ΑΚΡΙΒΗ ΚΑΚΛΑΜΑΝΗ
Ακόμα κρύβομαι
εκδ. Σμίλη, 2025
σελ. 100
Με τη δεύτερη συλλογή ποιημάτων της η Ακριβή Κακλαμάνη (γεννηθείσα το 1966) επιβεβαιώνει την ειδική, όχι όμως ασυνήθιστη, ιδιαίτερα στην ποίηση που γράφεται από γυναίκες, συνθήκη της όψιμης και, ταυτόχρονα, ώριμης εμφάνισης. Κυκλοφορεί τo πρώτo βιβλίο της το 2017, και τίποτε σε αυτό δεν φέρει γνωρίσματα πρωτόλειου. Η υπό συζήτηση συλλογή αναπτύσσει κι άλλο τις αρετές της πρώτης: ιδιοσυγκρασιακό ύφος με έκτυπες, αλλά καλά χωνεμένες επιρροές· προσεκτικός, ελεγχόμενος τόνος· συνθετική ικανότητα απαραγνώριστη, ακόμη και για τον περιστασιακό αναγνώστη της ποίησης. Κάθε ξεχωριστό ποίημα αλλά και το σύνολο του βιβλίου αποτελούν στέρεο οικοδόμημα.
Το εισαγωγικό ποίημα, φτιαγμένο, όπως και πολλά της συλλογής, με την τεχνική «cento», δηλώνει με χιούμορ και αυτοσαρκασμό τη στάση του ποιητικού υποκειμένου απέναντι στο έργο του: «Μου φέρνει ύπνο η ανάγνωση των ποιημάτων μου./ Κι ωστόσο έχουνε γραφτεί με αίμα./…/Τους έγραψα και πρέπει να τους δείξω/…/Οπως το λουλούδι δεν μπορεί// Το χρώμα του να κρύψει». Να, λοιπόν, το «πιστεύω» της ποιήτριας: δεν είναι μεγαλεπήβολη τούτη δω η ποίηση, δηλώνει, αλλά και δεν στερείται λυρικών εξάρσεων· προπάντων είναι κάτι φυσικό. Τι είναι όμως η τεχνική «cento», που η Κακλαμάνη εφαρμόζει συχνά στη συλλογή; Είναι το ποιητικό πάτσγουορκ ή κολάζ, όταν δηλαδή ένα ποίημα φτιάχνεται εξ ολοκλήρου από ξένους στίχους, ενός ή περισσότερων ποιητών, που χρησιμοποιούνται ελεύθερα. Στο βιβλίο, κάθε τέτοιο ποίημα-κολάζ φέρει στο τέλος τις υπογραφές των ποιητών που χρησιμοποιήθηκαν. Στο εισαγωγικό ποίημα πρόκειται για τους Νικανόρ Πάρα και Φερνάντο Πεσόα. Ο αναλυτικός υπομνηματισμός στο τέλος του βιβλίου παραπέμπει σχολαστικά στα συγκεκριμένα έργα και στις πηγές που χρησιμοποιήθηκαν.

Λίγο με το cento, λίγο με τον αυτοσαρκασμό, λίγο με την ελεγχόμενη έκλυση συναισθήματος σε αυτό το εισαγωγικό ποίημα, η Κακλαμάνη μας προετοιμάζει για ό,τι έπεται. Eχουμε, λοιπόν, έξι, συνολικά, ενότητες, που κάθε φορά εισάγονται από ένα άτιτλο πεζό κομμάτι με ρωμαϊκή αρίθμηση. Το πεζό υπ’ αρ. Ι τοποθετεί την ποιητική «δράση» μέσα σε όνειρο, κάτι που συνεχίζεται μέχρι και το τελευταίο πεζό, το υπ’ αρ. VI. Eτσι, μετά το εισαγωγικό «credo», με υλικό τους ξένους στίχους, έχουμε μια σκηνοθεσία που υποβάλλει την ανάγνωση των 53 ποιημάτων της συλλογής ως στιγμές ονείρων του ποιητικού υποκειμένου. Στα συγκεκριμένα όνειρα διαχέεται, σε χαμηλούς τόνους, ένα άγχος· μια ήπια κλειστοφοβική ατμόσφαιρα γίνεται σκηνικό της ποιητικής επιτέλεσης. Μέσα σε αυτό το σκηνικό, άλλα ποιήματα λειτουργούν ως επίταση της κλειστοφοβίας, άλλα ως διαφυγή από αυτήν, κάποια και με τους δύο τρόπους.
Πριν ειπωθούν δυο λόγια παραπάνω για τα ποιήματα αυτά, θα πρότεινα να θεωρήσουμε ότι αφαιρούνται από την ονειρική-κλειστοφοβική συνθήκη τα ποιήματα της συλλογής, που έχουν φτιαχτεί, όπως και το εισαγωγικό, με την τεχνική cento. Αυτά τα ποιήματα, είναι σαν να μας λέει η ποιήτρια, προηγούνται του ονείρου και υπάρχουν ανεξάρτητα από αυτό – ανεξάρτητα και από εμένα που σας μιλώ. Ξένα λόγια, λόγια αγαπημένων ποιητών και συγγραφέων συγκροτούν, φαίνεται, ένα είδος φέροντος οργανισμού, που κουβαλάει, με τη σειρά του, πιο προσωπικές ποιητικές απόπειρες.
Ηρωες του μύθου
Πολλά από τα «κανονικά» ποιήματα έχουν αφορμή τον μύθο: η Πηνελόπη, ο σκύλος Aργος, η Αριάδνη, ο Αγαμέμνων, η Aλκηστις περιλαμβάνονται ως ήρωες και αφορμές των ποιημάτων της Κακλαμάνη, μαζί με τον Γιόζεφ Κ. της καφκικής «Δίκης» και τις γυναίκες στο οικογενειακό περιβάλλον του Ντε Σαντ. Ολιγόστιχα, ελλειπτικά, στοχαστικά ποιήματα εναλλάσσονται με ποιήματα μακροσκελή, αφηγηματικά. Σε όλα φαίνεται η δεξιοτεχνία της ποιήτριας αλλά και όλα αποπνέουν αυτοκυριαρχία – ίσως μια στάλα λιγότερο ορατή αυτοκυριαρχία δεν θα έβλαπτε το συνολικό αποτέλεσμα, το οποίο είναι πάντως υψηλής ποιότητας. Κεντρική θέση κατέχει το ποίημα που δίνει τον τίτλο στη συλλογή, μια παραβολή του μύθου της Πασιφάης. Αποδίδω ωστόσο κομβικό ρόλο και στο «Εγγαστρίμυθος», ένα βαθύ, τολμηρό ποίημα, όπου η μυθική Μέδουσα είναι μόνον η αφορμή για να δημοσιοποιηθούν, σαν παραμύθι, τα άπλυτα στη σχέση μητέρας – παιδιού: «Κινδυνεύεις να εκτεθείς ανεπανόρθωτα με όσα λέει/ κι ύστερα ποιος να πιστέψει ότι αυτά δεν είναι δικά σου λόγια;/ Eχουν μπλεχτεί οι ρίζες των μαλλιών σου με τα φίδια της,/ μάλλον εσύ έχεις φίδια στο κεφάλι και μπούκλες στο στόμα// που βγάζουν στρογγυλές, καλοσυγυρισμένες κουβέντες/ και λένε όλοι Αχ μωρέ, τι καλό παιδάκι είν’ αυτό!».

