικό όταν στη μαρκίζα γράφει «Αντιγόνη» του Ζαν Ανούιγ, να θέλεις να τον βρεις και στην παράσταση. Oχι μόνο για να εννοούμε αυτά που λέμε

4' 52" χρόνος ανάγνωσης

Θέατρο Κιβωτός
«Αντιγόνη» του Ζαν Ανούιγ
Μετάφραση: Μάριος Πλωρίτης
Σκηνοθεσία: Γιώργος Κουτλής
Παίζουν: Ιωσήφ Αλί, Νίκος Αποστολόπουλος, Αθηνά Βαρνάβα, Νίκος Βλασάκης, Μαρίτα Γαγάνη, Αιμιλία Γιαννούκαρη, Βασίλης Δημητριάδης, Γιώργος Εξακοΐδης, Δανάη Καλούτσα, Ιλιάνα Καραπασιά, Αγνή Καρβουντζή, Ντέμη Κλεφτάκη, Ευαγγελία Κυργιώτη, Κωνσταντίνα Οικονόμου, Νεφέλη Παντερμαλή, Παναγιώτης 
Παυλίδης, Σοφιανός Πεσιρίδης, Μαργαρίτα Στραβουδάκη, Εύα Τζανακάκη, Γιάννης Χριστοφορίδης
Παραστάσεις έως 31 Μαΐου (Παρασκευή και Σάββατο στις 21.00, Κυριακή στις 20.00)
Πειραιώς 115, Αθήνα, τηλ.: 210-34.27.426

Είναι απολύτως φυσιολογικό όταν στη μαρκίζα γράφει «Αντιγόνη» του Ζαν Ανούιγ, να θέλεις να τον βρεις και στην παράσταση.

Oχι μόνο για να εννοούμε αυτά που λέμε. Αλλά και γιατί, ως συγγραφέας είναι τοποθετημένος πια στα ράφια χαμηλής κινητικότητας των βιβλιοθηκών κι όταν ένας σκηνοθέτης τον επιλέγει, ίσως διακρίνει κάτι διαφορετικό και φρεσκότερο από τα μέχρι τώρα διαγνωσμένα στο έργο του.

Ο Ανούιγ έγραψε την «Αντιγόνη» το 1942. Θεωρείται κείμενο καθαρών προθέσεων και «σκληρό». Το Παρίσι τότε το κακολογούσε. Αναρωτιόταν: ήταν πράγματι αυτή η Αντιγόνη μια ένδοξη αλληγορία της γαλλικής αντίστασης κατά των Γερμανών; Ή μήπως ήταν μια απλή «υπαρξίστρια», που, ακολουθώντας τη «φιλοσοφική μόδα», απέρριπτε τη βία και την κρίση ηθικών αξιών που έφεραν οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι; Κι έπειτα, γιατί, ο Ανούιγ επιμένει στην τόση επιείκεια προς τον πραγματισμό του Κρέοντα; Μήπως αναγνώριζε κάποιο δίκιο στην προδοτική κατοχική κυβέρνηση ή/και στον Γερμανό κατακτητή;

Το έργο καταξιώθηκε τελικά, επειδή ο Ανούιγ ήταν ευρηματικός σε θέματα σκηνικής αναπαράστασης. Εντυπωσίαζαν, ας πούμε, ο μονοπρόσωπος χορός και οι τολμηροί αναχρονισμοί – π.χ. τα ρούχα του τότε, αντί για αρχαιοπρεπείς χιτώνες.

Σημαντική θεωρήθηκε και η υπεραναλυτική επιχειρηματολογία των δραματικών προσώπων του. Ηξεραν καλά τι τους συνέβαινε και αναγνώριζαν ότι κρέμονταν από τις άκρες των τελεσιγράφων που απηύθυναν το ένα στο άλλο. Ωστόσο, το αξιόλογο αυτό στοιχείο οδηγούσε και σε μακρόταλες «τιράντες», που, κάποιες φορές, αντηχούν σαν φλυαρίες.

Η σπουδαιότερη καινοτομία του όμως εντοπίζεται στην ουσία του δράματος: αν ο Σοφοκλής προίκισε την Αντιγόνη του με τη δύναμη να αποδέχεται τον θάνατό της, ο Ανούιγ της χάρισε το σθένος να τον επιλέγει εκείνη.

«Αινίγματα» συνειδήσεως

Σήμερα, χωρίς καμία βιωμένη εμπειρία της χαλύβδινης απόγνωσης που προκάλεσαν στον κόσμο οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι, δεν κατανοούμε γιατί η Αντιγόνη του Ανούιγ λέει όχι και στον Κρέοντα και σε ολόκληρη την κοινωνία. Ούτε ερμηνεύουμε το γιατί αποζητά μόνο την απόλυτη αγνότητα. Κι ως εκ τούτου, δεν αποδέχεται προτάσεις εκχώρησης κάποιας ποσόστωσης της αγνότητάς της στον Κρέοντα. Αντ’ αυτού, προτιμά να πεθάνει με δική της απόφαση.

Αλλά ισχύει και ίσχυε περισσότερο τότε: όσα ζητήματα ηθικής τάξεως θέτει κάποιος όποτε προβαίνει σε μια «πράξη για λόγους συνειδήσεως» αποτελούν εντυπωσιακά «αινίγματα», ικανά να προκαλέσουν φοβερότερους εσωτερικούς διχασμούς απ’ ό,τι τα ζητήματα «πίστης στους άγραφους νόμους» που έθεσε ο Σοφοκλής.

Αυτό ο Ανούιγ το «ξεψαχνίζει» καλύτερα απ’ τον Σοφοκλή, επειδή, στην εποχή του αρχαίου μας, το άτομο και η συνείδησή του δεν αυτονομούνταν από τον άγραφο νόμο της ηθικής τάξης.

Αν ο Σοφοκλής προίκισε την Αντιγόνη του με τη δύναμη να αποδέχεται τον θάνατό της, ο Ανούιγ της χάρισε το σθένος να τον επιλέγει εκείνη.

Η Αντιγόνη του Ανούιγ είναι «πιο άτομο». Κρίνει, κατακρίνει και εξοργίζεται με την κοινωνία και με το σύστημα εξουσίας που την κυβερνά. Η εμπιστοσύνη της στον εαυτό της δεν έχει «ρηγματώσεις». Απευθύνεται σε όλους και στην εξουσία σαν να τους λέει: «Μου προκαλείτε μόνο αηδία, άρα υπάρχω».

Ολα τα παραπάνω στην παράσταση του Γιώργου Κουτλή διακρίνονται μεν, αλλά κάπως στρεβλωμένα. Κι ακόμα χειρότερα, σαν κάπως λιωμένα και συγκολλημένα.

Ο διαμοιρασμός των ρόλων σε πολλούς ηθοποιούς (βλ. οκτώ Αντιγόνες, τρεις Κρέοντες, δύο Αίμονες κ.λπ.) αντί να κάνει πιο εύληπτη την «υπεραναλυτική επιχειρηματολογία» του Ανούιγ προκαλεί την αίσθηση μιας εντελώς βραδύκαυστης εξέλιξης. Σαν να μην έφτανε αυτό, έχουν συγκολληθεί κι επιπλέον κείμενα που οδηγούν σε πλατειασμούς κι επαναλήψεις. Αν συνυπολογιστεί και το νεαρό της ηλικίας των ηθοποιών και ως εκ τούτου η συνεπαγόμενη σκηνική απειρία τους, μαζί με την όρεξή τους να τη συγκαλύψουν αυξάνοντας «ενέργεια», το όλον οδηγεί σε μια κακοφωνία.

Υπάρχουν όμως και πιο λαμπερές-κακές στιγμές. Για παράδειγμα, η ηθοποιός που μάλλον παίζει μόνη της τον χορό (που, στην αρχή, ενώ συστήνει όλους τους άλλους, δεν αυτοσυστήνεται) λέει τα λόγια της με μια χοντροκομμένη οίηση και βαδίζει με το βήμα της χήνας, χωρίς αυτά τα δύο καθοριστικά στοιχεία της παρουσίας της στη σκηνή να φανερώνουν κάποια σκοπιμότητα. Το κενό που παράγεται δεν καλύπτεται από την όμορφη φωνή και την καλή άρθρωσή της. Οσο για τον ηθοποιό που του ανατέθηκε ο ρόλος του σκύλου, μόνο μια ευχή υπάρχει: να μην του ξανατύχει να παγιδευτεί ξανά σε φόρμα υπερβολικά απλοϊκή και χαζοχαρούμενη ακόμα και για παράσταση νηπιαγωγείου. Ωστόσο, ο ίδιος κερδίζει τις εντυπώσεις με μια πολύ κωμική πτώση (εκ λιποθυμίας, υποτίθεται, επειδή πληροφορήθηκε ότι αυτός ήταν που ως φρουρός συνέλαβε την «πριγκίπισσα» Αντιγόνη). Γενικότερα, το κωμικό στοιχείο αναδύεται στην παράσταση, αλλά είναι άκαιρο και ασυναρμολόγητο με το πριν και το μετά του. Οπότε δείχνει σαν άχαρος εξυπνακισμός. Αντίστοιχα, η σκηνή του Αίμονα με την Αντιγόνη, σαν να μην έφτανε ότι ήταν αστοχία του ίδιου του Ανούιγ, στην παράσταση παίζεται με σαλιαρίσματα και βαρελάκια πάνω στο ξανθό φυτόχωμα κηπουρικής του –μπεμπέ επίσης– σκηνικού κι έτσι, εξανεμίζεται κάθε πιθανότητα να την πάρει κάποιος στα σοβαρά.

Σαν Αμις στη Γαύδο

Η ενδυματολογική προσέγγιση δεν είναι πολύ καλύτερη. Οι Αντιγόνες θυμίζουν μέλη της κοινότητας των Αμις σε ολιγοήμερες διακοπές στη Γαύδο, οι Κρέοντες είναι ντυμένοι σαν παίκτες του κρίκετ στο Κέμπριτζ, η Ισμήνη σαν σεμνή κολλεγιοκορασίς επί Ντουάιτ Αϊζενχάουερ και οι φρουροί σαν γυψοσανιδάδες που παίζουν ΚΙΝΟ, σε πρακτορείο ΟΠΑΠ, στου Γκύζη.

Ολα αυτά καθιστούν την παράσταση καλτ.

Και ως καλτ πιθανόν να αρέσει.

Ομως, το καλτ δεν επαρκεί για να συγκαλύψει το κενό ουσίας.

Υπάρχει και σήμερα πολλή απόγνωση, αλλά διαφορετική από εκείνη της εποχής του Ανούιγ. Στην παράσταση αποδίδεται κυρίως ως ανεκρίζωτα κατάλοιπα εφηβείας. Οπως κι αν έχει όμως είναι μια απόγνωση «στείρα». Λόγω ναρκισσιστικού υποβάθρου. Του καταλληλότερου για να παράγει «Αντιγόνη-χωρίς-αιτία».

Βέβαια, αν η παράσταση αυτή –ακόμη και με το καλτ της– είχε το θάρρος να παραδεχτεί κάτι τέτοιο, θα αποκτούσε ιστορική σημασία.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT