Οσο κι αν προσπαθεί η Κατερίνα Ευαγγελάτου να προφέρει το όνομα της Λυσιστράτης στα κινεζικά, κάπου η γλώσσα της σκαλώνει και γελάμε. Δεν είναι εύκολο. «Η κινεζική γλώσσα έχει πολύ ειδικούς επιτονισμούς, προφέρεις την ίδια λέξη με ανεπαίσθητες ηχητικές διακυμάνσεις και αίφνης το νόημά της αλλάζει εντελώς», λέει. Εχει λίγες μέρες που η σκηνοθέτις επέστρεψε στην Ελλάδα από την Κίνα όπου ανέβασε τη «Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη στη Σαγκάη, στο Eθνικό Θέατρο Shanghai Dramatic Arts Centre, μια συμπαραγωγή με το Hong Kong Arts Festival, σε μια εποχή που οι ελληνοκινεζικές σχέσεις έχουν αποκτήσει μια άλλη δυναμική. Για την Ευαγγελάτου ήταν η τρίτη φορά που ταξίδευε στην Κίνα για το θέατρο. Το 2024 παρουσίασε μια site specific performance στο Φεστιβάλ Aranya κοντά στο Πεκίνο, ενώ το 2025 τον «Ιππόλυτο» του Ευριπίδη στο Φεστιβάλ του Χονγκ Κονγκ, μια συμπαραγωγή του Εθνικού Θεάτρου με το Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, με ελληνικό θίασο. Αυτή τη φορά όμως θα δούλευε με έναν θίασο 18 Κινέζων ηθοποιών για να παρουσιάσει μια Λυσιστράτη που θα καλούσε τις γυναίκες της Αθήνας και της Σπάρτης σε σεξουαλική αποχή για τη σύναψη ειρήνης. Για να μη χαθούν στη μετάφραση και τους επιτονισμούς, η Λυσιστράτη έγινε «Lisy», η Καλονίκη ακούστηκε ως «Kalo» και ο Κινησίας άλλαξε σε «Γιάννης (είναι πια διεθνές το όνομα) – Genshuo», που στα κινεζικά θα πει «μεγάλο», μια σαφέστατη αναφορά στο «πρόβλημα» που εμφανίζεται στον αριστοφανικό χαρακτήρα από την πολυήμερη αποχή από το συζυγικό κρεβάτι. Γιατί όμως Αριστοφάνης στην Κίνα; Η Κατερίνα Ευαγγελάτου μοιράζεται με την «Κ» τις σημειώσεις της από την γέννηση της ιδέας μέχρι την πρεμιέρα της Λυσιστράτης στη Σαγκάη στις 11 Απριλίου. -Σ.Ι.
«Κατά τη διάρκεια των συζητήσεών μου με τους υπεύθυνους των δύο οργανισμών, του Eθνικού Θεάτρου Shanghai Dramatic Arts Centre και του Hong Kong Arts Festival, το 2024, αντιλήφθηκα ότι ενώ γνώριζαν ορισμένα από τα γνωστότερα έργα του αρχαίου δράματος, για παράδειγμα τη Μήδεια και τον Οιδίποδα, η αρχαία κωμωδία αποτελούσε έδαφος σχεδόν ανεξερεύνητο. Ετσι ξεκίνησα να τους μιλάω για τη “Λυσιστράτη”, ορμώμενη ταυτόχρονα και από μια δική μου εσωτερική ανάγκη, να πάρω μια ανάσα αριστοφανικής απελευθέρωσης. Ομολογώ ότι στην αρχή δίστασα –θεώρησα ότι το ειδικό περιβάλλον της Κίνας ίσως δεν θα μπορούσε να κατανοήσει και να απολαύσει το έργο, ιδιαιτέρως λόγω της ανοιχτής συζήτησης για τη σεξουαλικότητα, που στην κινεζική κουλτούρα αποτελεί ταμπού–, αλλά στην πορεία οι συζητήσεις άρχισαν να αποκαλύπτουν τη μεγάλη δυναμική που θα αποκτούσε το έργο μέσα σε ένα τέτοιο κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον. Αυτό λίγο με προβλημάτισε. Λέω, ωχ τώρα, βρε παιδάκι μου, το κοινό από κάτω θα γελάει ή θα λένε “Παναγία μου, γιατί πιάνονται αυτοί;”. Αλλά τελικά όχι, δεν ήταν αυτό, γιατί το αρχικό μου ένστικτο ήταν το σωστό. Δημιουργήσαμε ένα άλλο σύμπαν, έναν σουρεαλιστικό κόσμο όπου όλα επιτρέπονταν. Και με αυτόν τον κώδικα οι ηθοποιοί μπορούσαν να τολμήσουν και πράγματα που δεν θα τα έκαναν φορώντας ένα συμβατικό κοστούμι και με ένα πιο ρεαλιστικό παίξιμο».

Κομμώτρια στην Ακρόπολη
«Πρόκειται για διασκευή, που όμως ως ιστορία δεν διαφέρει πολύ από το πρωτότυπο αριστοφανικό έργο. Η δική μου Λυσιστράτη είναι κομμώτρια – έχει ένα κομμωτήριο δίπλα στην Ακρόπολη. Οι χώροι αυτοί από τα αρχαία χρόνια και σε πολλούς πολιτισμούς λειτούργησαν ως εξομολογητήρια, ως κέντρα διαλόγου και ασφαλούς ανταλλαγής απόψεων και συμβουλών. Η ιδέα μού γεννήθηκε όταν, διαβάζοντας για την Ιστορία της σύγχρονης Κίνας, έμαθα ότι τη δεκαετία του 1950 δημιουργήθηκε ένα ιδιότυπο κίνημα όπου οι γυναίκες έκοβαν κοντά και έκαναν περμανάντ στα μαλλιά τους, για να πάνε κόντρα στα πρότυπα της παραδοσιακής αισθητικής, που επέτασσε ολόισια μακριά κόμη! Γράφτηκαν δύο νέες σκηνές, αφαιρέθηκαν άλλες, καθώς και κάποιες αναφορές σε πολιτικά πρόσωπα της αρχαίας Αθήνας και οι πολλές αναλυτικές περιγραφές των τότε συνθηκών γύρω από τον Πελοποννησιακό πόλεμο, που δεν σημαίνουν τίποτα για τον σύγχρονο Κινέζο θεατή. Ζητήματα γυναικείας ενδυνάμωσης και φεμινισμού που απασχολούν πολύ την κοινωνία της Κίνας, ιδιαιτέρως στη Σαγκάη, ενισχύθηκαν και αναδείχτηκαν με νέο τρόπο, δημιουργώντας ιδιαίτερη αίσθηση, ενώ πυροδότησαν έντονα τον δημόσιο διάλογο.
Γράφτηκαν δύο νέες σκηνές, αφαιρέθηκαν άλλες που δεν σημαίνουν τίποτα για τον σύγχρονο Κινέζο θεατή, όμως η επαναστατική αριστοφανική ιδέα για τη μέθοδο παύσης του πολέμου παρέμεινε αυτούσια. Χωρίς αυτήν δεν υπάρχει έργο.
Είναι αυτονόητο ότι αυτή η επαναστατική αριστοφανική ιδέα για τη μέθοδο παύσης του πολέμου παρέμεινε αυτούσια στο δικό μας κείμενο. Χωρίς αυτήν δεν υπάρχει έργο. Για να μπορέσει όμως το κοινό να αντιληφθεί σε βάθος πόσο τολμηρός είναι εδώ ο ποιητής, τι σημαίνει αυτό το “πραξικόπημα” μέσα στο πλαίσιο της αρχαίας αθηναϊκής δημοκρατίας και μέσα σε έναν πολυετή πόλεμο με τη Σπάρτη, συνθέσαμε έναν πρόλογο πολύ αστείο, τον οποίο σε ύφος stand up comedy ερμηνεύει η πρωταγωνίστρια μπροστά από την αυλαία. Γενικά καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης χρησιμοποιήσαμε πολύ την απεύθυνση στο κοινό – με εκρηκτικά αποτελέσματα! Κάτι πολύ σημαντικό για τη δική μας διασκευή ήταν η σκηνή του φινάλε – εκεί αναποδογύρισα το ευτυχισμένο τέλος του Αριστοφάνη, δημιουργώντας μια σκοτεινή, δυσοίωνη σκηνή γύρω από το κορίτσι που έπαιζε τον ρόλο της Συμφιλίωσης. Μια σκηνή σχεδόν ανθρωποφαγική, καθώς οι δύο αντίπαλοι διαπραγματεύονταν για την ειρήνη. Αυτό για εμάς ήταν η λύση όλης της ιστορίας και η αποκάλυψη της αληθινής φύσης του ανθρώπου».

Οι Κινέζοι και το σεξ
«Το έργο έχει πολλές λεκτικές αναφορές στο σώμα γιατί από ένα σημείο και πέρα όποιος άνδρας εμφανίζεται υποφέρει από τη στύση του και γενικά η παράσταση αποκτά μια άλλη σωματικότητα. Οπότε δουλέψαμε σωματικά πάρα πολύ, βγάλαμε κάποιες λέξεις που φαινόντουσαν περιττές ή κακόγουστες – σε σχέση π.χ. με το μέγεθος των γεννητικών οργάνων. Αυτές οι συζητήσεις είναι έξω από την κουλτούρα τους. Ακόμη και στη σύγχρονη Κίνα κανείς δεν μιλάει γι’ αυτά – όχι μόνο από σκηνής, εννοώ και μέσα στις παρέες. Είναι λαός με μεγάλη συστολή, που σοκάρεται βαθιά και ενοχλείται με την ελεύθερη αναφορά στο σώμα, στις ορμές και στην ερωτική πράξη.
Με τις συνεργάτιδές μου Εύα Μανιδάκη και Βασιλική Σύρμα πλάσαμε ένα σκηνικό σύμπαν με αναφορές στην αρχιτεκτονική της δεκαετίας του 1970, αλλά και τα shopping malls που είναι πολύ δημοφιλή στην Κίνα. Για τα κοστούμια ήξερα από νωρίς ότι ήθελα να έχουν όγκο και να αποτελούν γλυπτικά στοιχεία. Η έρευνα της Βασιλικής μάς οδήγησε στον συνδυασμό των πτυχώσεων – όπως αυτές εμφανίζονται στην αρχαία ελληνική αρχιτεκτονική και στο ένδυμα, αλλά και στις κινεζικές βεντάλιες. Ολα αυτά τα στοιχεία συνδέθηκαν με την καθοριστική συμβολή της χορογραφίας (Πατρίσια Απέργη) και της μουσικής (Αλέξανδρος Δράκος Κτιστάκης). Ειδικά για τη μουσική (μπορείτε να την ακούσετε σε όλες τις γνωστές ψηφιακές πλατφόρμες) έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον το γεγονός ότι ένα μέρος της ηχογραφήθηκε στην Αθήνα με Ελληνες μουσικούς και ένα μέρος της στην Σαγκάη, όπου προσθέσαμε ένα κουαρτέτο εγχόρδων. Οι δεκαοκτώ ηθοποιοί τραγουδούσαν ζωντανά στην παράσταση.
Μέσα στο έργο μιλήσαμε ανοιχτά για την ισότητα των δύο φύλων, τη γυναικεία κακοποίηση και την ενδυνάμωση της θέσης της γυναίκας στη σύγχρονη Κίνα. Αυτό ήταν κάτι απρόσμενο για το κοινό. Ακούσαμε πολύ επαινετικά σχόλια που τέτοια θέματα θίχτηκαν ανοιχτά στην παράσταση, σε μια εποχή πολύ δύσκολη για τις γυναίκες παγκοσμίως. Πολλοί θεατές μάς περίμεναν στο φουαγιέ να συνομιλήσουμε, να φωτογραφηθούμε και να τους υπογράψουμε αυτόγραφα στα ημερολόγια που διατηρούν, είτε πάνω στο πρόγραμμα και το εισιτήριο της παράστασης – κάτι που συνηθίζεται στην Κίνα, αν μια παράσταση αρέσει. Φυσικά, υπήρξαν και αυτοί που σοκαρίστηκαν με τη θεματολογία».

Ο πρώτος μας Αριστοφάνης
«Οι ηθοποιοί δεν είχαν καμιά εξοικείωση με τη δραματουργία του Αριστοφάνη, αλλά ούτε και με τα γνωστά στυλ της δυτικής κωμωδίας, είτε μιλάμε για commedia dell’ arte είτε για τους Μonty pythons είτε για την παράδοση του κλόουν-τσίρκου ή το slapstick. Το γεγονός αυτό, αν και μας δυσκόλεψε στην αρχική επικοινωνία, εν συνεχεία λειτούργησε ως ένας μοχλός για τη δημιουργία –μέσα στο πλαίσιο των δοκιμών– ενός άτυπου εργαστηρίου για την κωμωδία και τους τρόπους της.
Μιλήσαμε ανοιχτά για την ισότητα των φύλων και την ενδυνάμωση της θέσης της γυναίκας στη σύγχρονη Κίνα. Ηταν κάτι απρόσμενο για το κοινό. Ακούσαμε πολύ επαινετικά σχόλια που τέτοια θέματα θίχτηκαν ανοιχτά στην παράσταση.
Βλέπω ότι γενικώς και όσο περνάνε τα χρόνια ο Αριστοφάνης γίνεται όλο και πιο δυσεύρετος. Νομίζω ότι τις νεότερες γενιές, τους κάτω των 30, δεν τους ενδιαφέρει πολύ το συγκεκριμένο είδος. Μπορεί να θέλουν να διασκευάσουν την Αντιγόνη ή τον Προμηθέα με τον δικό τους τρόπο, αλλά νομίζω με τον Αριστοφάνη υπάρχει μια αμηχανία και δεν είναι κακό αυτό. Είναι ένας παράξενος συγγραφέας. Εμένα ο πρώτος μου Αριστοφάνης έγινε στην Κίνα, για παράδειγμα. Δηλαδή τόσα χρόνια δεν είχα κάνει ποτέ. Φαντάσου. Εχει πλάκα».

