Σολωμός, Κάλβος, Καβάφης, Σεφέρης, Σικελιανός, Ελύτης, Καρυωτάκης, Ρίτσος… Ο ελληνικός ποιητικός «κανόνας», οι μεγάλοι και επιδραστικοί ποιητές της γλώσσας μας, είναι γένους αρσενικού. Κι όταν συζητιέται κάποτε η συμπλήρωση του κανόνα, τα πρώτα ονόματα που ακούγονται, είναι κι αυτά γένους αρσενικού: ο Καρούζος, ο Λεοντάρης. Είναι άραγε στ’ αλήθεια πιο ολοκληρωμένος ποιητής ο Καρούζος από την Καρέλλη; Ο Λεοντάρης από τη Βακαλό; Δεν υπήρξαν, τα τελευταία 200 χρόνια, ρωμαλέες ελληνικές γυναικείες ποιητικές φωνές που, αν δεν είχαν προηγηθεί αιώνες πατριαρχίας, θα είχαν ήδη βρει τη θέση τους ανάμεσα στους «Μεγάλους»; Ο Μάρτιος είναι ο μήνας με δύο σημαντικούς σταθμούς, την Ημέρα της Γυναίκας (8/3) και της Ποίησης (21/3). Σε αυτό το πλαίσιο θέσαμε σε τέσσερις ποιητές και ποιήτριες της νεότερης γενιάς το ερώτημα αν και με ποιο γυναικείο ελληνικό ποίημα θα συμπλήρωναν τον ανδροκρατούμενο ποιητικό κανόνα μας. Οι απαντήσεις τους στο ερώτημα παρέχουν, αν μη τι άλλο, μια χρήσιμη ένδειξη: προς τα πού κινείται η πυξίδα σήμερα. Διαπιστώσαμε ότι η βελόνα της δεν τρέμει. Γιατί και οι τέσσερις που ρωτήθηκαν, απάντησαν ακαριαία, χωρίς δισταγμό. Οι ποιήτριες τις οποίες με σιγουριά προτείνουν, γεννήθηκαν από το 1901 μέχρι το 1940· ανήκουν σε πολύ διαφορετικά ποιητικά ρεύματα και στυλ, από τη λόγια Θεσσαλονικιά επίγονο του Καβάφη, τη Ζωή Καρέλλη, μέχρι την ανατρεπτική «καλτ» της Μεταπολίτευσης, την Κατερίνα Γώγου. Θέτουμε στην κρίση των αναγνωστ(ρι)ών τις απαντήσεις και τα ποιήματα, για χάρη μιας συζήτησης που αξίζει να ανοίξει έξω από τα στενά όρια των ειδικών.
Δανάη Σιώζιου

Οταν έγραφα το ποίημα «Η αράχνη» με το οποίο ανοίγει το τελευταίο μου βιβλίο «Επιστολές», είχα έντονα στο μυαλό μου το ποίημα της Μάτσης Χατζηλαζάρου (1914-1987) «Η αράχνη – εικόνες» και αναρωτήθηκα πολλές φορές πώς θα είχα διαμορφωθεί ως προσωπικότητα και ως ποιήτρια αν κάποιος μου είχε συστήσει νωρίς το έργο της. Ασφαλώς και δεν πρόκειται για την πιο παραγνωρισμένη ποιήτρια. Αποτελεί όμως ένα «σκληρό» παράδειγμα των τρόπων με τους οποίους οι ποιήτριες έχουν υποτιμηθεί διαχρονικά στην ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας. Η πορεία της είναι αρκετή για να καταλάβουμε πόσο μακριά μπορούμε να προχωρήσουμε και τι κινδυνεύουμε να χάσουμε αν συνεχίσουμε να τις υποτιμάμε.
Η αράχνη – εικόνες
Γνέθοντας πολύ γρήγορα την κλωστή της κατεβαίνει κι έπειτα σταματάει είναι κρεμασμένη εδώ ακριβώς
Ο Εστεμμένος το Σανσί το Κοχι-Νουρ και το Γαλάζιο του Χόουπ και ο Σταυρός του Νότου ύστερα ο Μέγας Μογγόλος το Πολικό Αστέρι ο Ορλώφ ο Μέγας Δούκας της Τοσκάνης και ο Πασάς και ο Σάχης και ακόμα ο Νασάχ
Ανάγκη ήτανε ν’ αποθαυμάσουμε τα ονόματα των διαμαντιών όμοια με τους ρόδινους φλαμίγκους οι λαιμοί τους με ελιγμούς λοβών και οι λεπτοί τους μίσχοι με κοκκινάδι στα γόνατα αυτά τα Ονόματα τσαμπιά σταφύλια ζεστά στήθια κάποιας Φλωρεντινής Παναγίας ουράνιο τόξο Ασιατικής χλιδής ηγεμόνες που κορδώνουνται μπρος σε τεράστια συντριβάνια ελέφαντες που βρυχώνται από γόητρο κάτω απ’ τη σκιά της λικνιζόμενης ομπρέλας και κάτι Τύμπανα και Κύμβαλα και Αλογα τόσο περήφανα που δεν αντέχουν να σταθούνε ακίνητα και κοίτα πόσες βεντάλιες απ’ την Ανδαλουσία αυτές είναι τα τεράστια Ματόκλαδα των αλόγων που παίζουν με το φως γνέθοντας πολύ γρήγορα την κλωστή της η αράχνη – εικόνες κατεβαίνει κι έπειτα σταματάει είναι κρεμασμένη εδώ ακριβώς.
Γραμμένο αρχικά στα γαλλικά «L’ araignée – Images», πρωτοδημοσιεύεται στο περιοδικό Les Lettres Nouvelles τον Μάιο του 1954, εντάσσεται στη συλλογή «La Frange des Mots» που εκδίδεται την ίδια χρονιά και συμπεριλαμβάνεται στην πρώτη συγκεντρωτική έκδοση της ποίησής της, με τίτλο «Ερως μελαχρινός» (1979).
Βίκυ Κατσαρού

Η Αντιγόνη δεν εμφανίζεται ως ηρωικό σύμβολο, αλλά ως άνθρωπος που φοβάται, καθώς ο μύθος μετατοπίζεται από τον ηρωισμό στην εσωτερική κρίση και στην απώλεια της πίστης στην αγάπη. Σε αντίθεση με πολλές χρήσεις του μύθου στον καθιερωμένο ποιητικό κανόνα, όπου οι μυθικές μορφές σηκώνουν το βάρος μιας συλλογικής ιστορίας ή ενός μεγάλου συμβολισμού, στη Ζωή Καρέλλη (1901-1998) ο μύθος επιστρέφει στο εσωτερικό της ανθρώπινης ψυχής. Η Αντιγόνη της δεν στέκεται ως άγαλμα αντίστασης, αλλά ως δοκιμαζόμενη συνείδηση, που θρηνεί για την απώλεια της πίστης της και μας φέρνει αντιμέτωπους με τη βαθύτερη ανθρώπινη αγωνία: τι απομένει όταν ακόμη και η αγάπη μοιάζει πια χαμένη;

Αντιγόνη
Πικρία πληρώνει το σώμα μου.
Με δοκίμασαν οι δεινές περιστάσεις.
Φόβος, όχι γι’ αυτό που με περιμένει,
πιο πολύ για ό,τι αισθάνομαι.
Εχασα τα φτερά της αγάπης.
Είχα δύο μεγάλες άσπρες φτερούγες,
που ελαφριά μ’ έπαιρναν,
με σήκωναν απ’ τις δοκιμασίες.
Τώρα πού βρίσκομαι; Πώς
με περηφάνια φώναξα, πως γεννήθηκα
για ν’ αγαπώ κι όχι για να μισήσω;
Ορμή μου ακέρια!
Ποια έχει όρια η αγάπη;
Με περιμέν’ ο θάνατος και θρηνώ.
Το μαύρο σκοτάδι δεν είναι γύρω μου
ο τάφος. Μέσα μου έχει θαφτεί
η λαχτάρα, που σ’ αυτήν πίστεψα
και της θυσίας άκουσα την πρόσκληση
και την αξία της γνώρισα.
Εχασα την προσπάθεια, πολύτιμη,
που πίστευα, εμορφιά.
Ω άμοιροι άνθρωποι! Αλλοίμονο,
το κενό της ψυχής είναι η πιο βαρειά
συμφορά. Λόγια μιλάτε πολύτροπα,
για να μην καταλάβετε πως καμιά
παρηγοριά δε μας φτάνει.
Φαντάσματα γίνονται τα αισθήματα
κι ο θάνατος αδιέξοδη φρίκη,
όταν απίστευτη γίνεται η αγάπη.
Στον συγκεντρωτικό τόμο: Τα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη. Τόμ. A΄ (1940-1955). Αθήνα: Οι εκδόσεις των φίλων.
Χρήστος Σιορίκης

Ο τελευταίος στίχος, με το «εμποδισμένο νερό», έρχεται στο στόμα μου σε ανύποπτη ώρα, για παράδειγμα στο λεωφορείο μετά τη δουλειά. Δεν μπορώ να πω τι σημαίνει, αλλά το αίσθημα είναι σαρωτικό και σαφέστατο. Πόσα ποιήματα αναγνωρισμένων ανδρών δεν αναβλύζουν ποτέ από το στόμα μας σε στιγμές καθημερινής ανάγκης, όπου ο στίχος εκφέρεται για να κατευνάσει μια σωματική ανησυχία; Η Ελένη Βακαλό (1921-2001) δεν λέει «δείτε ποια είμαι», λέει «ελάτε να ακούσουμε την αμφιβολία». Ο κανόνας ορίζει την πρώτη θέση, το ποίημα ορίζει τη θέση του στην καρδιά μας.
Πόσα ποιήματα αναγνωρισμένων ανδρών δεν αναβλύζουν ποτέ από το στόμα μας σε στιγμές όπου ο στίχος εκφέρεται για να κατευνάσει μια σωματική ανησυχία; Η Ελένη Βακαλό δεν λέει «δείτε ποια είμαι», λέει «ελάτε να ακούσουμε την αμφιβολία». -Χρήστος Σιορίκης

Είχε περάσει σε μεγάλες ριπές ο αέρας νύχτες πολλές
Το σκοτάδι κινούσε. Παράφορα κουβαλούσε από παντού μυρωδιές
Στα πλευρά μου άνοιγε κήπους. Εβλεπες άλλες φορές τοπία θαλασσινά
Δροσεροί στις όχθες τους ξάπλωναν όσοι θυμόμαστε
Δεν καίγονται, δε μαραίνονται
Τότε αναβρύζαν πηγές
Από τη μια γλυκό κυλούσε νερό ως μέσα στη θάλασσα προχω-
ρώντας σε ήσυχους δρόμους
Εκεί όταν είναι οι μέρες καλές πιο κρύο σαν κολυμπάς αισθάνεσαι το νερό
Κι όπως σε πλάκα μαρμάρινη αν σταθείς απόγεμα του καλοκαιριού
Οντας εσύ πιο ζεστός, εκείνη στη σκιά και στα χόρτα κρυμμένη
Μιαν άλλη ανάσα θαρρείς πως περνά
Κι ανάπαυση σε τραβά και τρόμος σε διώχνει
Ετσι αισθάνεσαι όταν τα ρεύματα αυτά συναντάς
Καλύτερο για τη δίψα του άγιού τους στόματος το εμποδισμένο νερό.
Από τη συλλογή της Ελένης Βακαλό «Ο τρόπος να κινδυνεύομε», 1966.
Αγγελος Μπέρτος

Ο εξοστρακισμός ήταν ο θεσμός προστασίας της δημοκρατίας, εξορίζοντας, μέσα από ψηφοφορία, πολίτες των οποίων η δύναμη απειλούσε το κατεστημένο της αρχαίας Αθήνας. Παρατηρώ πως ο τίτλος που έχει δοθεί στην Κατερίνα Γώγου (1940-1993), «ποιήτρια των Εξαρχείων», κουβαλάει έναν αντίστοιχο εξοστρακισμό της από τους ποιητές της Μεταπολίτευσης. Μια ποιήτρια της οποίας η δημοφιλία έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με τον όρο underground. Συνδέοντάς την με μια γειτονιά, εννοούμε παράλληλα και τη βεβαιότητα παράκαμψής της. Νομίζω πως πια η ποίησή της μπορεί να απεγκλωβιστεί από την προσωπική της ιστορία ή από την περιοχή όπου σύχναζε. Σας παραθέτω, λοιπόν, ένα πραγματικά καλό ποίημα από την αγαπημένη μου ποιητική φωνή του τέλους του 20ού αιώνα.
Ο τίτλος «ποιήτρια των Εξαρχείων» που έχει δοθεί στην Κατερίνα Γώγου κουβαλάει τον εξοστρακισμό της από τους ποιητές της Μεταπολίτευσης. Συνδέοντάς την με μια γειτονιά, εννοούμε παράλληλα και τη βεβαιότητα παράκαμψής της. -Αγγελος Μπέρτος

Κανένας δεν είναι σιγουρεμένος
Σου λέω, ρε Νίκο, πως κανένας δεν είναι σιγουρεμένος.
Θάχουμε φασαρίες στα σίγουρα.
Κοίτα εγώ για να δεις.
Είναι κάποιος
που παριστάνει
τον φίλο μου.
Χρόνια τώρα με παίρνει
από πίσω
πετάει συμβουλές και σάλια
μου διαλέγει
τους άντρες που θα πλαγιάσω και τι ταινία θα δω.
Κανείς σου λέω δεν είναι σιγουρεμένος στις μέρες μας
όλοι ψάχνονται
ο ένας βρίζει τον άλλο χαφιέ
όλοι χαφιέδες είμαστε
όλοι φοράμε μαύρα μοντγκόμερυ και κοτλέ παντελόνια
διαβάζουμε «Ελεύθερο Κόσμο» στη ζούγκλα για να μάθουμε
ο ένας γουστάρει την γκόμενα του άλλου
έχουμε μπλέξει τα μπούτια μας.
Εκείνος ο τύπος ο από πίσω μου
δείχνει να ξέρει.
Εχει ξυρισμένο το κεφάλι του αλά Κότζακ
και το ρολόι του πάει καλά.
Μόλις είμαι έτοιμη για κρίση
μου πατάει την ένεση: Προχώρα, εγώ είμαι δω, μου λέει
μου σκάει κι ένα χαμόγελο –από ούλα τίποτα–
λέει πως είναι Ινδιάνος
μα εγώ βλέπω πως δεν έχει φτερό.
Ο Αμερικάνος που ’χει το μπαρ απέναντί μου σφύριξε
πως ο δικός μου μού την έχει στημένη με κονσερβόκουτο
είναι λέει σταλινικός πράχτορας.
Εγώ δε μασάω –να δεις που κάτι θέλει ο ψηλός από μένα–
Και στο κάτω κάτω τον έχω αγαπήσει ρε Νίκο
τον συνήθισα τον Κότζακ
είναι ο κολλητός μου
η καβάτζα μου που λεν οι χασικλήδες
μου παίρνει τσιγάρα και σουβλάκια
βρίσκει τα ποιήματά μου υπέροχα
και μου λέει: «Φτου σου κούκλα μου, διατηρείσαι!»
Οσο νάναι, καταλαβαίνεις, αυτό μου δίνει αυτοπεποίθηση.
Οχι. Το βράδυ δε θα βγω.
Ούτε
Ούτε.
Ούτε
Ούτε.
Μην ξαναπάρεις τηλέφωνο
ρε Νίκο.
Κατερίνα Γώγου, «Τρία Κλικ Αριστερά», 1979, Εκδόσεις Καστανιώτη.

