«Το φαινόμενο του Λάμπρου Πορφύρα», αναφέρει ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, «είναι μοναδικό στη Λογοτεχνία μας». Το 1894, σε ηλικία μόλις 15 ετών, δημοσιεύει το πρώτο ποίημά του, ενώ μέχρι το 1897, σε ηλικία 18 ετών, έχει ήδη αρχίσει να αποκτάει ως νέος ποιητής την προσοχή, την εκτίμηση και την αναγνώριση των ομοτέχνων του. Ο Κωστής Παλαμάς, σύμφωνα με μαρτυρία του Παύλου Νιρβάνα, τον προσφωνούσε χαϊδευτικά «jeune maître» (νεαρό δάσκαλο) και τον είχε εντάξει στο φιλολογικό σαλόνι του· και ο Κωνσταντίνος Καβάφης είχε ζητήσει από τη Μυρτιώτισσα, όταν εκείνη τον είχε επισκεφθεί στο σπίτι του στην Αλεξάνδρεια, να του διαβάσει ένα ποίημα του Πορφύρα τρεις ή τέσσερις φορές.
Ο Λάμπρος Πορφύρας (φιλολογικό ψευδώνυμο του Δημητρίου Σύψωμου) υπήρξε άνθρωπος αγαπητός, «είτε από ανθρώπους των γραμμάτων είτε από ανθρώπους του λαού», όπως αναφέρει ο Κώστας Βάρναλης. Ηταν χαρακτήρας χαμηλών τόνων, λιγομίλητος και εσωστρεφής· ποιότητες που πέρασαν πηγαία και στο έργο του.
Δεν θορύβησε ποτέ για τον εαυτό του, δεν ζήτησε να φανεί καλύτερος από ό,τι ήταν και προσπαθούσε να περνάει απαρατήρητος. Μεγαλώνοντας, αποτραβήχτηκε απ’ τους φιλολογικούς κύκλους των Αθηνών και κατέφυγε κοντά στην αγαπημένη του θάλασσα και συγκεκριμένα στη Φρεαττύδα του Πειραιά, όπου έζησε ήσυχα μέχρι τον θάνατό του το 1932.
Μετά τον θάνατό του ο Βάρναλης έγραψε πως ο Πορφύρας φεύγοντας άφησε πίσω του έναν μεγάλο θησαυρό: την τρυφερότητα, τη μουσική και την αλήθεια των στίχων του.

Και πράγματι, η ποίησή του χαρακτηρίζεται από μουσικότητα, τρυφερότητα, φύση, μελαγχολία και ρομαντισμό. Ο Παύλος Νιρβάνας, στο Ημερολόγιο Κ.Φ. Σκόκου του 1905, έγραφε πως η ποίηση του Πορφύρα είναι βαθύτατα υποβλητική, μ’ έναν εντελώς ατομικό γλυκύτατο ρυθμό, και πως η μελαγχολία που υπάρχει στην ποίησή του δεν έχει τίποτα από τη σκοτεινή και πνιγηρή μελαγχολία των σπληνικών της Δύσεως, αλλά πλέει σε μία διαύγεια και ευγένεια ελληνική, αρωματισμένη από το άνθος της θλίψεως της ιδανικής, την οποία γεννάει κάθε βαθιά ενατένιση της ωραιότητος.
Ο Παλαμάς θεωρούσε πως στην ελληνική ποίηση αρχιμουσικός της ορχήστρας υπήρξε ο Σολωμός και αλησμόνητος αυλητής μουσικότατος πως στάθηκε ο Λάμπρος Πορφύρας, και κατά την άποψη της Ελένης Πολίτου-Μαρμαρινού ο Πορφύρας υπήρξε ο γνησιότερος και συνεπέστερος ανάμεσα στους πρώτους Ελληνες συμβολιστές και η ποίησή του αντηχεί «σα μουσικός αντίλαλος» στο έργο των ποιητών της επόμενης γενιάς του Μεσοπολέμου.
Οι Σκιές είναι η μοναδική ποιητική συλλογή που εξέδωσε εν ζωή ο ίδιος ο ποιητής, καθώς η δεύτερη συλλογή του με τίτλο Μουσικές Φωνές εκδόθηκε το 1934, δύο χρόνια μετά τον θάνατό του, υπό τη φροντίδα του αδελφού του Θεόδωρου Σύψωμου.
Η ποιητική συλλογή Σκιές εκδόθηκε το 1920 και η υποδοχή της, τόσο από την κριτική της εποχής όσο και από το αναγνωστικό κοινό, υπήρξε θερμή. Αποτελείται από πενήντα οκτώ ποιήματα της πρώτης δημιουργικής περιόδου του ποιητή, και εκτός από τα δύο μεγάλα ποιήματα της συλλογής με τίτλους «Ο Χάρος» και «Θρύλος Αγάπης», τα υπόλοιπα είναι ταξινομημένα στις ενότητες: «Σκιές που φεύγουν», «Γύρω τριγύρω μου», «Ανεμώνες στον άνεμο» και «Φως και σκιές».
Η ενότητα «Ανεμώνες στον άνεμο» αποτελείται από 12 ποιήματα δύο τετράστιχων στροφών το καθένα, γραμμένα στο ίδιο λυρικό και συναισθηματικό ύφος τα οποία ο Πορφύρας ξεκίνησε να τα γράφει σταδιακά το 1901 και να τα προδημοσιεύει σε περιοδικά της εποχής του.
Για τα ποιήματα της συγκεκριμένης ενότητας ο Ρήγας Γκόλφης γράφει πως: «Σε μια σειρά τραγουδιών με τον τίτλο “Ανεμώνες στον άνεμο” –όπου η μουσική του στίχου έχει πάρει εξαιρετική απαλότητα– ο ποιητής μάς δίνει με τόνο προσωπικό χαριτωμένες εικόνες, βαθύτατα ποιητικές. Κατορθώνει την υποκειμενικότητά του να τη γενικεύει με τέτοιον τρόπο, που η λυρική του εικόνα ν’ απλώνεται μπροστά μας σαν ένας πίνακας που ζωγραφίζει ψυχική κατάσταση πολύ γνώριμή μας. […] στα θέματά του, χωρίς να είν’ εξαιρετικά πρωτότυπα, βρίσκεις πάντα μια γωνιά ιδιαίτερη που κάθησε ο ποιητής και είδε, μελέτησε κ’ αισθάνθηκε τον κόσμο».
Στο άρθρο, από αυτή την ενότητα, παρατίθενται πέντε «ανεμώνες» του, συνοδευμένες από τα αντίστοιχα χειρόγραφα του ποιητή, με άδεια χρήσης τους από το Ιστορικό Αρχείο Δήμου Πειραιά όπου φυλάσσεται η Συλλογή Λάμπρου Πορφύρα, η οποία αποτελείται κυρίως από δύο καθαρογραμμένα χειρόγραφα τετράδια, αυτόγραφα του ποιητή, που περιλαμβάνουν τα ποιήματα των συλλογών του Σκιές και Μουσικές Φωνές.

3
Σα μιά σκιά χιμαιρική στης λίμνης τον καθρέφτη,
Σαν ό,τι μένει μακρυνό πολύ, χαμένο, ωραίο,
Σαν τον καπνό, που πάει ψηλά, σαν τη δροσιά που πέφτει,
Ω! Σ’ αγαπώ σαν κάθετί που σβύνεται μοιραίο.
Μα σαν κατέβουμε κι’ οι δυο στα Ηλύσια του Ομήρου,
Στ’ άϋλα νησάκια, στων ψυχών το αιώνιο αραξοβόλι,
Θα σου μαζώξω, στη θαμπήν ακρογιαλιά του ονείρου,
Τα κρίνα, που δε σούκοψα στου Μάη το περιβόλι.

7
Τότε που σ’ είδα νάρχεσαι με τ’ άγια χελιδόνια,
Τότε και μόλις ένοιωσα για ποια χαρά μιλούσαν
Μέσα στα φύλλα τα πουλιά, τα πνεύματα στα κλώνια
Κι’ οι πεταλούδες που στο φως νειογέννητες ξυπνούσαν.
Το μονοπάτι εδιάβαινες κ’ είχες μιά λάμψη τόση,
Μιά τέτοιαν άνθινη ομορφιά στο νοτισμένο χώμα,
Που δίχως άλλο η Ανοιξη θα σ’ είχεν ανταμώσει
Και κάτω απ’ τις αμυγδαλιές σ’ εφίλησε στο στόμα.

9
Το δειλινό –την ώρα αυτή θυμούνται– πλάϊ στη γλάστρα,
Σα θα κεντάς μονάχη σου στ’ άγιο παράθυρό σου,
Σα θα κεντάς τα λούλουδα, τον ουρανό με τ’ άστρα,
Νάμαι το καλοθύμητο στοχαστικό όνειρό σου.
Αν με θυμάσαι, θάρχωμαι σα μιά σκιά –ποιος ξέρει;–
Ξενιτεμένος ή νεκρός θάρχωμ’ εκεί που θάσαι,
Σα βλέπης φύλλα, σύννεφα, πουλιών φτερά στο αγέρι,
Σα βλέπης καραβιών πανιά, στοιχειά… να με θυμάσαι.

11
Τι κι’ αν χιονίζει;… Δύστυχη ψυχή, το φως θυμήσου,
Γίνου παιδί και πίστευε στα παραμύθια αιώνια,
Ας ανοιχτεί ο Παράδεισος ξανά στην προσευχή σου
Και τότε ας πέφτουν στο βουνό, στη χώρ’ ας πέφτουν χιόνια.
Εσύ θα λες στον ουρανό ψηλά πως ξεφυλλίζουν
Φούλια, κρινάκια, γιασεμιά κάποια τρελλά αγγελούδια,
Μα πριν να πέσουν οι κακές οι Στρίγλες τα ξορκίζουν
Κ’ έτσι μαδούνε γύρω μας σα χιόνια τα λουλούδια.

12
Ω! Να που, τέλος, άραξες σ’ αυτά τ’ αγαπημένα,
Στα βλογημένα μέρη αυτά, που τόσο τα ξεχνούσες,
Τόσο τ’ αρνιόσουν και που –αλλοί!– θλιμμένος ολοένα,
Μιάν ευτυχία αγνώριστη μεσ’ στ’ άγνωστο ζητούσες.
Να την! αλλού τη γύρευες, κ’ εκείνη εδώ είχε μείνη,
Να την μαζί σου όπου κι’ αν πας· κοντά σου· πλάϊ–πλάϊ,
Να την μακρυά! Και νάτηνε στο κύμα που ενώ σβύνει
– Τρελλό! – ξεχνάει τη μοίρα του και σβει και τραγουδάει.

Πηγές άρθρου:
- Λάμπρου Πορφύρα, Απαντα, έκρινε Γ. Βαλέτας, εκδοτικός όικος Ι.Γ. Βασιλείου, Αθήνα, 1964
- Λάμπρου Πορφύρα, Τα Ποιήματα (1894 – 1932), φιλολογική και τυπογραφική επιμέλεια Ελένη Πολίτου-Μαρμαρινού, Ιδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα, 1993
- Κώστας Βάρναλης, Ανθρωποι, Κέδρος, 1990
- Σα μουσικός αντίλαλος, Ο ποιητής Λάμπρος Πορφύρας (1879 – 1932), εισαγωγή – ανθολόγηση Σωτήρης Τριβιζάς, Ιδρυμα Τάκης Σινόπουλος, Αθήνα, 2023
- Νέα Εστία, τεύχος 155, Αθήνα, 1933
- Ιστορικό Αρχείο Δήμου Πειραιά
- Δημοτική Βιβλιοθήκη Πειραιά
- Λάμπρος Πορφύρας, επεισόδιο της σειράς ντοκιμαντέρ του Τάσου Ψαρρά «Εποχές και Συγγραφείς» παραγωγής 2021, από το Αρχείο της ΕΡΤ
- Νέα Αθηναϊκή Σχολή
- Φωτογραφίες των χειρόγραφων τετραδίων φωτογράφισα από επίσκεψη στο Ιστορικό Αρχείο Δήμου Πειραιά. Και με άδειά τους τις επισυνάπτω στο άρθρο
Το βιογραφικό της Δέσποινας Ντάση

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1983.
• Εχει σπουδάσει Διοίκηση & Οικονομία Επιχειρήσεων, και Επιμέλεια και Διόρθωση Κειμένου.
• Είναι συγγραφέας, γράφει ποίηση και από τις εκδόσεις Κέδρος έχουν κυκλοφορήσει οι δύο ποιητικές της συλλογές με τίτλους «Ολα τα Μη του κόσμου» (2015), και «Μνήμες μικρού μήκους» (2020).
• Ποιήματα και συνεντεύξεις της έχουν δημοσιευθεί στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, σε λογοτεχνικά περιοδικά και έχουν συμπεριληφθεί σε συλλογικά έργα.
• Στη στήλη «Ζήσε Ποιητικά» επιλέγει ποιήματα και ενίοτε ιστορίες ποιητικές.
Περισσότερα για το έργο και τις δράσεις της μπορείτε να διαβάσετε στην ιστοσελίδα:
www.despinantasi.gr

