Την κατάργηση των ορίων ανάμεσα στο αφηγηματικό θέατρο και στην πολυφωνική μονολογική δραματική φόρμα επιτυγχάνουν δύο σημαντικές παραστάσεις των σκηνοθετών Μαριάνο Πενσότι και Τάσου Πετρίτση σε δύο έργα διαφορετικής δραματουργικής υφής, αλλά πολύ συγγενικά μεταξύ τους στο πεδίο της φόρμας. Οι ηθοποιοί μετατρέπονται σε αφηγητές διατηρώντας ή καταργώντας τη μετωπική τους σχέση με το κοινό, αναδεικνύοντας με υποκριτική ευφυΐα τη συνθετότητα του θεατρικού λόγου, τις νοηματικές διαπλοκές των δυαδικών ρόλων, τις αντανακλάσεις των ειδώλων τους, τις παράλληλες πιρουέτες τους σε σκηνικά που λειτουργούν ως κάτοπτρα της μοναδικής θεατρικότητας των δύο παραστάσεων.
Εγκλωβισμένοι στον κώνο
Κάθε άνθρωπος σε αυτόν τον κόσμο έχει μια ιδέα που εντέλει τον σκοτώνει. Την ακολουθεί, αφοσιώνεται με πάθος σε αυτήν και τελικά η ίδια η ιδέα του τον εκμηδενίζει. Για τον ταλαντούχο επιστήμονα Ρόιτχαμερ, πρωταγωνιστή της «Διόρθωσης», η οικοδόμηση ενός κώνου είναι η ιδέα ενός δώρου αγάπης προς την αδελφή του. Η αδελφή του όμως πεθαίνει αιφνιδίως την ημέρα που τον κατοικεί και ο ίδιος ο αρχιτέκτονας αυτοκτονεί, αφήνοντας τις σκέψεις του σε άπειρα χειρόγραφα, τη μορφοποίηση των οποίων αναλαμβάνει ένας ανώνυμος αφηγητής. Οι δύο ρόλοι διαπλέκονται σταδιακά και ρευστοποιούνται σε μία μονολογική φωνή, σε ένα θέατρο εγκεφαλικό, παραληρηματικό, προκλητικά σκοτεινό, τραγικά γκροτέσκο και γοητευτικά ακατάληπτο. Με ενεργή διαρκώς τη μνήμη του Μπέκετ, ο Τόμας Μπέρνχαρντ επιμένει στην πολιτική ερμηνεία ακόμη και ενός προσωπικού δράματος. Ταράζει την αστική ηρεμία του θεατή, ειρωνευόμενος με ένα απειλητικό χιούμορ κάθε ίχνος ασφάλειας και εφησυχασμού σε έναν κόσμο όπου η ματαίωση των ιδεών οδηγεί σιωπηλά στην κατάρρευσή του.
Στη «Διόρθωση» οι δύο ρόλοι διαπλέκονται σταδιακά και ρευστοποιούνται σε μία μονολογική φωνή, σε ένα θέατρο εγκεφαλικό, παραληρηματικό και τραγικά γκροτέσκο.
Ο Τάσος Πετρίτσης ενοποίησε σωστά τα δύο αφηγηματικά μέρη και σκηνοθέτησε με εξαιρετική τεχνική μία ενιαία αφήγηση. Ανέδειξε τον φιλοσοφικό πυρήνα της «Διόρθωσης», όπου η εκφραζόμενη αγάπη μας προς τους άλλους απηχεί συχνά τους ιδιοτελείς προσωπικούς στόχους. Η θεώρηση του Μπέρνχαρντ είναι η εξής: κάνοντας το καλό για τους αγαπημένους μας, εξυπηρετούμε στην ουσία ιδιοτελή συμφέροντα, γιατί ποτέ δεν ενδιαφερθήκαμε πραγματικά για το τι νιώθουν, αλλά πράξαμε μόνο με βάση αυτό που εμείς θεωρήσαμε καλό για εκείνους. Η ουσιώδης «διόρθωση» της παρεξήγησης που λέγεται «ύπαρξη» ταυτίζεται με την αυτοκτονία. Ο Ρόιτχαμερ παραληρεί: «Τα διορθώνουμε όλα αυτοκτονώντας! Μα δεν το κάνουμε! Δεν διορθώνουμε! Εξακολουθούμε να υπάρχουμε!».
Η δράση εκτυλίσσεται σε μια σοφίτα, σχεδιασμένη από την Κατερίνα Βλάχμπερ ως ένα υπαρξιακό «ρινγκ» φιλοσοφικής πάλης και αταξίας, με σκηνικά αντικείμενα ένα τραπέζι από ξύλο σφενδάμου, μία λάμπα κίτρινου χρώματος (φωτισμοί Τάσου Παλαιορούτα και Ιωάννας Αθανασίου), το εκκρεμές του κώνου, διάσπαρτα βιβλία που λειτουργούν ως εμπόδια στην κίνηση των ηθοποιών, σε μια κίνηση χορευτική, σχεδόν μπαλετική, που διακρίνεται από έναν απίστευτο συντονισμό με τον λόγο. Στους δύο ρόλους διαπρέπουν ο Στέφανος Βλάχος και ο Ερμής Μαλκότσης. Λεπτές κινήσεις μελετημένες στο έπακρο, βηματισμοί, ισορροπίες, βλέμματα, σιωπές, παύσεις, παράλληλες ομιλίες. Σε αυτήν τη σοφίτα έγιναν εφικτά όσα ήταν ανέφικτα έξω από αυτήν. Η σοφίτα είναι ο ίδιος ο Ρόιτχαμερ και οι θεατές βυθίζονται στην τρέλα των αδιεξόδων του. Η υποβλητική μουσική των Φώτη Σιώτα και Δημήτρη Χατζηζήση και η εξαιρετική «χορογράφηση» των κινήσεων του Ερμή Μαλκότση συνθέτουν ένα μικρό ψυχονοητικό, ενδοσκοπικό, ολίγον εμμονικό, σκηνικό επίτευγμα.
Αναζητώντας τον πατέρα
Η «αχόρταγη σκιά» είναι η αόρατη σκιά του νεκρού πατέρα που ακολουθεί διαρκώς τη συνείδηση του γιου του. Ο Κώστας Νικούλι είναι ο ορειβάτης που αναζητάει τα ίχνη του πατέρα του που χάθηκαν πριν από 20 χρόνια στην οροσειρά Αναπούρνα, διανύοντας την ίδια ακριβώς διαδρομή. Η ιστορία του διαδραματίζεται παράλληλα με την αφήγηση του ηθοποιού Γιάννη Νιάρρου που πρωταγωνιστεί στην ταινία με θέμα ακριβώς αυτήν την αναζήτηση της χαμένης σκιάς του αγνοούμενου πατέρα. Ευφυής η σύλληψη του Αργεντίνου συγγραφέα και σκηνοθέτη Μαριάνο Πενσότι, ο οποίος εργάστηκε στον αφηγηματικό άξονα, ενοποιώντας τους δύο παράλληλους μονολόγους, όπως άλλωστε ακούμε στο φινάλε τον ήρωα να ομολογεί: «κι έτσι θέλοντας και μη, οι φωνές μας γίνονται μία». «Δεν ξέρω αν είμαι εγώ ή ο ρόλος μου», απορεί ο Νιάρρος σχολιάζοντας την ειδική θεατρική συνθήκη που βιώνει. Ο Πενσότι σκηνοθετεί ένα πολυεπίπεδο έργο που θέτει ταυτόχρονα πολλά ερωτήματα. Ο δραματικός πυρήνας του εστιάζεται στη συγκινητική σχέση του γιου με την απούσα πατρική φιγούρα και παράλληλα στην αλλοτρίωση του ανθρώπου από τη φύση, στην κλιματική αλλαγή, στην άρρηκτη σύνδεση της μυθοπλασίας με την πραγματικότητα. Τυπικό αλλά λειτουργικό το σκηνικό της Μαριάνα Τιράντε, αποτελεί το αδύναμο σημείο της παράστασης.
Στην «Αχόρταγη σκιά» ο δραματικός πυρήνας εστιάζεται στη συγκινητική σχέση του γιου με την απούσα πατρική φιγούρα και στην αλλοτρίωση του ανθρώπου από τη φύση.
*Η κ. Ρέα Γρηγορίου είναι διδάκτωρ Ιστορίας – Δραματολογίας ΑΠΘ.

