ΡΟΝΤΡΙΚ ΜΠΙΤΟΝ
Γιώργος Σεφέρης. Περιμένοντας τον άγγελο
μτφρ.: Μίκα Πρoβατά-Carlone, εκδ. Πατάκη, σελ. 672
Η βιογραφία δεν συνιστά είδος που ευδοκιμεί στην ελληνική εκδοτική αγορά – τουλάχιστον για προσωπικότητες της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Διότι πρόσωπα της πολιτικής και της οικονομίας πρόσφατα βρήκαν τους βιογράφους τους, όπως ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ο Χαρίλαος Τρικούπης, ο Κυριάκος Βαρβαρέσος. Παλαιότερα είχαμε βέβαια βιογραφίες-διδακτορικές διατριβές (1960-1982). Δεν βλέπουμε όμως πια ανάλογα έργα, καθώς οι φιλοσοφικές σχολές των πανεπιστημίων μοιάζει να εγκατέλειψαν το είδος, ενδεχομένως θεωρώντας πως συνιστά πολύ παραδοσιακή προσέγγιση.
Κι έτσι όπως η ελληνική αγορά είναι μικρή, ούτε οι εκδότες έχουν μεγάλο κίνητρο να παραγγείλουν στους συγγραφείς τους τη δημιουργία βιογραφιών – εργασία που απαιτεί πολύχρονη και πολύμοχθη έρευνα σε κάθε λογής αρχεία. Αναφέρομαι βέβαια στις αμιγείς βιογραφίες όπως του Πίτερ Ακρόιντ για τον Τ. Σ. Ελιοτ, του Τζορτζ Ντ. Πέιντερ για τον Προυστ, του Ρίτσαρντ Ελμαν για τον Τζόις. Διότι πολυάριθμες μελέτες για έργα Ελλήνων λογοτεχνών που παράλληλα περιέχουν πλούσια βιογραφικά στοιχεία ασφαλώς κυκλοφορούν, όπως του Γιάννη Δάλλα για τον Κωνσταντίνο Θεοτόκη, του Δημήτρη Ραυτόπουλου για τον Αρη Αλεξάνδρου, της Χριστίνας Ντουνιά για τον Κ. Γ. Καρυωτάκη.
Η αμιγής βιογραφία «Γιώργος Σεφέρης. Περιμένοντας τον άγγελο» είναι εργασία που αντλεί από τη μεγάλη βρετανική βιογραφική παράδοση. Ξανακυκλοφορεί σε νέα, αναθεωρημένη έκδοση ύστερα από 23 χρόνια. Δεν γνώρισε, όπως προλογικά αναφέρει ο Ρόντρικ Μπίτον, μεγάλη εμπορική κυκλοφορία στην Αγγλία, είχε όμως πολύ καλή υποδοχή στη χώρα μας. Σε κάθε περίπτωση, ο Σεφέρης υπήρξε πρόσφορη προσωπικότητα για βιογράφηση, καθώς, εκτός από μια συναρπαστική επαγγελματική ζωή, διέθετε κι ένα πλούσιο αρχείο ημερολογίων και επιστολών, κι ακόμα μια πρόθυμη για συνεργασία οικογένεια – τη Μαρώ Σεφέρη και την Ιωάννα Τσάτσου, οι οποίες επιπλέον δεν έδειξαν καμία διάθεση ελέγχου στη δουλειά του βιογράφου. Ο Ρόντρικ Μπίτον έχει διδάξει νεοελληνική λογοτεχνία για 37 χρόνια στο πανεπιστήμιο King’s College του Λονδίνου.
Κάτι που κρατώ από την αφηγηματικά γοητευτική και πολλαπλά τεκμηριωμένη εργασία του Μπίτον είναι οι δύσκολες σχέσεις της οικογένειας, του πατέρα Στέλιου Σεφεριάδη με τη σύζυγό του Δέσπω και τον γιο του Γιώργο· την πίεση του πατέρα προς τον γιο να ακολουθήσει επαγγελματική σταδιοδρομία ανταγωνιστική προς τη δηλωμένη κλίση του για την ποίηση, στην οποία ενδίδοντας ο γιος γίνεται «υπηρέτης δύο αφεντάδων».

Κι ωστόσο, ο τρόπος που εξελίσσεται ο κατοπινός βίος του, το γεγονός ότι η σταδιοδρομία του στο διπλωματικό σώμα δεν τον εμποδίζει να γίνει μεγάλος ποιητής, ενώ παράλληλα του εξασφαλίζει όχι μόνον τα προς το ζην, αλλά και ενεργητική παρουσία σε κρίσιμα πόστα σε δύσκολες ιστορικές στιγμές, για τις οποίες μας έχει αφήσει μαρτυρίες, θέτει το ζήτημα: Μήπως η απαράδεκτη επιμονή του Στέλιου Σεφεριάδη βγήκε εντέλει στον γιο του σε καλό; Διότι, παρά την επανειλημμένη δυσφορία του, υπογείως, η μία του ενασχόληση τροφοδοτεί την άλλη. Του το επισημαίνει και ο Τ. Σ. Ελιοτ όταν, μετά τον θάνατο του Στέλιου Σεφεριάδη στις αρχές της δεκαετίας του ’50, ο Σεφέρης για μία ακόμα φορά σκέφτεται να παραιτηθεί απ’ την υπηρεσία. «Α! Προσέξτε, είναι επικίνδυνο», τον προειδοποιεί. «Πρέπει κανείς να έχει και μιαν άλλη δουλειά. Δεν μπορείς να αφιερωθείς μόνον στην ποίηση, γιατί πιστεύω πως ένα μεγάλο μέρος της ποιητικής δημιουργίας είναι unconscious [υποσυνείδητο] και πρέπει να έχει κανείς ώρες που τον απασχολούν άλλα πράγματα».
Με εντυπωσιάζει ακόμα πως ο παιδικός παράδεισος της Σκάλας του Βουρλά, που χάνεται στη Μικρασιατική Καταστροφή, στη σεφερική φαντασία θα αναπληρωθεί 30 χρόνια αργότερα με την ανακάλυψη της Κύπρου – του νησιού της Αφροδίτης, ενός κόσμου σφραγισμένου από τις προϊστορικές, κλασικές και βυζαντινές αρχαιότητες, που μιλώντας ελληνικά καταλήγει να εκπροσωπεί «τη διευρυμένη έννοια του ελληνισμού χωρίς τους περιορισμούς του ελληνικού κράτους».
Ανθρωπος του βιώματος, ο Σεφέρης παλεύει σε όλη τη ζωή του να αφήσει η σωματική εμπειρία το χνάρι της πάνω στην ποίησή του, θεωρώντας πως αυτό αποτελεί το μέτρο αυθεντικότητας του έργου του.
Παράλληλα παρακολουθούμε πως δεν λείπει κάποιο στοιχείο σκηνοθεσίας στους τρόπους με τους οποίους επιδιώκει να κάνει αισθητή την παρουσία του στον ελληνικό πνευματικό βίο. Σκέφτομαι πως η εσωτερική του βάσανος, στην οποία επανειλημμένως αναφέρεται και την οποία η βιογραφία Μπίτον πιστοποιεί παντοιοτρόπως, σε κάποιο βαθμό οφείλεται και σε αυτό το πολύ βαρύ διπλό φορτίο.

