Ερείπιο με κατάντησες χάρη στη θέλησή μου

Η παραιτημένη από κάθε αξίωση από τη ζωή. Η αδυσώπητη με τον εαυτό της και τους άλλους. Η ηρωίδα της Λούλας Αναγνωστάκη με τ’ όνομα Σοφία Αποστόλου – υπαινικτικό εξ ομοηχίας. Η διαρκώς κατάπληκτη απ’ τα δεινά στο διάβα της

4' 54" χρόνος ανάγνωσης

Θέατρο Ψυρρή
«Ο ΟΥΡΑΝΟΣ ΚΑΤΑΚΟΚΚΙΝΟΣ
στον γαλαξία της Αναγνωστάκη»
Βασισμένο στον θεατρικό μονόλογο της Λούλας Αναγνωστάκη «Ο Ουρανός 
Κατακόκκινος».
Δραματουργία – σκηνοθεσία – ερμηνεία: Ρούλα Πατεράκη
Μουσικός επί σκηνής ο Βάιος Πράπας
Σκηνογραφία: Ελίνα Λούκου
Κοστούμι: Νίκος Χαρλαύτης
Φωτισμοί: Γιάννης Δρακουλαράκος
Βοηθός σκηνοθέτης: Ευανθία Κουρμούλη
Επιστημονική σύμβουλος δραματουργίας: Δηώ Καγγελάρη
Βίντεο: Ναταλία Παπαδοπούλου
Παραστάσεις: Πέμπτη έως Κυριακή, στις 21.00
Διάρκεια: 90΄ 
Γενική είσοδος: 18 €
Σαχτούρη 4, Αθήνα 105 54 (Ψυρρή)
Τηλέφωνο: 211-10.00.365

Η παραιτημένη από κάθε αξίωση από τη ζωή. Η αδυσώπητη με τον εαυτό της και τους άλλους. Η ηρωίδα της Λούλας Αναγνωστάκη με τ’ όνομα Σοφία Αποστόλου – υπαινικτικό εξ ομοηχίας. Η διαρκώς κατάπληκτη απ’ τα δεινά στο διάβα της. Αλλά και βέβαιη ότι εκείνη δεν θα ανέκοπτε την ορμή τους. Αυτή, που ζει ξένη πια προς ό,τι αναγνώριζε ως ιδανικό εαυτό της. Και ξένη προς όσα έζησε, τα οποία αφηγείται σαν να μην την αφορούν. Σαν να συνέβαιναν σε άλλη. Και σαν η «αυτομαστίγωσή» της τώρα να μην προξενεί επιπρόσθετους τραυματισμούς. Ο θεατής σαστίζει με την κωμική διάσταση της αφήγησης. Μπορεί και να καγχάσει. Ή να τα θεωρήσει όλα δικά της ψέματα για να εξιλεωθεί προς εαυτόν, επειδή δεν αντιστέκεται στη βύθισή της στο αλκοόλ. Ωστόσο, σε αυτό το ανέβασμα του έργου, η εκδοχή της μυθοπλασίας μιας αλκοολικής απορρίπτεται μόλις εκείνη μιμείται ως βορβορώδη και αφόρητη τη φωνή του γιου της. Εκεί συγκινείται ο θεατής (χωρίς να παύει να καγχάζει).

«Γερόντιο»

«Here I am an old woman in a dry month». Μία απ’ τις πρώτες φράσεις που λέει η Σοφία Αποστόλου. Προσαρμογή σε γένος θηλυκό, ενός στίχου του περίφημου ποιήματος του Τ. Σ. Ελιοτ «Γερόντιο». Σε εξωφρενικά ελεύθερη μετάφραση θα έλεγε: «Να ‘μαι, εδώ, μια γραία, που διανύει ένα μήνα αποχής απ’ τ’ αλκοόλ». Πίνοντας ουίσκι.

Πρόκειται για ποίημα σαν θεατρικό μονόλογο, όπου καταμετρούνται μία προς μία οι ψευδαισθήσεις ευδαιμονίας που διέλυσε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Οι αναλυτές συγκλίνουν στο ότι κεντρικό αντικείμενό του είναι η Ιστορία, όπως την αντιλαμβανόμαστε μέσω της εξέλιξης και της αναδιαμόρφωσης της πραγματικότητας που βιώνουμε. Δηλαδή, ως κυρίαρχη δύναμη, που γεννούν τα γεγονότα και είναι βίαιη και καταστροφική. Ομως και άλλο τόσο απόκρυφη, ως εάν την όριζε κάποια μυστικιστική ροπή προς το υπερβατικό. Με άλλα λόγια, το «Γερόντιο» του Ελιοτ αναφέρεται στην Ιστορία με τον τρόπο που γίνεται φιλοσοφικά ή υπαρξιακά κατανοητή: ως η αίσθηση που προκαλεί μια επίδραση –μια απροσδόκητη δραστικότητα- ικανή να κλονίσει και να παραλύσει τα πάντα. Οπως συνέβη στην Ευρώπη, που στο τέλος του Μεγάλου Πολέμου είχε οδηγηθεί στην πολιτισμική κατάρρευση, στην ηθική ασθένεια και στην απόγνωση.

Στη δική μας καθημερινότητα, το «Γερόντιο» του Ελιοτ βρίσκει αντικρίσματα και στην προσωπική ιστορία καθενός. Η διαφορά είναι ότι, αντί να καταρρέει μια ήπειρος, καταρρέει ο καθένας μόνος του – πόσο μάλλον η Σοφία Αποστόλου, η παραιτημένη κάθε απόπειρας υπεράσπισης του εαυτού της, ενάντια σε όσα της φέρνει η ζωή.

Η Λούλα Αναγνωστάκη έχει συνδέσει τη Σοφία Αποστόλου με τη γενιά που γεννήθηκε στον Μεσοπόλεμο. Και που, μετά το 1945, πίστευε ότι ήταν στο χέρι της να αλλάξει τη ζωή και την κοινωνία. Και συνέχισε έτσι ανυποψίαστη, καθότι εκλάμβανε τα σημεία ως τέρατα και γι’ αυτό τα παράβλεπε. Μέχρι που, θαμπωμένη καθώς ήταν εξαρχής από την ουτοπία, αντίκρισε ξαφνικά τη νέα εποχή να έχει φτάσει, με σύμβολό της την πτώση του Τείχους του Βερολίνου. Κι έτσι, να κατοχυρώνεται ότι η ροή των πραγμάτων προσπέρασε και ματαίωσε τη γενιά που πίστεψε ότι θα όριζε τη ροή των πραγμάτων.

Στο τωρινό ανέβασμα του έργου με την κυρία Ρούλα Πατεράκη, που σκηνοθετεί και πρωταγωνιστεί, η πολιτική πτυχή του φορτίζεται και διανθίζεται με στοιχεία συναισθητικής δράσεως. Στο κεφάλι της Σοφίας Αποστόλου, οι άνεμοι της μνήμης της στροβιλίζονται κατά ριπές, μήπως και διαλύσουν την εκεί ομίχλη. Η ίδια δεν βγάζει γενικό συμπέρασμα ικανό να δικαιολογεί στον εαυτό της το ότι κοκαλώνει απ’ το ποτό, σε νοικιασμένο διαμέρισμα, ευρισκόμενο σε κατάσταση ταπεινωτικής αποσύνθεσης.

Η Λούλα Αναγνωστάκη έχει συνδέσει τη Σοφία Αποστόλου με τη γενιά που γεννήθηκε στον Μεσοπόλεμο. Και που, μετά το 1945, πίστευε ότι ήταν στο χέρι της να αλλάξει τη ζωή και την κοινωνία.

Αντιθέτως, η αφήγησή της φανερώνει ότι βαραίνουν για εκείνη το ίδιο πολύ οι αναφορές της στο αθηναϊκό θέατρο των τελευταίων πέντε δεκαετιών, με τις οποίες διανθίζει τον πολιτικό άξονα του έργου και την έννοια του ξεπεσμού.

Είναι αξιοθαύμαστο πώς αυτές οι αναφορές «ακουμπούν» στο κείμενο της Λούλας Αναγνωστάκη σαν λευκά πουπουλάκια πάνω σε χιόνι.

Η Πατεράκη κάθεται στην μπροστινή αριστερή γωνία της σκηνής σε μια άνετη πολυθρόνα, δίπλα σε χαριτωμένο τραπεζάκι, που αμφότερα είναι περασμένης μόδας και σύμβολα του τότε με τις «πλούσιες» ώρες της Σοφίας Αποστόλου. Η πολυθρόνα κοιτάζει προς τη διαγωνίως απέναντι γωνία της σκηνής. Για να απευθυνθεί η ηθοποιός στο κοινό ανασηκώνει κάθε τόσο την πλάτη της απ’ αυτήν και στρέφεται προς την πλατεία. Μοιραία δείχνει σαν να απευθύνεται στον «τέταρτο τοίχο» της σκηνής. Και το να απευθύνεσαι σε έναν τοίχο (έστω και νοητό) υπογραμμίζει μια ματαιότητα της αφήγησης. Η υπόλοιπη σκηνή δείχνει «ξυρισμένη» από τάγματα κρουστικών δραπάνων.

Οι «αναμονές»

Είναι ενδιαφέρουσα η σκηνογραφική λεπτομέρεια με τις μπετονένιες κολόνες, από τις οποίες εξέχουν μπετόβεργες ως «αναμονές» για πανωσήκωμα. Υποβάλλουν την ιδέα ότι όλα συμβαίνουν σε έναν επόμενο χρόνο, όταν το διαμέρισμα θα ετοιμάζεται για άλλο κάτοικό του. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η ενδυματολογική προσέγγιση με ένα φόρεμα που δείχνει «λυσίκομο», καθώς οι τέσσερις κατακόρυφες διακοσμητικές φάσες του κινούνται σαν ξέπλεκες κοτσίδες μαλλιών, που από την αρχαιότητα ακόμη θεωρούνταν σύμβολο πένθους.

Το να υπογραμμίσει κάποιος ότι η Πατεράκη είναι άψογη στον ρόλο είναι πλεονασμός, γιατί η Πατεράκη δεν έχει κακές στιγμές στη σκηνή.

Ας σημειωθεί, ωστόσο, ότι ο «Ουρανός Κατακόκκινος» είναι ένας μονόλογος που με ένα τίποτα –με έστω κι ένα δάκρυ παραπάνω– μπορεί να γλιστρήσει και να βρεθεί στο «λαγούμι» της ηθογραφικής μεμψιμοιρίας. Ενώ το σωστό και το πραγματικά σπαρακτικό είναι αυτό που παίζει η Πατεράκη και που έγραψε η Λούλα Αναγνωστάκη: το να συνειδητοποιείς ότι η ζωή σου και μαζί ο εαυτός σου έφυγαν μέσα από τα χέρια σου, επειδή δεν έφερες την παραμικρή αντίσταση στα γεγονότα και ούτε ξέρεις γιατί υπήρξες τόσο αμέριμνος και παθητικός.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT