Εχει μια βαλίτσα στην άκρη. Βάζει και βγάζει τα ρούχα του κάθε μέρα. Το πρωί ετοιμάζεται να φύγει και μέχρι το μεσημέρι δεν θυμάται γιατί. Ξυρίζεται κόντρα. Αναρωτιέται αν έχει σήμερα σχολείο. Οχι, του λένε, είναι Πάσχα. Αλλες μέρες έχει απεργία ή είναι Κυριακή. Ζητάει να φύγει γιατί τον περιμένουν στο χωριό. Ποιοι; Τα αδέλφια μου και η μάνα μου. Πόσα αδέλφια έχεις; Μετράει με τα χέρια του. Ο παππούς ήταν ο τελευταίος από εννέα αδέλφια. Πριν από κανέναν χρόνο μπορούσε να θυμηθεί τα ονόματά τους. Τώρα και αυτές οι συνάψεις του εγκεφάλου έκλεισαν. Ετσι το περιγράφει μία από τις εγγονές του που σπουδάζει ιατρική. Οι συνάψεις με τις μνήμες της ενήλικης ζωής του δεν μπορούν να ανοίξουν. Στον υπολογιστή θα κάναμε επανεκκίνηση. Τώρα ο παππούς στα ενενηνταφεύγα του έχει μείνει πίσω στα 16 του χρόνια. Σε μια επαναλαμβανόμενη, θολή, εφηβεία. Ποια είσαι εσύ, ρωτάει σχεδόν καθημερινά την κόρη του που τον φροντίζει. Ενας φάρος στην ταραγμένη θύελλα του μυαλού του. Δεν την αναγνωρίζει, αλλά του είναι οικεία. Για εκείνη δεν υπάρχει Πάσχα, σουβλίσματα, άνοιξη, βόλτες, Ανάσταση, παρά μόνο φροντίδα. Του κρατάει το χέρι και ξαναλέει την ίδια ιστορία από την αρχή.
Σε μια εποχή που τα χέρια μας αγγίζουν περισσότερο την οθόνη ενός κινητού τηλεφώνου και χαϊδεύουν κυρίως εφαρμογές, παρά μέτωπα ανθρώπων, ξεχνάμε πόσο σημαντική είναι η αφή και κατ’ επέκταση η φροντίδα στον άλλον. Είναι ιερή. Μας το θύμισε η ποιήτρια Δανάη Σιώζιου στο αφιέρωμα που φιλοξενήσαμε την περασμένη εβδομάδα, Κυριακή του Πάσχα, σε αυτές τις σελίδες. «Είναι η αίσθηση που μας συνδέει πιο στενά με τον κόσμο γύρω μας, από το χάδι της μητέρας μας όταν γεννιόμαστε μέχρι το απαλό κλείσιμο των βλεφάρων μας μετά τον θάνατο». Πόσο παρεξηγημένη και παραμελημένη είναι η αίσθηση της αφής στις μέρες μας. Εστω μετά την πανδημία. Φοβόμαστε να αγγίξουμε και να δεχτούμε το άγγιγμα. Σχεδόν έχουμε ξεχάσει να το αποκωδικοποιούμε. Δεν αντέχουμε την ιδέα ότι μπορεί να καραδοκεί ένα μικρόβιο σε μια παλάμη. Που αν ψηλαφίσουμε μπορεί να προσφέρουμε μια στιγμή ανακούφισης. Σε εκείνους και εμάς.
Αυτούς είχα στο μυαλό μου ετούτο το Πάσχα. Εκείνους που δεν γνωρίζουν διακοπές, οβελίες και ανθισμένους αγρούς. Πάσχα, Χριστούγεννα ή καλοκαίρι. Τους λέμε φροντιστές και σχεδόν σε κάθε οικογένεια υπάρχει ένας ή και παραπάνω. Συνήθως είναι γυναίκες που φροντίζουν άνδρες. Πατέρες, συζύγους, γιους και αδελφούς. Ακούγεται ασυνήθιστο αλλά έτσι είναι. Ετσι έχω δει.

