Το «καραόκε» της δεκαετίας του 1920

Δεν είναι ένα τυπικό βιβλίο ποίησης, είναι, μολαταύτα, βιβλίο γεμάτο στίχους

3' 18" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

ΑΡΓΥΡΗΣ ΜΠΑΚΙΡΤΖΗΣ, ΤΟΤΑ ΕΥΛΑΒΗ
«Τραγούδια της πιανόλας»
Ερευνα – επιμέλεια: Νίκος Διονυσόπουλος
Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2025 
σελ. 64

Δεν είναι ένα τυπικό βιβλίο ποίησης, είναι, μολαταύτα, βιβλίο γεμάτο στίχους. Στίχοι 19 τραγουδιών από οπερέτες του ελληνικού Μεσοπολέμου, έπειτα από έρευνα του επιμελητή μουσικών εκδόσεων Νίκου Διονυσόπουλου, δημοσιεύονται στην υπό συζήτηση καλαίσθητη έκδοση. Περιλαμβάνονται αφίσες από τις παραστάσεις της εποχής, παρτιτούρες, προπάντων ένα CD, όπου ο ιδιόρρυθμος δημοφιλής μουσικός Αργύρης Μπακιρτζής, των «Χειμερινών Κολυμβητών», συνοδευόμενος από την ερασιτέχνη αοιδό Τότα Ευλαβή, αποδίδει με τον πάντα αιρετικό τρόπο του τα κομμάτια με συνοδεία πιανόλας. Η πιανόλα είναι, άλλωστε, η αφορμή για τη δημοσίευση. Η ανακάλυψη κάποιων διάτρητων χάρτινων ρολών (piano-rolls) «στο πλυσταριό ενός παλιού σπιτιού στο κέντρο της Αθήνας», όπως αναφέρει στην εισαγωγή του ο Διονυσόπουλος, πυροδότησε την περιπέτεια της ενασχόλησής του με το όργανο της μηχανικής αναπαραγωγής, που, όπως γράφει, δημιούργησε συνθήκες πρώιμου καραόκε, για τις ανάγκες της συντροφιάς και της διασκέδασης τη δεκαετία του ’20.

Ολα αυτά ενδιαφέρουν τους μουσικολόγους και τους ιστορικούς· μα ο κοινός αναγνώστης θα αντιληφθεί, διαβάζοντας τους στίχους (και ακούγοντας τα τραγούδια), να αναδύεται μια χαμένη Ατλαντίδα του νέου ελληνικού πολιτισμού. Οταν αναφερόμαστε σε στίχους τραγουδιών με αυτοτελή αξία, πέραν της μελοποίησης, ο νους μας πάει είτε στο δημοτικό τραγούδι είτε στη μελοποιημένη ποίηση, ενώ σε έναν θρόνο προορισμένο μονάχα για τον ίδιο, απολαμβάνει τον σεβασμό η μεταιχμιακή μορφή του Γκάτσου. Τελευταία, μετά και τη βράβευση ως ποιητή του Ντίλαν με το Νομπέλ, κερδίζουν την προσοχή μας οι στίχοι του Σαββόπουλου, της Κριεζή και άλλων, ως λόγος που, πέρα από τη μουσική, αξίζει το ενδιαφέρον μας.

Τι αξίζουν ειδικά οι στίχοι της μεσοπολεμικής αθηναϊκής οπερέτας, ώστε να δικαιολογείται η δημοσίευσή τους ως πλήρη κείμενα στην έκδοση που συζητάμε εδώ; Η απάντηση στο ερώτημα υποβάλλεται περισσότερο, παρά απαντιέται ρητά στα σύντομα σημειώματα που περιλαμβάνονται στην έκδοση. Θέλω να πω ότι ενώ ο Διονυσόπουλος προτιμά να μας συστήσει την ίδια την πιανόλα· ενώ ο Μπακιρτζής περιορίζεται να μας κλείσει λίγο ενοχικά το μάτι για την ασυνήθιστη έλξη που ασκεί επάνω του το συγκεκριμένο είδος («μου άρεσε να τραγουδώ και ελαφρά τραγούδια, παρότι η ιδεολογική και αισθητική μου προτίμηση έγερνε σαφώς προς τα ρεμπέτικα»), η έκδοση, εντέλει, είναι εκ των πραγμάτων προπάντων οι στίχοι των 19 τραγουδιών και το CD, ενώ η αναφορά των ονομάτων στο εξώφυλλο προκαλεί και μια κάποια σύγχυση για το ποιος-κάνει-τι στο βιβλίο. Δικαιούμαστε να διατυπώσουμε εντυπώσεις για λογαριασμό του κοινού αναγνώστη – ακροατή.

«Πόσο σ’ έχω συμπαθήσει», είναι ο τίτλος του πρώτου στη σειρά της δημοσίευσης τραγουδιού, από τη θρυλική οπερέτα «Οι Απάχηδες των Αθηνών». Τη μουσική έγραψε ο συνθέτης Νίκος Χατζηαποστόλου, που το άγαλμά του κοσμεί την πλατεία Φιλομούσου Εταιρείας στην Πλάκα, χαμένο όμως πίσω από τραπεζοκαθίσματα. Τους στίχους έγραψε ο ίδιος μαζί με τον Γιάννη Πρινέα. Αυτό το «συμπαθήσει» προκαλεί αμέσως ένα ευχάριστο παραξένισμα: ενώ πρόκειται για τραγούδι ερωτικού πάθους, η επιλογή του ρήματος μοιάζει να θέλει να κρατήσει τα πράγματα υπό έλεγχο, είτε χάριν ευπρεπείας είτε υπηρετώντας ένα συγκεκριμένο αστικό στυλ της εποχής είτε –το πιθανότερο– και για τα δύο, σε διαλεκτική σχέση μεταξύ τους: «Πόσο σ’ έχω συμπαθήσει,/ αχ, αυτή η ματιά/ το μυαλό μου έχει ζαλίσει/ και μου άναψε φωτιά». Ερχεται κατόπιν το «Τραγούδι της λατέρνας» να βάλει άλλο ένα σημαντικό κομμάτι στο παζλ, κι έτσι η αστικότητα του «συμπαθήσει» συμπληρώνεται με τη λαϊκότητα του άστεως, όπως την υποστασιοποιεί η λατέρνα: «Μόνο μες στην ταβέρνα μου φεύγει το μεράκι/ σαν αρχινά η λατέρνα να παίζει το βαλσάκι». Να, λοιπόν, μια ελληνική λαϊκότητα που αναφέρεται στο βαλς! Αλλά η εικόνα συμπληρώνεται και κορυφώνεται με το «Τρίβε-τρίβε», από την οπερέτα «Γλυκιά Νανά»! Ο κλασικός του είδους Θεόφραστος Σακελλαρίδης ευθύνεται για τη μουσική και τους στίχους, που εκπλήσσουν με την τολμηρή τους σεξουαλικότητα: «Αχ, έλα, τα νεφρά μου λίγο τρίψε/ έλα ξεκούμπωσέ μου ετούτο το κορσάζ/ Αμέσως κάνω γρήγορα και σκύψε/ ένα γερό να σου πατήσω εγώ μασάζ». Να λοιπόν που οι στίχοι μάς δείχνουν μια μεσοπολεμική Αθήνα εκμοντερνισμένη με όρους ποπ και όχι ελίτ! Είναι φανερό, ήδη από τους στίχους που παραθέσαμε, ότι ελάχιστα γνωρίζουμε γι’ αυτήν.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT