«Το Τρίτο Στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή
Διασκευή: Στρατής Πασχάλης
Σκηνοθεσία: Στάθης Λιβαθινός
Δραματουργική επεξεργασία: Στάθης Λιβαθινός με τη συμβολή των ηθοποιών της παράστασης
Παίζουν: Βασίλης Ανδρέου, Αντώνης Γιαννακός, Γιώργος Δάμπασης, Βασίλης Ζαφειρόπουλος, Νίκος Καρδώνης, Στάθης Κόικας, Ανδρέας Λαμπρόπουλος, Πάρης Λεόντιος, Αννα Μάγκου, Λίλλυ Μελεμέ, Πολυξένη Παπακωνσταντίνου, Ερατώ Πίσση, Μαρία Σαββίδου, Βιργινία Ταμπαροπούλου, Αρης Τρουπάκης.
Ο κύκλος των παραστάσεων ολοκληρώθηκε στις 5 Απριλίου
Η γκρίνια ξεκινάει επειδή η διασκευή για τη σκηνή περιορίζεται σε σχηματική απόδοση του Μάριου – του αδελφού της Νίνας, η οποία επειδή στεφανώνεται τρεις φορές προκύπτει ο περίφημος τίτλος «Το τρίτο στεφάνι». Ο Μάριος ήταν χαρακτήρας «ίνδαλμα» για τον συγγραφέα Κώστα Ταχτσή. Επειδή το όνομα τού είχε εντυπωθεί όταν βρισκόταν στο εύπλαστο κατώφλι της εφηβείας, ως το πλέον ταιριαστό για αρσενικό αντικείμενο του πόθου. Καθότι, Μάριο έλεγαν έναν νεαρό –γνωστό της οικογενείας του– για τον οποίο σφάχτηκαν δυο άντρες στην Ομόνοια. Ο Ταχτσής, λοιπόν, «έντυσε» με το «υπερσεξουαλικοποιημένο» για κείνον όνομα τον αδελφό της Νίνας και σε συνέντευξή του έχει περιγράψει το πραγματικό πρόσωπο από το οποίο τον εμπνεύστηκε, ως «τρικέφαλο τέρας», καθότι κομμουνιστής, ομοφυλόφιλος και ναρκομανής. Οπότε, με τόση λιβιδινική αξία να περιβάλλει το «τριλαμπές» αυτό τερατώδες πρόσωπο, είναι εύλογο να περιμένει κάποιος εκτενέστερη ανάδειξή του στη σκηνή.
Η γιαγιά του Ταχτσή
Βέβαια, ο συμβολισμός της ονοματοδοσίας του Μάριου παραείναι κρυπτογραφημένος. Ενώ αυτό δεν ισχύει για την τρομερή και αξιαγάπητη Εκάβη Λόγγου (τον κεντρικό χαρακτήρα, βασισμένο στη γιαγιά του Ταχτσή), η οποία έζησε τη ζωή της σαν τη μυθολογική Εκάβη – τη βασίλισσα της Τροίας, που θρήνησε τη μοίρα των παιδιών της.
Αλλά τι νόημα έχει η γκρίνια για ένα έργο του Στρατή Πασχάλη, που είναι ο πρωτοσπαθάριος του ευγενούς σώματος των διασκευαστών μυθιστορημάτων μας σε θεατρικά έργα;
Ειδικά όταν η εν λόγω διασκευή είναι τόσο συνεκτική και στοχοπροσηλωμένη.
Καθότι, πράγματι, χάρη στη συνοχή και στην εστίασή της, ο θεατής ένιωθε την παράσταση σαν μακράς διαρκείας συνεδρία με οστεοπαθητικό, ο οποίος σε χαλαρώνει προοδευτικά, με επιμέρους «προθερμαντικές» πιέσεις, για να καταλήξει όμως να ρίξει αιφνιδιαστικά όλο το βάρος του επάνω σου, προκειμένου να προκαλέσει, ως κορύφωσή τους, το διαβόητο τρομοκρατικό «κρακ» ανακούφισης της σπονδυλικής σου στήλης.
Κατάφερνε, όμως, να προκαλέσει την τελική ανακούφιση η Εκάβη της παράστασης, επειδή, όρθια πάνω σε τραπέζι και με μέτωπο προς την πλατεία, ωρυόταν ότι δεν υπάρχει Θεός;
Μήπως αυτή η κωδικοποίηση ενός προτάγματος κοινωνικο-πολιτικής τάξεως ήταν πιο διδακτική απ’ όσο θα την προτιμούσε το κοινό;
Ή μήπως η κραυγή εκείνη ήταν τόσο σπαρακτική και θυμωμένη που διέλυε κάθε πιθανότητα να παράγει και κάποια αιχμή εκείθεν του σπαραγμού;
Ομως, τι σημασία έχει ο τόσος ταραγμός για το αν ήταν κορύφωση η κορύφωση της παράστασης, όταν ο κόσμος αποχωρεί με κατακοκκινισμένες τις παλάμες του από τη δύναμη του χειροκροτήματός του;
Ανακεφαλαιώνοντας, οι παραπάνω ορμητικές διερωτήσεις –που είναι κάμποσες– θέτουν σε περιδίνηση, στο μυαλό, αρκετές μη ικανοποιητικές απαντήσεις τους. Κι ίσως είναι καλύτερα να κλείσει το ζήτημα με το απαλό ποιητικό dictum του Κώστα Ταχτσή: «Μια μπάλα υπήρξε η ζωή μου / κλώτσ’ από δω / κλώτσ’ από κει / Γκολ! Γκολ!! / Το χάσαμε το παιγνίδι».
Τι σημασία έχει ο ταραγμός για το αν ήταν κορύφωση η κορύφωση της παράστασης, όταν ο κόσμος αποχωρεί με κατακοκκινισμένες παλάμες από τη δύναμη του χειροκροτήματός του;
Βέβαια, η διασκευή περιέχει και μια παράξενη όσο κι εντυπωσιακή έκπληξη: την παρουσία ενός «κομπέρ», α λα καμπαρέ, ενώ η παράσταση δεν έχει δομή επιθεώρησης. Κι αυτός βγαίνει κάθε τόσο να πει τραγούδια που ηχούν σαν πικρά σχόλια επί των όσων προηγήθηκαν και έπονται. Ο «κομπέρ» –που τον ερμηνεύει άψογα ο Νίκος Καρδώνης– θα ήταν, ας πούμε, το πνεύμα του Ταχτσή, στον οποίο άρεσε να τραγουδάει από παιδί. Αν ευσταθεί η εικασία, τότε ο «κομπέρ» θα λειτουργούσε ως μονοπρόσωπος χορός αρχαίας τραγωδίας, κάπως συγκαταβατικός απέναντι στα τραγικά συμβάντα που κλόνιζαν την Εκάβη. Και η συγκατάβαση ίσως δικαιολογείται από το ότι εκείνη ήταν πάντα διχασμένη μέσα της από τα όσα της τύχαιναν, με αποτέλεσμα να μην τους αντιτάσσεται διεξοδικά. Επιπλέον, εξαιτίας του εσωτερικού διχασμού της, δεν παραστεκόταν στο δίκαιο. Προτιμούσε να χαρίζεται ή να τιμωρεί – και μάλλον υπερβολικά. Σίγουρα, έτσι πληγωνόταν. Αλλά και απολάμβανε μια όχι πλήρως ασυνείδητη άσκηση εξουσίας στους άλλους – μια υπόγεια μητριαρχία, που προτιμούσε το έλεος σκέτο, αντί του ελέους εγγεγραμμένου στο δίκαιο. Γιατί έτσι η ίδια αναγνώριζε ότι κατείχε αυτήν την εξουσία.
Ως προς αυτό, η Εκάβη είναι προσωποποίηση της νεοελληνικής ψυχής. Κατ’ επέκταση και της Ελλάδας.
Και γι’ αυτό το «Τρίτο στεφάνι» απέκτησε, στη Μεταπολίτευση, πολιτικές και κοινωνικές συμπαραδηλώσεις.
Ο Ταχτσής είχε πει ωστόσο ότι η πρόθεσή του όταν το έγραφε ήταν «να ξαναζωντανέψει μία εποχή». Στην πορεία, η «χαμηλή σκοπιά», από την οποία εθεωρείτο ότι είχε γραφτεί το κείμενο, ξεχάστηκε, επειδή διαβαζόταν από «αναλυτική σκοπιά» που αναζητούσε την αναγωγή του σε συγκινητική αλληγορία της Ιστορίας της σύγχρονης Ελλάδας.
Από αυτήν την άποψη, είναι αξιοθαύμαστη η ιδέα του «κομπέρ», επειδή με την απλότητα της φόρμας των τραγουδιών κάνει πιο ανάγλυφη την εποχή και τη «χαμηλή σκοπιά» της για τη ζωή, αλλά και καθοδηγεί στην καίρια αλληγορία.
Οι ερμηνείες
Η παράσταση προσφέρει καλές και καθαρές ερμηνείες, όλες τους υψηλού επιπέδου.
Ο Βασίλης Ανδρέου, διατηρώντας το σωστό μέτρο, μεταμόρφωσε τον επίπεδο ρόλο του Αντώνη (το δεύτερο στεφάνι της Νίνας) σε κάτι το σύνθετο, σφαιρικό και απροσδόκητα εντυπωσιακό.
Αναλόγως, ο Αρης Τρουπάκης, ως σύζυγος της Εκάβης, πρόσθεσε βάθος σε ένα χαρακτήρα που αυταπατάται, παραδομένος στην εθνικοφροσύνη του και εξαπατά σαδιστικά τη συμβία του. Η Λίλλυ Μελεμέ, ως θεούσα Ερασμία, γίνεται απίστευτα ακριβής και κερδίζει το κοινό, κρατώντας άψογα τον σωστό τόνο, σε έναν ρόλο που κάθε του λέξη είναι γλιστερή τσουλήθρα προς την καρικατούρα. Η Ερατώ Πίσση, ως Πολυξένη, εκπλήσσει με τις μεταπτώσεις της από την υποταγή στη βούληση της μητέρας της Εκάβης στην υψηλή ενέργεια της χειραφεσίας.
Η Μαρία Σαββίδου, ως Εκάβη, κρατάει με άνεση δυνάμεων τον τεράστιο αυτόν ρόλο και στις στιγμές όπου εκφράζει αγαθοσύνη γίνεται πιο εντυπωσιακή κι αξιαγάπητη, απ’ ό,τι σ’ εκείνες όπου αφήνεται στο δράμα της.

