Τζόνι Γουόκερ Μπλου Λέιμπελ. Πανάκριβο ουίσκι – «Ουισκάρα!» των 400 ευρώ. Ενα ποτό για μια «ειδική περίσταση», μια γιορτή στην οποία οι εορτάζοντες αγκαλιάζονται, φιλιούνται, κοιτάζονται βαθιά στα μάτια, και σε αυτό το ειλικρινές βλέμμα εστιάζεται και ο δραματικός πυρήνας του «Τζόνι Μπλε», μιας ιστορίας «εκδίκησης σε οικογενειακή συσκευασία», όπως συστήνεται στον υπότιτλο, το νέο θεατρικό έργο του Γιωργή Τσουρή, εμπνευσμένο από το μονόπρακτο «Small Engine Repair» του Τζον Πολόνο (2021).
Με εμφανή τα στοιχεία της μαύρης κωμωδίας, όπου το σασπένς εναλλάσσεται με το χιούμορ, το «Τζόνι Μπλε» ευθυγραμμίζεται με τρεις θεματικούς άξονες: τις διαταραγμένες οικογενειακές σχέσεις, την «ομερτά» (νόμος της σιωπής) μεταξύ τριών φίλων, η συμμετοχή των οποίων στην αυτοδικία προεξοφλείται, ανεξάρτητα από την τελική της έκβαση και την αντικοινωνική συμπεριφορά των νεαρών που διακινούν φωτογραφίες κοριτσιών, μια σύγχρονη μορφή διαδικτυακού σεξουαλικού εκφοβισμού, οικεία στον ψηφιακό κόσμο του ναρκισσισμού και της αυτοφωτογράφισης.
Το νέο θεατρικό έργο του Γιωργή Τσουρή, εμπνευσμένο από το μονόπρακτο «Small Engine Repair» του Τζον Πολόνο, είναι μια ιστορία «εκδίκησης σε οικογενειακή συσκευασία».
Ο Τσουρής γνωρίζει πολύ καλά τους κώδικες του κοινωνικού ρεαλισμού. Οργανώνει τη θεατρική δράση αναδεικνύοντας τα δραματικά πρόσωπα που κινούνται συνεχώς στα όρια της αυτοδικίας, διατηρώντας παράλληλα έναν τόνο μυστηρίου για το παρελθόν και το μέλλον τους. Επεξεργάζεται εύστοχα την ταύτιση της παραπτωματικότητας με τη λαϊκότητα αποφεύγοντας έξυπνα τον πειρασμό της ρηχής ηθογράφησης, της γραφικότητας των χαρακτήρων και των καταστάσεων που βιώνουν. Διερευνά μέσω της νατουραλιστικής μεθόδου την εσωτερική αλήθεια των ηρώων του. Δύσκολο εγχείρημα να συνδυαστεί η φωτογραφική αναπαράσταση της μικροαστικής ζωής του νεοέλληνα με την κατάδυση στο σκοτεινό τοπίο των συναισθημάτων, των φόβων, των ενοχών, των ονείρων, των σεξουαλικών ενστίκτων και ερωτικών απωθημένων, των ψευδαισθήσεων που κρύβει καλά στο βαθύ της υπόστρωμα η ανθρώπινη φύση.
Στο «Τζόνι Μπλε» διεισδύει σε ένα υπόγειο εργαστήρι επισκευής ηλεκτρικών συσκευών, με χαλασμένες τηλεοράσεις, κατεστραμμένες βιντεοκασέτες και αμοντάριστα πλάνα από το παρελθόν, που σκηνογράφησε με εμμονή στις ρεαλιστικές λεπτομέρειές του η Ζωή Μολυβδά Φαμέλη. Εισβάλλει στον κλειστό χώρο-καταφύγιο, σε ένα φαινομενικά «αθώο» πάρτι τριών «κολλητών», για να μαγνητοφωνήσει κυριολεκτικά τα σκουπίδια ενός τεμαχισμένου λόγου και να απεικονίσει όλες τις όψεις της δυνατής σχέσης των τριών φίλων και τη διατάραξή της από την έλευση του «ξένου» που, ως κινούμενος στόχος του εξωτερικού εφιαλτικού κόσμου, πρέπει να εξοντωθεί. Η δραματουργία τού «μέσα – έξω» δεν παρουσιάζει κενά, χάσματα και ατέλειες ως προς την ψυχολογική υφή των ρόλων ή την επεξεργασία των δραματικών καταστάσεων. Η αληθοφάνεια του λόγου, οι κωμικές σφήνες, οι λιτοί και ελλειπτικοί διάλογοι, οι καβγάδες, οι πολλές βωμολοχίες και τα λαϊκά τραγούδια συνδυάζονται με το βύθισμα στο αδιέξοδο πλέγμα αυτής της ιδιότυπης δραματικής κατάστασης. Είναι σκληροί και ετοιμάζονται για τη σκληρή λύση. Στο τέλος αναγνωρίζουν στον εγκληματία κάποια ελαφρυντικά. Πιστεύουν στην αυτοδικία, αλλά αδυνατούν στην ουσία να την υποστηρίξουν.
Σκηνοθετικά ο Τσουρής εργάστηκε με επιτυχία στους κώδικες της αληθοφάνειας. Ο ρυθμός της παράστασης, γρήγορος κι επιθετικός, βρίσκεται σε μόνιμη ένταση. Ο καφές μυρίζει, το πιστόλι στοχεύει, η υψηλή θερμοκρασία της παράστασης μεταφέρεται στο κοινό.
Οι λιτοί διάλογοι, οι καβγάδες, οι βωμολοχίες, οι κωμικές σφήνες και τα λαϊκά τραγούδια συνδυάζονται με το βύθισμα στο αδιέξοδο πλέγμα μιας ιδιότυπης δραματικής κατάστασης.
Οι ερμηνείες των ηθοποιών εντυπωσιάζουν με τη στόχευση και τη συνέπειά τους στο ζητούμενο ενός ενιαίου συνόλου. Ο Ιωσήφ Ιωσηφίδης στον ρόλο του Πέτρου σκιαγραφεί τον σύγχρονο Ελληνα βιοπαλαιστή που ανατράφηκε στην «πιάτσα» και υιοθετεί τη συμπεριφορά των ανθρώπων της. Αδύναμος στις σκηνές της βίας, δυνατός στη σκιαγράφηση της πατρικής τρυφερότητας για την κόρη του. Ο Μάνος Καζαμίας, υπερεκφραστικός και υπερκινητικός Σωτήρης, είναι το λούμπεν πρόσωπο που μιλάει άριστα τη γλώσσα των βωμολοχιών και η «μαγκιά» του νευρικού του παιξίματος απηχεί την αυθεντικότητα του ρόλου του.
Η Βάλια Παπακωνσταντίνου καταθέτει μια δυναμική ερμηνεία στον ρόλο της μητέρας, συνθέτοντας τη ρευστή φιγούρα που ξέρει να ελίσσεται και να διαχέεται στο ανδρικό σύμπαν. Ο Τσουρής σκιαγράφησε με κωμική ελαφρότητα τον ρόλο του Μάκη ενισχύοντας την κωμικοτραγική διάσταση του έργου. Ο Στρατής Χατζησταματίου στον ρόλο του Τόνι χειρίστηκε με άνεση τη νεανική σλανγκ («τσιλ», «λούσιμο», «φόλα», «μαν», «ταλαίπα», «ρε μπρο»), χρωματίζοντας με γκροτέσκ στοιχεία τη χαοτική κατάσταση που προκάλεσε η αποκάλυψη της ταυτότητάς του.
Εν κατακλείδι: ξεκάθαρα θετική η αποτίμηση του «Τζόνι Μπλε». Αρκεί ο Γ. Τσουρής να μην επαναπαυτεί στην αληθοφάνεια του νατουραλισμού. Ακόμα και οι μετρ του είδους, όπως ο Γιώργος Διαλεγμένος, αναζήτησαν την ποιητική αχλύ ως περίβλημα της ρεαλιστικής φόρμας, ώστε να αναδυθεί το θέαμα σε μια σφαίρα σκοτεινή, υπαρξιακή και αληθινά οντολογική.
*Η κ. Ρέα Γρηγορίου είναι διδάκτωρ Ιστορίας – Δραματολογίας ΑΠΘ.

